ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ εἶπε Σαμουὴλ πρὸς πάντα Ἰσραήλ· ἰδοὺ ἤκουσα φωνῆς ὑμῶν εἰς πάντα, ὅσα εἴπατέ μοι, καὶ ἐβασίλευσα ἐφ᾿ ὑμᾶς βασιλέα.
Είπε τότε ο Σαμουήλ προς όλους τους Ισραηλίτας· “ιδού, εγώ ήκουσα το αίτημά σας, όλα όσα μου είπατε, και εγκατέστησα ως κυβερνήτην σας βασιλέα.
2 καὶ νῦν ἰδοὺ ὁ βασιλεὺς διαπορεύεται ἐνώπιον ὑμῶν, κἀγὼ γεγήρακα καὶ καθήσομαι, καὶ οἱ υἱοί μου ἰδοὺ ἐν ὑμῖν· κἀγὼ ἰδοὺ διελήλυθα ἐνώπιον ὑμῶν ἐκ νεότητος καὶ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
Και τώρα ιδού, ο βασιλεύς σας πηγαινοέρχεται αναμεταξύ σας. Εγώ όμως έχω γηράσει πλέον και πρέπει να αναπαυθώ. Τα παιδιά μου ευρίσκονται μεταξύ σας, χωρίς να έχουν καμμίαν αξίωσιν δια να με διαδεχθούν εις την εξουσίαν. Εγώ επέρασα την ζωήν μου ενώπιόν σας από της νεότητός έως την ημέραν αυτήν.
3 ἰδοὺ ἐγώ, ἀποκρίθητε κατ᾿ ἐμοῦ ἐνώπιον Κυρίου καὶ ἐνώπιον χριστοῦ αὐτοῦ· μόσχον τίνος εἴληφα ἢ ὄνον τίνος εἴληφα ἢ τίνα κατεδυνάστευσα ὑμῶν ἢ τίνα ἐξεπίεσα ἢ ἐκ χειρὸς τίνος εἴληφα ἐξίλασμα καὶ ὑπόδημα; ἀποκρίθητε κατ᾿ ἐμοῦ, καὶ ἀποδώσω ὑμῖν.
Ιδού εγώ θέτω τώρα τον εαυτόν μου και την συμπεριφοράν μου ως Κριτού υπό την κρίσιν σας. Ενώπιον του Θεού και του βασιλέως είπατε ελεύθερα, εάν έχετε κανένα παράπονον εναντίον μου. Μηπως τυχόν και αφήρεσα τον μόσχον από κανένα σας, η τον όνον του; Μηπως ετυράννησα η απλώς επίεσα κανένα από σας; Μηπως επήρα δώρον από κάποιον, δια να εξιλεωθή αυτός απέναντί μου η επήρα έστω και υποδήματα; Εάν σας έχω αδικήσει είπέτε το, δια να επιστρέψω εις σας ο,τι αδίκως έλαβα”.
4 καὶ εἶπαν πρὸς Σαμουήλ· οὐκ ἠδίκησας ἡμᾶς καὶ οὐ κατεδυνάστευσας ἡμᾶς καὶ οὐκ ἔθλασας ἡμᾶς καὶ οὐκ εἴληφας ἐκ χειρὸς οὐδενὸς οὐδέν.
Ο ισραηλιτικός λαός απήντησε προς τον Σαμουήλ· “ούτε μας ηδίκησες, ούτε μας ετυράννησες, ούτε μας συνέτριψες και τίποτε δεν επήρες από τα χέρια κανενός”.
5 καὶ εἶπε Σαμουὴλ πρὸς τὸν λαόν· μάρτυς Κύριος ἐν ὑμῖν καὶ μάρτυς χριστὸς αὐτοῦ σήμερον ἐν ταύτῃ τῇ ἡμέρᾳ, ὅτι οὐχ εὑρήκατε ἐν χειρί μου οὐδέν. καὶ εἶπαν· μάρτυς.
Ο Σαμουήλ είπε τότε προς τον λαόν· “επομένως είναι μάρτυς ενώπιόν σας ο Κυριος και ο χρισθείς βασιλεύς Σαούλ κατά την ημέραν αυτήν, ότι τίποτε το άδικον δεν ευρήκατε εις την ζωήν μου και τας χείράς μου”. Ο λαός απήντησε· “ναι, μάρτυρες των όσων είπομεν είναι ο Θεός και ο βασιλεύς μας”.
6 καὶ εἶπε Σαμουὴλ πρὸς τὸν λαὸν λέγων· μάρτυς Κύριος ὁ ποιήσας τὸν Μωυσῆν καὶ τὸν Ἀαρών, ὁ ἀναγαγὼν τοὺς πατέρας ἡμῶν ἐξ Αἰγύπτου.
Ο Σαμουήλ ωμίλησε τότε προς τον λαόν και είπε· “μάρτυς είναι πράγματι ο Κυριος, ο οποίος έφερεν εις την ζωήν τον Μωϋσήν και τον Ααρών και ο οποίος έβγαλε τους προγόνους μας από την Αίγυπτον.
7 καὶ νῦν κατάστητε, καὶ δικάσω ὑμᾶς ἐνώπιον Κυρίου καὶ ἀπαγγελῶ ὑμῖν τὴν πᾶσαν δικαιοσύνην Κυρίου, ἃ ἐποίησεν ἐν ὑμῖν καὶ ἐν τοῖς πατράσιν ὑμῶν·
Και τώρα ελάτε και σταθήτε να σας δικάσω ενώπιον του Κυρίου και να διακηρύξω την αχαριστίαν σας απέναντι της καλωσύνης του Κυρίου και της δικαιοσύνης την οποίαν ο Κυριος έδειξεν εις σας και στους προγόνους σας.
8 ὡς εἰσῆλθεν Ἰακὼβ καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἐταπείνωσεν αὐτοὺς Αἴγυπτος, καὶ ἐβόησαν οἱ πατέρες ἡμῶν πρὸς Κύριον, καὶ ἀπέστειλε Κύριος τὸν Μωυσῆν καὶ τὸν Ἀαρὼν καὶ ἐξήγαγον τοὺς πατέρας ἡμῶν ἐξ Αἰγύπτου καὶ κατῴκισεν αὐτοὺς ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ.
Οταν ο Ιακώβ μαζή με τα παιδιά του εισήλθον εις την Αίγυπτον, οι Αιγύπτιοι τους επίεσαν και τους εξουθένωσαν. Τοτε οι πρόγονοί μας εβόησαν δια της προσευχής των προς τον Κυριον ζητούντες απελευθέρωσιν. Ο Κυριος έστειλε τον Μωϋσήν και τον Ααρών, οι οποίοι έβγαλαν πράγματι τους προπάτορας μας από την Αίγυπτον και τους έφερεν ο Θεός και τους εγκατέστησεν στον τόπον αυτόν, εις την γην της επαγγελίας.
9 καὶ ἐπελάθοντο Κυρίου τοῦ Θεοῦ αὐτῶν, καὶ ἀπέδοτο αὐτοὺς εἰς χεῖρας Σισάρᾳ ἀρχιστρατήγῳ Ἰαβὶν βασιλέως Ἀσὼρ καὶ εἰς χεῖρας ἀλλοφύλων καὶ εἰς χεῖρας βασιλέως Μωάβ, καὶ ἐπολέμησαν ἐν αὐτοῖς.
Εκείνοι όμως ελησμόνησαν τον Θεόν και δια τούτο ο Θεός τους παρέδωσεν ως δούλους εις τα χέρια του Σισάρα, του αρχιστρατήγου του βασιλέως Ιαβίν, ο οποίος είχε την έδραν του εις την πόλιν Ασώρ. Τους παρέδωσεν επίσης ως δούλους εις την εξουσίαν των Φιλισταίων και εις την εξουσίαν του βασιλέως των Μωαβιτών, εναντίον των οποίων και επολέμησαν, αλλά ματαίως.
10 καὶ ἐβόησαν πρὸς Κύριον καὶ ἔλεγον· ἡμάρτομεν, ὅτι ἐγκατελίπομεν τὸν Κύριον καὶ ἐδουλεύσαμεν τοῖς Βααλὶμ καὶ τοῖς ἄλσεσι· καὶ νῦν ἐξελοῦ ἡμᾶς ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν ἡμῶν, καὶ δουλεύσομέν σοι.
Παρεκάλεσαν τότε τον Κυριον και εβόησαν προς αυτόν· Ημαρτήσαμεν, διότι εγκατελείψαμεν τον Κυριον και ελατρεύσαμεν τα αγάλματα του Βααλ, τα ιερά άλση και τα αγάλματα της Αστάρτης, και τώρα γλύτωσέ μας από τα χέρια των εχθρών μας και υποσχόμεθα να λατρεύσωμεν σέ.
11 καὶ ἀπέστειλε Κύριος τὸν Ἱεροβάαλ καὶ τὸν Βαρὰκ καὶ τὸν Ἰεφθάε καὶ τὸν Σαμουὴλ καὶ ἐξείλατο ἡμᾶς ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν ἡμῶν τῶν κυκλόθεν, καὶ κατῳκεῖτε πεποιθότες.
Ο Κυριος έστειλε τότε ελευθερωτάς τους Κριτάς Γεδεών, Βαράκ, Ιεφθάε και εμέ τον Σαμουήλ και σας έβγαλεν από τα χέρια των γύρω εχθρών μας και έτσι τώρα σεις κατοικείτε εδώ ασφαλείς και ήσυχοι.
12 καὶ ἴδετε ὅτι Νάας βασιλεὺς υἱῶν Ἀμμὼν ἦλθεν ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ εἴπατε· οὐχί, ἀλλ᾿ ἢ ὅτι βασιλεὺς βασιλεύσει ἐφ᾿ ἡμῶν· καὶ Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν βασιλεὺς ἡμῶν.
Και όταν είδατε ότι ο βασιλεύς των Αμμωνιτών επήλθεν εναντίον σας, είπατε· Δεν θέλομεν παρά ο βασιλεύς να μας κυβερνά, αν και υπήρχε βασιλεύς ιδικός σας, ο Κυριος μας.
13 καὶ νῦν ἰδοὺ ὁ βασιλεύς, ὃν ἐξελέξασθε, καὶ ἰδοὺ δέδωκε Κύριος ἐφ᾿ ὑμᾶς βασιλέα.
Και τώρα ιδού ο βασιλεύς, τον οποίον εξελέξατε να σας κυβερνά. Ιδού σας έδωκεν ο Κυριος βασιλέα.
14 ἐὰν φοβηθῆτε τὸν Κύριον καὶ δουλεύσητε αὐτῷ καὶ ἀκούσητε τῆς φωνῆς αὐτοῦ καὶ μὴ ἐρίσητε τῷ στόματι Κυρίου καὶ ἦτε καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ βασιλεὺς ὁ βασιλεύων ἐφ᾿ ὑμῶν ὀπίσω Κυρίου πορευόμενοι·
Εάν λοιπόν τώρα φοβήσθε τον Κυριον και λατρεύετε αυτόν και υπακούετε εις τας εντολάς του και δεν γογγύζετε δια τας εντολάς τας οποίας αυτός έχει ορίσει, τουναντίον δε σεις και ο βασιλεύς σας συνεχίζετε να υπακούετε εις τας εντολάς του Κυρίου και να πορεύεσθε σύμφωνα με αυτάς, τότε ο Θεός θα σας ευλογήση.
15 ἐὰν δὲ μὴ ἀκούσητε τῆς φωνῆς Κυρίου καὶ ἐρίσητε τῷ στόματι Κυρίου, καὶ ἔσται χεὶρ Κυρίου ἐφ᾿ ὑμᾶς καὶ ἐπὶ τὸν βασιλέα ὑμῶν.
Εάν όμως δεν υπακούσετε εις την φωνήν του Κυρίου, γογγύζετε δε και ανθίστασθε εις την εκπλήρωσιν των εντολών του, η τιμωρός χειρ του Κυρίου βαρειά θα πέση επάνω σας και επάνω στον βασιλέα σας.
16 καὶ νῦν κατάστητε καὶ ἴδετε τὸ ρῆμα τό μέγα τοῦτο, ὃ ὁ Κύριος ποιήσει ἐν ὀφθαλμοῖς ὑμῶν.
Και τώρα σταθήτε, να ιδήτε το μέγα και θαυμαστόν γεγονός, το οποίον ο Κυριος θα πραγματοποιήση εμπρός εις τα μάτια σας.
17 οὐχὶ θερισμὸς πυρῶν σήμερον; ἐπικαλέσομαι Κύριον, καὶ δώσει φωνὰς καὶ ὑετόν, καὶ γνῶτε καὶ ἴδετε ὅτι ἡ κακία ὑμῶν μεγάλη, ἣν ἐποιήσατε ἐνώπιον Κυρίου, αἰτήσαντες ἑαυτοῖς βασιλέα.
Εποχή θερισμού είναι τώρα και επομένως είναι εποχή ξηρασίας. Εγώ όμως θα παρακαλέσω τον Κυριον και θα δώση αστραπάς και βροντάς και βροχήν. Από το θαύμα δε αυτό θα πεισθήτε, ότι η αμαρτία, την οποίαν διεπράξατε ενώπιον του Κυρίου, ήτο μεγάλη, με το να ζητήσετε δηλαδή δια τον εαυτόν σας και να έχετε βασιλέα, όπως τα γύρω σας ειδωλολατρικά έθνη”.
18 καὶ ἐπεκαλέσατο Σαμουὴλ τὸν Κύριον, καὶ ἔδωκε Κύριος φωνὰς καὶ ὑετὸν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ· καὶ ἐφοβήθησαν πᾶς ὁ λαὸς τὸν Κύριον σφόδρα καὶ τὸν Σαμουήλ.
Πράγματι ο Σαμουήλ παρεκάλεσε τον Κυριον και ο Κυριος έδωσε κατά την ημέραν εκείνην αστραπάς και βροντάς και βροχήν. Από το γεγονός αυτό όλος ο ισραηλιτικός λαός εφοβήθη πολύ τον Θεόν και τον Σαμουήλ.
19 καὶ εἶπαν πᾶς ὁ λαὸς πρὸς Σαμουήλ· πρόσευξαι ὑπὲρ τῶν δούλων σου πρὸς Κύριον Θεόν σου, καὶ οὐ μὴ ἀποθάνωμεν, ὅτι προστεθείκαμεν πρὸς πάσας τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν κακίαν αἰτήσαντες ἑαυτοῖς βασιλέα.
Ολος τότε ο Ισραηλιτικός λαός είπε προς τον Σαμουήλ· “να προσεύχεσαι προς τον Θεόν δι' ημάς τους δούλους σου, δια να μη θανατωθώμεν. Διότι μέσα εις όλας τας άλλας αμαρτίας μας προσεθέσαμεν και αυτήν, με το να ζητήσωμεν δια τον εαυτόν μας βασιλέα”.
20 καὶ εἶπε Σαμουὴλ πρὸς τὸν λαόν· μὴ φοβεῖσθε· ὑμεῖς πεποιήκατε τὴν πᾶσαν κακίαν ταύτην, πλὴν μὴ ἐκκλίνητε ἀπό ὄπισθεν Κυρίου καὶ δουλεύσατε τῷ Κυρίῳ ἐν ὅλῃ καρδίᾳ ὑμῶν
Ο Σαμουήλ είπε προς τον λαόν· “μη φοβείσθε τώρα. Είναι αλήθεια ότι σεις διεπράξατε όλην αυτήν την κακίαν ζητήσαντες βασιλέα, πλην όμως μη απομακρύνεσθε από τον Κυριον, αλλά να λατρεύετε τον Κυριον με όλην σας την καρδίαν.
21 καὶ μὴ παραβῆτε ὀπίσω τῶν μηθὲν ὄντων, οἳ οὐ περανοῦσιν οὐθὲν καὶ οἳ οὐκ ἐξελοῦνται, ὅτι οὐθέν εἰσιν.
Μη ακολουθήσετε και μη πορευθήτε οπίσω από τα είδωλα, τα οποία εις την πραγματικότητα είναι ανύπαρκτοι θεοί και οι οποίοι δεν κατορθώνουν ποτέ να φέρουν τίποτε εις πέρας και δεν έχουν την δύναμιν να σας απαλλάξουν από τας συμφοράς σας, διότι δεν είναι τίποτε είναι ανύπαρκτοι.
22 ὅτι οὐκ ἀπώσεται Κύριος τὸν λαὸν αὐτοῦ διὰ τὸ ὄνομα αὐτοῦ τὸ μέγα, ὅτι ἐπιεικῶς Κύριος προσελάβετο ὑμᾶς εἰς λαόν.
Μη αποκαρδιώνεσθε όμως, διότι ο Κυριος χάριν του ονόματός του δεν θα απορρίψη τον λαόν του. Θα δείξη επιείκειαν και ευσπλαγχνίαν προς σας, διότι σας έχει προσλάβει ως ιδιαίτερόν του λαόν.
23 καὶ ἐμοὶ μηδαμῶς τοῦ ἁμαρτεῖν τῷ Κυρίῳ ἀνιέναι τοῦ προσεύχεσθαι περὶ ὑμῶν, καὶ δουλεύσω τῷ Κυρίῳ καὶ δείξω ὑμῖν τὴν ὁδὸν τὴν ἀγαθὴν καὶ τὴν εὐθεῖαν·
Εγώ δέ ποτέ δεν θα διαπράξω την αμαρτίαν να σταματήσω προσευχόμενος δια σας. Εξ αντιθέτου, θα εξακολουθώ να υπηρετώ τον Κυριον, να διδάσκω εις σας την καλήν και την ευθείαν οδόν του Κυρίου.
24 πλὴν φοβεῖσθε τὸν Κύριον καὶ δουλεύσατε αὐτῷ ἐν ἀληθείᾳ καὶ ἐν ὅλῃ καρδίᾳ ὑμῶν, ὅτι ἴδετε ἃ ἐμεγάλυνε μεθ᾿ ὑμῶν,
Σεις όμως να φοβήσθε τον Κυριον, να λατρεύετε αυτόν εν αλήθεία και με όλην σας την καρδίαν, διότι είδατε ποίας και πόσας θαυμαστάς ευεργεσίας έκαμε προς σας ο Θεός.
25 καὶ ἐὰν κακίᾳ κακοποιήσητε, καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ βασιλεὺς ὑμῶν προστεθήσεσθε.
Εάν όμως τυχόν και εκτραπήτε και επιμείνετε εις την κακίαν σας, τότε και σεις και ο βασιλεύς σας μαζή θα καταστραφήτε”.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα