ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 Τ… δ᾿ ἐπαύριον παρήγγειλεν Ὀλοφέρνης πάσῃ τῇ στρατιᾷ αὐτοῦ καὶ παντὶ τῷ λαῷ αὐτοῦ, οἳ παρεγένοντο ἐπὶ τὴν συμμαχίαν αὐτοῦ, ἀναζευγνύειν ἐπὶ Βαιτυλούα καὶ τὰς ἀναβάσεις τῆς ὀρεινῆς προκαταλαμβάνεσθαι καὶ ποιεῖν πόλεμον πρὸς τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ.
Κατά την επομένην ο Ολοφέρνης διέταξε όλον τον στρατόν του και όλον τον λαόν, ο οποίος είχε προσέλθει και προστεθή εις την συμμαχίαν του, να αναλάβουν επίθεσιν εναντίον της Βαιτυλούα και αφού καταλάβουν τας ορεινάς διαβάσεις, να αρχίσουν πόλεμον εναντίον των Ισραηλιτών.
2 καὶ ἀνέζευξεν ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ πᾶς ἀνὴρ δυνατὸς αὐτῶν· καὶ ἡ δύναμις αὐτῶν ἀνδρῶν πολεμιστῶν χιλιάδες ἀνδρῶν πεζῶν ἑκατὸν ἑβδομήκοντα καὶ ἱππέων χιλιάδες δεκαδύο, χωρὶς τῆς ἀποσκευῆς καὶ τῶν ἀνδρῶν, οἳ ἦσαν πεζοὶ ἐν αὐτοῖς, πλῆθος πολὺ σφόδρα.
Κατά την ημέραν εκείνην εξεκίνησαν δια τον πόλεμον όλοι οι ισχυροί άνδρες. Η δύναμις των πολεμιστών ανδρών ήτο εκατόν εβδομήκοντα χιλιάδες πεζοί και δώδεκα χιλιάδες ιππείς, εκτός από τα μεταγωγικά και από τους άλλους πεζοπόρους, που τους ακολουθούσαν και οι οποίοι ήσαν πάρα πολλοί.
3 καὶ παρενέβαλον ἐν τῷ αὐλῶνι πλησίον Βαιτυλούα ἐπὶ τῆς πηγῆς καὶ παρέτειναν εἰς εὖρος ἐπὶ Δωθαΐμ καὶ ἕως Βελβαὶμ καὶ εἰς μῆκος ἀπὸ Βαιτυλούα ἕως Κυαμῶνος, ἥ ἐστιν ἀπέναντι Ἐσδρηλών.
Ολοι αυτοί εστρατοπέδευσαν εις την κοιλάδα πλησίον της Βαιτυούλα η οποία ευρίσκετο κοντά εις μίαν πηγήν. Εξετείνοντο δε κατά πλάτος μέχρι της Δωθαΐμ και Βελβαίμ, κατά μήκος δε από την Βαιτυλούα μέχρι της Κυαμώνος, η οποία ευρίσκεται απέναντι της Εσδρηλών.
4 οἱ δὲ υἱοὶ Ἰσραήλ, ὡς εἶδον αὐτῶν τὸ πλῆθος, ἐταράχθησαν σφόδρα καὶ εἶπεν ἕκαστος πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ· νῦν ἐκλείξουσιν οὖτοι τὸ πρόσωπον τῆς γῆς πάσης, καὶ οὔτε τὰ ὄρη τὰ ὑψηλὰ οὔτε αἱ φάραγγες οὔτε οἱ βουνοὶ ὑποστήσονται τὸ βάρος αὐτῶν.
Οι Ισραηλίται, όταν είδαν το μεγάλο πλήθος των εχθρών, εταράχθησαν πάρα πολύ και είπεν ο ένας προς τον άλλον· “αυτοί με το πλήθος του στρατού των θα γλύψουν και την επιφάνειαν της χώρας. Ούτε τα υψηλά όρη, ούτε οι φάραγγες, ούτε τα βουνά θα ημπορέσουν να άνθεξουν στο βάρος των”.
5 καὶ ἀναλαβόντες ἕκαστος τὰ σκεύη τὰ πολεμικὰ αὐτῶν καὶ ἀνακαύσαντες πυρὰς ἐπὶ τοὺς πύργους αὐτῶν, ἔμενον φυλάσσοντες ὅλην τὴν νύκτα ἐκείνην.
Εν τούτοις επήρεν ο καθένας από αυτούς τα πολεμικά του όπλα, ήναψαν πυράς επάνω στους πύργους των τειχών και παρέμειναν όλην εκείνην την νύκτα φρουρούντες και έτοιμοι εις πόλεμον.
6 τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ δευτέρᾳ ἐξήγαγεν Ὀλοφέρνης πᾶσαν τὴν ἵππον αὐτοῦ κατὰ πρόσωπον τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, οἳ ἦσαν ἐν Βαιτυλούᾳ,
Κατά την δευτέραν ημέραν ο Ολοφέρνης έβγαλε και ωδήγησεν όλον το ιππικόν του εναντίον των Ισραηλιτών, οι οποίοι ευρίσκοντο εις την Βαιτυλούα.
7 καὶ ἐπεσκέψατο τὰς ἀναβάσεις τῆς πόλεως αὐτῶν καὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων αὐτῶν ἐφώδευσε καὶ προκατελάβετο αὐτὰς καὶ ἐπέστησεν αὐταῖς παρεμβολὰς ἀνδρῶν πολεμιστῶν, καὶ αὐτὸς ἀνέζευξεν εἰς τὸν λαὸν αὐτοῦ.
Ηρεύνησε και έμαθε, ποίαι είναι αι διαβάσεις προς την πόλιν, όπως επίσης ανεζήτησε και εύρε τας πηγάς των υδάτων αυτής και τας κατέλαβεν. Ετοποθέτησε κατόπιν φρουράς ανδρών πολεμιστών και αυτός επέστρεψεν στο στρατόπεδόν του.
8 καὶ προσελθόντες αὐτῷ οἱ ἄρχοντες τῶν υἱῶν Ἡσαῦ καὶ πάντες οἱ ἡγούμενοι τοῦ λαοῦ Μωὰβ καὶ οἱ στρατηγοὶ τῆς παραλίας εἶπαν·
Προσήλθον τότε εις αυτόν οι αρχηγοί των υιών Ησαύ, των Ιδουμαίων, και όλοι οι αρχηγοί του λαού των Μωαβιτών και οι στρατηγοί των παραλίων χωρών και του είπαν·
9 ἀκουσάτω δὴ λόγον ὁ δεσπότης ἡμῶν, ἵνα μὴ γένηται θραῦσμα ἐν τῇ δυνάμει σου·
“ας ακούση ο δεσπότης μας ένα λόγον από ημάς, δια να μη συμβή θραύσις εις την στρατιωτικήν του δύναμιν.
10 ὁ γὰρ λαὸς οὗτος τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ οὐ πέποιθαν ἐπὶ τοῖς δόρασιν αὐτῶν, ἀλλ᾿ ἐπὶ τοῖς ὕψεσι τῶν ὀρέων αὐτῶν, ἐν οἷς αὐτοὶ ἐνοικοῦσιν ἐν αὐτοῖς· οὐ γάρ ἐστιν εὐχερὲς προσβῆναι ταῖς κορυφαῖς τῶν ὀρέων αὐτῶν.
Ο λαός αυτών των Ισραηλιτών δεν έχει πεποίθησιν εις τα δόρατά του, εις την στρατιωτικήν του δύναμιν, αλλά στο ύψος των ορέων, όπου αυτοί κατοικούν, διότι δεν είναι εύκολον να αναβή κανείς εις τας κορυφάς των ορέων αυτών.
11 καὶ νῦν, δέσποτα, μὴ πολέμει πρὸς αὐτούς, καθὼς γίνεται πόλεμος παρατάξεως, καὶ οὐ πεσεῖται ἐκ τοῦ λαοῦ σου ἀνὴρ εἷς.
Λοιπόν, δέσποτα, να μη πολεμήσης εναντίον αυτών, όπως συνήθως γίνεται ο πόλεμος κατά παράταξιν, δια να μη φονευθή κανένας στρατιώτης από την δύναμίν σου.
12 ἀνάμεινον ἐπὶ τῆς παρεμβολῆς σου διαφυλάσσων πάντα ἄνδρα ἐκ τῆς δυνάμεώς σου, καὶ ἐπικρατησάτωσαν οἱ παῖδές σου τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος, ἣ ἐκπορεύεται ἐκ τῆς ρίζης τοῦ ὄρους,
Μείνε στο στρατόπεδόν σου, προφύλαξε από κάθε φθοράν τους άνδρας της στρατιωτικής σου δυνάμεως και ας βαδίσουν μερικοί από τους άνδρας σου, δια να καταλάβουν την πηγήν του ύδατος, η οποία αναβλύζει από τους πρόποδας του όρους.
13 διότι ἐκεῖθεν ὑδρεύονται πάντες οἱ κατοικοῦντες Βαιτυλούα, καὶ ἀνελεῖ αὐτοὺς ἡ δίψα, καὶ ἐκδώσουσι τὴν πόλιν ἑαυτῶν· καὶ ἡμεῖς καὶ ὁ λαὸς ἡμῶν ἀναβησόμεθα ἐπὶ τὰς πλησίον κορυφὰς τῶν ὀρέων καὶ παρεμβαλοῦμεν ἐπ᾿ αὐταῖς εἰς προφυλακὴν τοῦ μὴ ἐξελθεῖν ἐκ τῆς πόλεως ἄνδρα ἕνα.
Διότι από εκεί υδρεύονται όλοι οι κάτοικοι της Βαιτυλούα. Εάν τους κόψωμεν το ύδωρ, η δίψα θα καταστρέψη τους Ισραηλίτας της Βαιτυλούα, και αυτοί θα παραδώσουν την πόλιν των. Ημείς δε και ο στρατός μας θα ανέλθωμεν εις τας πλησίον κορυφάς των ορέων, θα κατασκηνώσωμεν επάνω εις αυτάς ως προφυλακή, δια να μη εξέλθη από την πόλιν ούτε ένας ανήρ.
14 καὶ τακήσονται ἐν τῷ λιμῷ αὐτοὶ καὶ αἱ γυναῖκες αὐτῶν καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν, καὶ πρὶν ἐλθεῖν τὴν ρομφαίαν ἐπ᾿ αὐτούς, καταστρωθήσονται ἐν ταῖς πλατείαις τῆς οἰκήσεως αὐτῶν.
Οι κάτοικοι της πόλεως και αι γυναίκες αυτών και τα παιδιά αυτών θα λυώνουν από τον λιμόν και την δίψαν, και πριν επέλθη εναντίον των η ρομφαία, θα έχουν στρωθή νεκροί στους δρόμους της πόλεως των.
15 καὶ ἀνταποδώσεις αὐτοῖς ἀνταπόδομα πονηρόν, ἀνθ᾿ ὧν ἐστασίασαν, καὶ οὐκ ἀπήντησαν τῷ προσώπῳ σου ἐν εἰρήνῃ.
Ετσι δε θα τους εκδικηθής κατά τον πλέον σκληρόν τρόπον, διότι εστασίασαν εναντίον σου και δεν εξήλθον ειρηνικώς να σε υποδεχθούν”.
16 καὶ ἤρεσαν οἱ λόγοι αὐτῶν ἐνώπιον Ὀλοφέρνου καὶ ἐνώπιον πάντων τῶν θεραπόντων αὐτοῦ, καὶ συνέταξαν ποιεῖν καθὼς ἐλάλησαν.
Οι λόγοι αυτοί ήρεσαν στον Ολοφέρνην και εις όλους τους αυλικούς του και απεφάσισαν να πράξουν, όπως εκείνοι τους είχον είπει.
17 καὶ ἀπῇρε παρεμβολὴ υἱῶν Ἀμμὼν καὶ μετ᾿ αὐτῶν χιλιάδες πέντε υἱῶν Ἀσσοὺρ καὶ παρενέβαλον ἐν τῷ αὐλῶνι καὶ προκατελάβοντο τὰ ὕδατα καὶ τὰς πηγὰς τῶν ὑδάτων τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
Ανεχώρησε, λοιπόν, στρατός των Αμμωνιτών, μαζή με αυτούς και πέντε χιλιάδες εκ των Ασσυρίων, εστρατοπέδευσαν εις την κοιλάδα και κατέλαβον τα ύδατα και τας πηγάς των υδάτων των Ισραηλιτών.
18 καὶ ἀνέβησαν υἱοὶ Ἡσαῦ καὶ οἱ υἱοὶ Ἀμμὼν καὶ παρενέβαλον ἐν τῇ ὀρεινῇ ἀπέναντι Δωθαΐμ. καὶ ἀπέστειλαν ἐξ αὐτῶν πρὸς νότον καὶ ἀπηλιώτην ἀπέναντι Ἐγρεβήλ, ἥ ἐστι πλησίον Χούς, ἥ ἐστιν ἐπὶ τοῦ χειμάρρου Μοχμούρ. καὶ ἡ λοιπὴ στρατιὰ τῶν Ἀσσυρίων παρενέβαλον ἐν τῷ πεδίῳ καὶ ἐκάλυψαν πᾶν τὸ πρόσωπον τῆς γῆς· καὶ αἱ σκηναὶ καὶ αἱ ἀπαρτίαι αὐτῶν κατεστρατοπέδευσαν ἐν ὄχλῳ πολλῷ καὶ ἦσαν εἰς πλῆθος πολὺ σφόδρα.
Επίσης μαζή με αυτούς συνεξεστράτευσαν οι Ιδουμαίοι και οι Αμμωνίται και εστρατοπέδευσαν εις την ορεινήν θέσιν απέναντι της Δωθαΐμ. Ενα άλλο τμήμα από αυτούς το απέστειλαν προς νότον και προς ανατολάς, απέναντι της Εγρεβήλ, η οποία ευρίσκεται πλησίον της Χούς, η οποία πάλιν είναι κοντά στον χείμαρρον τον Μοχμούρ. Η υπόλοιπος στρατιά των Ασσυρίων εστρατοπέδευσαν εις την πεδιάδα και εσκέπασαν όλην την επιφάνειαν της χώρας. Αι σκηναί και αι αποσκευαί αυτών είχαν εγκατασταθή πολυάριθμοι, και το πολύ μεγάλο το πλήθος.
19 Καὶ οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἀνεβόησαν πρὸς Κύριον Θεὸν αὐτῶν, ὅτι ὠλιγοψύχησε τὸ πνεῦμα αὐτῶν, ὅτι ἐκύκλωσαν πάντες οἱ ἐχθροὶ αὐτῶν καὶ οὐκ ἦν διαφυγεῖν ἐκ μέσου αὐτῶν.
Οι Ισραηλίται, όταν είδαν ότι είναι περικυκλωμένοι ολόγυρα από όλους τους εχθρούς των, και δεν είναι δυνατόν να διαφύγουν από τα χέρια αυτών, έκραξαν προς τον Κυριον των, διότι ωλιγόψυχησαν.
20 καὶ ἔμεινε κύκλῳ αὐτῶν πᾶσα παρεμβολὴ Ἀσσούρ, οἱ πεζοὶ καὶ τὰ ἅρματα καὶ οἱ ἱππεῖς αὐτῶν, ἡμέρας τριακοντατέσσαρας. καὶ ἐξέλιπε πάντας τοὺς κατοικοῦντας Βαιτυλούα πάντα τὰ ἀγγεῖα αὐτῶν τῶν ὑδάτων,
Ολη η στρατιωτική δύναμις των εχθρών των, των Ασσυρίων, η οποία τους είχε περικυκλώσει, οι πεζοί, τα πολεμικά άρματα και οι ιππείς των, έμειναν γύρω από αυτούς τριάκοντα τέσσαρας ημέρας. Οπότε έλειψαν όλαι αι προμήθειαι του ύδατος, όσαι υπήρχον εις τα διάφορα δοχεία, από όλους τους κατοίκους της Βαιτυλούα.
21 καὶ οἱ λάκκοι ἐξεκενοῦντο, καὶ οὐκ εἶχον πιεῖν εἰς πλησμονὴν ὕδωρ ἡμέραν μίαν, ὅτι ἐν μέτρῳ ἐδίδοσαν αὐτοῖς πιεῖν.
Αι δεξαμεναί άδειασαν από το ύδωρ και δεν είχαν πλέον να πίνουν νερό, μέχρι να χορτάσουν ούτε δια μίαν ημέραν, διότι με το μέτρον έδιδον εις αυτούς να πίνουν.
22 καὶ ἠθύμησαν τὰ νήπια αὐτῶν, καὶ αἱ γυναῖκες αὐτῶν καὶ οἱ νεανίσκοι ἐξέλιπον ἀπὸ τῆς δίψης καὶ ἔπιπτον ἐν ταῖς πλατείαις τῆς πόλεως καὶ ἐν ταῖς διόδοις τῶν πυλῶν, καὶ οὐκ ἦν κραταίωσις ἔτι ἐν αὐτοῖς.
Τα νήπιά των παρέλυσαν από την δίψαν, όπως επίσης αι γυναίκες, οι δε νέοι εκ των Ισραηλιτών κατεξηντλημένοι από την δίψαν έπιπτον εις τας πλατείας της πόλεως και εις τας διόδους των πυλών. Δεν είχεν απολειφθή πλέον εις αυτούς καμμία δύναμις.
23 καὶ ἐπισυνήχθησαν πᾶς ὁ λαὸς ἐπὶ Ὀζίαν καὶ τοὺς ἄρχοντας τῆς πόλεως, οἱ νεανίσκοι καὶ αἱ γυναῖκες καὶ τὰ παιδία, καὶ ἀνεβόησαν φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπαν ἐναντίον πάντων τῶν πρεσβυτέρων·
Τοτε συνεκεντρώθησαν εμπρός στον Οζίαν και στους άρχοντας της πόλεως όλοι οι Ισραηλίται, οι νέοι και αι γυναίκες και τα παιδιά, και με φωνήν μεγάλην ανέκραξαν και είπαν ενώπιον όλων των πρεσβυτέρων·
24 κρίναι ὁ Θεὸς ἀνὰ μέσον ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ὅτι ἐποιήσατε ἐν ἡμῖν ἀδικίαν μεγάλην οὐ λαλήσαντες εἰρηνικὰ μετὰ τῶν υἱῶν Ἀσσούρ.
“ας κρίνη και ας δικάση ο Θευς μεταξύ ημών και υμών, διότι σεις διεπράξατε εναντίον μας αυτό το μεγάλο αδίκημα και δεν ηθελήσατε να στείλετε ειρηνικάς προτάσεις στους Ασσυρίους.
25 καὶ νῦν οὐκ ἔστι βοηθὸς ἡμῶν, ἀλλὰ πέπρακεν ἡμᾶς ὁ Θεὸς εἰς τὰς χεῖρας αὐτῶν τοῦ καταστρωθῆναι ἐναντίον αὐτῶν ἐν δίψῃ καὶ ἀπωλείᾳ μεγάλῃ.
Και τώρα δεν υπάρχει κανένας, που να ημπορή να μας βοηθήση. Αλλά και ο Θεός φαίνεται ότι μας έχει πωλήσει εις τα χέρια αυτών, δια να στρωθώμεν νεκροί ενώπιόν των από την δίψαν. Και έτσι η καταστροφή μας θα έλθη τρομακτική.
26 καὶ νῦν ἐπικαλέσασθε αὐτοὺς καὶ ἔκδοσθε τὴν πόλιν πᾶσαν εἰς προνομὴν τῷ λαῷ Ὀλοφέρνου καὶ πάσῃ τῇ δυνάμει αὐτοῦ·
Τωρα, λοιπόν, προσκαλέσατε αυτούς και παραδώσατε την πόλιν προς λεηλασίαν στον λαόν του Ολοφέρνου και εις όλην την στρατιωτικήν του δύναμιν.
27 κρεῖσσον γὰρ ἡμῖν γενηθῆναι αὐτοῖς εἰς διαρπαγήν, ἐσόμεθα γὰρ εἰς δούλους, καὶ ζήσεται ἡ ψυχὴ ἡμῶν, καὶ οὐκ ὀψόμεθα τὸν θάνατον τῶν νηπίων ἡμῶν ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα ἡμῶν ἐκλειπούσας τὰς ψυχὰς αὐτῶν.
Διότι είναι προτιμότερον να παραδοθώμεν εις την λεηλασίαν εκείνων και να γίνωμεν δολοι των και να ζήσωμεν, παρά να ίδωμεν να πεθαίνουν εμπρός εις τα μάτια μας τα νήπιά μας και να σβήνουν αι γυναίκες και τα τέκνα μας.
28 μαρτυρόμεθα ὑμῖν τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὸν Θεὸν ἡμῶν καὶ Κύριον τῶν πατέρων ἡμῶν, ὃς ἐκδικεῖ ἡμᾶς κατὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ κατὰ τὰ ἁμαρτήματα τῶν πατέρων ἡμῶν, ἵνα μὴ ποιήσῃ κατὰ τὰ ρήματα ταῦτα ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ σήμερον.
Σας εξορκίζομεν ενώπιον του ουρανού και της γης, ενώπιον του Θεού ημών και Κυρίου των πατέρων μας, ο οποίος μας τιμωρεί εξ αιτίας των αμαρτιών μας και εξ αιτίας των αμαρτιών των πατέρων μας, να ενεργήσετε, όπως σας είπομεν, δια να μη επιτρέψη ο Θεός και επιπέσουν επάνω μας αυταί αι συμφοραί κατά την σημερινήν ημέραν”.
29 καὶ ἐγένετο κλαυθμὸς μέγας ἐν μέσῳ τῆς ἐκκλησίας πάντων ὁμοθυμαδὸν καὶ ἐβόησαν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν φωνῇ μεγάλῃ.
Εγινε δε μεγάλος θρήνος και κλαυθμός όλων, ως εάν όλοι είχαν μίαν ψυχήν, και ανεβόησαν με φωνήν μεγάλην προς τον Κυριον τον Θεόν.
30 καὶ εἶπε πρὸς αὐτοὺς Ὀζίας· θαρσεῖτε, ἀδελφοί, διακαρτερήσωμεν ἔτι πέντε ἡμέρας, ἐν αἷς ἐπιστρέψει Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐφ᾿ ἡμᾶς, οὐ γὰρ ἐγκαταλείψει ἡμᾶς εἰς τέλος·
Ο Οζίας είπε τότε προς αυτούς· “Αδελφοί, πάρετε θάρρος, ας καρτερήσωμεν πέντε ακόμη ημέρας, κατά τας οποίας θα επιστρέψη προς ημάς ο Κυριος και Θεός μας με το μέγα του έλεος. Ο Θεός δεν θα μας εγκαταλείψη τελικώς.
31 ἐὰν δὲ διέλθωσιν αὗται καὶ μὴ ἔλθῃ ἐφ᾿ ἡμᾶς βοήθεια, ποιήσω κατὰ τὰ ρήματα ὑμῶν. καὶ ἐσκόρπισε τὸν λαὸν εἰς τὴν ἑαυτοῦ παρεμβολήν, καὶ ἐπὶ τὰ τείχη καὶ τοὺς πύργους τῆς πόλεως αὐτῶν ἀπῆλθον, καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα εἰς τοὺς οἴκους αὐτῶν ἐξαπέστειλε· καὶ ἦσαν ἐν ταπεινώσει πολλῇ ἐν τῇ πόλει.
Εάν δε παρέλθουν αι πέντε αυταί ημέραι και δεν έλθη καμμία βοήθεια προς ημάς, εγώ θα πράξω σύμφωνα με την επιθυμίαν σας. Ετσι διέλυσε τον λαόν, ο οποίος επανήλθεν στο στρατόπεδόν του, δηλαδή εις τα τείχη και στους πύργους της πόλεως, τας δε γυναίκας και τα τέκνα των τα έστειλαν εις τα σπίτια των. Ηπλώθη δε εις όλην την πόλιν μεγάλη θλίψις και εξουθένωσις.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα