ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ὡς κατέπαυσεν ὁ θόρυβος τῶν ἀνδρῶν τῶν κύκλῳ τῆς συνεδρίας, καὶ εἶπεν Ὀλοφέρνης ὁ ἀρχιστράτηγος δυνάμεως Ἀσσοὺρ πρὸς Ἀχιὼρ ἐναντίον παντὸς τοῦ δήμου ἀλλοφύλων καὶ πρὸς πάντας υἱοὺς Μωάβ·
Οταν εσίγασεν ο θόρυβος των ανδρών, οι οποίοι ευρίσκοντο γύρω από την σκηνήν του, ο Ολοφέρνης ο αρχιστράτηγος του στρατού των Ασσυρίων είπε προς τον Αχιώρ ενώπιον όλου του πλήθους των ξένων στρατιωτών και εις επήκοον όλων των Μωαβιτών.
2 καὶ τίς εἶ σύ, Ἀχιὼρ καὶ οἱ μισθωτοὶ τοῦ Ἐφραίμ, ὅτι ἐπροφήτευσας ἐν ἡμῖν καθὼς σήμερον καὶ εἶπας τὸ γένος Ἰσραὴλ μὴ πολεμῆσαι, ὅτι ὁ Θεὸς αὐτῶν ὑπερασπιεῖ αὐτῶν; καὶ τίς ὁ Θεὸς εἰ μὴ Ναβουχοδονόσορ; οὗτος ἀποστελεῖ τὸ κράτος αὐτοῦ καὶ ἐξολοθρεύσει αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου τῆς γῆς, καὶ οὐ ρύσεται αὐτοὺς ὁ Θεὸς αὐτῶν·
“Ποίος είσαι συ, Αχιώρ, και οι μισθωτοί πράκτορες της φυλής του Εφραίμ, που ετόλμησες και προεφήτευσες, όπως ωμίλησες σήμερον και είπες, ότι δεν πρέπει να πολεμήσωμεν εναντίον της φυλής των Ισραηλιτών, διότι ο Θεός των θα τους υπερασπίση; Ποίος άλλος είναι Θεός πλην του Ναβουχοδονόσορος; Ο Ναβουχοδονόσορ αυτός θα αποστείλη τον στρατόν ου και θα τους εξολοθρεύση εντελώς από το πρόσωπον της γης. Ο δε Θεός των δεν θα ημπορέση να τους γλυτώση.
3 ἀλλ᾿ ἡμεῖς οἱ δοῦλοι αὐτοῦ πατάξομεν αὐτοὺς ὡς ἄνθρωπον ἕνα, καὶ οὐχ ὑποστήσονται τὸ κράτος τῶν ἵππων ἡμῶν.
Αλλά ημείς, οι δούλοι του Ναδουχοδονόσορος, θα τους κτυπήσωμεν κατά τρόπον εύκολον και εξοντωτικόν, ως εάν είναι ένας μόνον άνθρωπος. Αυτοί δεν θα καταφέρουν καθόλου να φέρουν ούτε την παραμικράν αντίστασιν εις την δύναμιν του ιππικού μας.
4 κατακαύσομεν γὰρ αὐτοὺς ἐν αὐτοῖς, καὶ τὰ ὄρη αὐτῶν μεθυσθήσεται ἐν τῷ αἵματι αὐτῶν, καὶ τὰ πεδία αὐτῶν πληρωθήσεται νεκρῶν αὐτῶν, καὶ οὐκ ἀντιστήσεται τὸ ἴχνος τῶν ποδῶν αὐτῶν κατὰ πρόσωπον ἡμῶν, ἀλλὰ ἀπωλείᾳ ἀπολοῦνται, λέγει ὁ βασιλεὺς Ναβουχοδονόσορ ὁ κύριος πάσης τῆς γῆς· εἶπε γάρ, οὐ ματαιωθήσεται τὰ ρήματα τῶν λόγων αὐτοῦ.
Θα τους κατακαύσωμεν φύρδην μίγδην, τα όρη των θα πλημμυρήσουν και θα μεθύσουν από το αίμα των, αι δε πεδιάδες των θα γεμίσουν από τα νεκρά σώματά των. Ούτε ίχνος από τα πόδια των δεν θα παραμείνη ενώπιόν μας, αλλά όλοι θα καταστραφούν εξ ολοκλήρου. Αυτά λέγει ο βασιλεύς Ναβουχοδονόσορ, ο κύριος όλης της οικουμένης. Είπεν, ότι δεν πρόκειται να αποδειχθούν κούφιοι και μάταιοι οι λόγοι του.
5 σὺ δὲ Ἀχιὼρ μισθωτὲ τοῦ Ἀμμών, ὃς ἐλάλησας τοὺς λόγους τούτους ἐν ἡμέρᾳ ἀδικίας σου, οὐκ ὄψει ἔτι τὸ πρόσωπόν μου ἀπὸ τῆς ἡμέρας ταύτης, ἕως οὗ ἐκδικήσω τὸ γένος τῶν ἐξ Αἰγύπτου·
Συ δέ, Αχιώρ, μισθωτέ πράκτορ των Αμμωνιτών, ο οποίος κατά την ημέραν αυτήν ετόλμησες να ομιλήσης ενώπιόν μου τους λόγους αυτούς της αδικίας, δεν θα ίδης πλέον το πρόσωπόν μου από την ημέραν αυτήν, μέχρις ότου εγώ τιμωρήσω το γένος των Ισραηλιτών, που εξήλθεν από την Αίγυπτον.
6 καὶ τότε διελεύσεται ὁ σίδηρος τῆς στρατιᾶς μου καὶ ὁ λαὸς τῶν θεραπόντων μου τὰς πλευράς σου, καὶ πεσῇ ἐν τοῖς τραυματίαις αὐτῶν, ὅταν ἐπιστρέψω.
Και τότε όλα τα σιδερένια όπλα του στρατού μου, λόγχαι και ρομφαίαι, θα διαπεράσουν το σώμα σου και το πλήθος των στρατιωτών μου θα σου σπάση τα πλευρά και θα πέσης νεκρός μεταξύ των νεκρών Ισραηλιτών, όταν εγώ επιστρέψω νικητής.
7 καὶ ἀποκαταστήσουσί σε οἱ δοῦλοί μου εἰς τὴν ὀρεινὴν καὶ θήσουσί σε ἐν μιᾷ τῶν πόλεων τῶν ἀναβάσεων,
Επί του παρόντος όμως οι δούλοι μου θα σε μεταφέρουν στο όρος και θα σε περιορίσουν εις μίαν πόλιν επάνω εις τας διαβάσεις αυτάς.
8 καὶ οὐκ ἀπολῇ ἕως οὗ ἐξολοθρευθῇς μετ᾿ αὐτῶν.
Δεν θα εκτελεσθής, αλλά θα ζήσης, μέχρις ότου εξολοθρευθής μαζή με τους Ισραηλίτας.
9 καὶ εἴπερ ἐλπίζεις τῇ καρδίᾳ σου ὅτι οὐ ληφθήσονται, μὴ συμπεσέτω σου τὸ πρόσωπον· ἐλάλησα, καὶ οὐδὲν διαπεσεῖται τῶν ρημάτων μου.
Και μη παίρνης αυτό το ύφος το θλιμμένον, εάν κατά βάθος συ ελπίζεις ότι εκείνοι δεν θα καταληφθούν από εμέ. Είπα και ελάλησα και κανένα από τα λόγια μου δεν θα πέση στο κενόν”.
10 καὶ προσέταξεν Ὀλοφέρνης τοῖς δούλοις αὐτοῦ, οἳ ἦσαν παρεστηκότες ἐν τῇ σκηνῇ αὐτοῦ, συλλαβεῖν τὸν Ἀχιὼρ καὶ ἀποκαταστῆσαι αὐτὸν εἰς Βαιτυλούα καὶ παραδοῦναι εἰς χεῖρας υἱῶν Ἰσραήλ.
Διέταξεν ο Ολοφέρνης τους δούλους του, οι οποίοι ευρίσκοντο όρθιοι πλησίον εις την σκηνήν του, να συλλάβουν τον Αχιώρ και να οδηγήσουν αυτόν εις Βαιτυλούα, δια να τον παραδώσουν εις τα χέρια των Ισραηλιτών.
11 καὶ συνέλαβον αὐτὸν οἱ δοῦλοι αὐτοῦ καὶ ἤγαγον αὐτὸν ἔξω τῆς παρεμβολῆς εἰς τὸ πεδίον καὶ ἀπῇραν ἐκ μέσου τῆς πεδινῆς εἰς τὴν ὀρεινὴν καὶ παρεγένοντο ἐπὶ τὰς πηγάς, αἳ ἦσαν ὑποκάτω Βαιτυλούα.
Οι δούλοι του Ολοφέρνου συνέλαβαν πράγματι τον Αχιώρ, τον ωδήγησαν έξω από το στρατόπεδον εις την πεδιάδα, από την πεδιάδα τον ανεβίβασαν στο όρος και έφθασαν εις τας πηγάς, αι οποίαι ευρίσκοντο κάτω από την Βαιτυλούα.
12 καὶ ὡς εἶδαν αὐτοὺς οἱ ἄνδρες τῆς πόλεως ἐπὶ τὴν κορυφὴν τοῦ ὄρους, ἀνέλαβον τὰ ὅπλα αὐτῶν καὶ ἀπῆλθον ἔξω τῆς πόλεως ἐπὶ τὴν κορυφὴν τοῦ ὄρους, καὶ πᾶς ἀνὴρ σφενδονήτης διεκράτησαν τὴν ἀνάβασιν αὐτῶν καὶ ἔβαλον ἐν λίθοις ἐπ᾿ αὐτούς.
Οταν οι Ισραηλίται, οι άνδρες της πόλεως που ευρίσκοντο εις την κορυφήν του όρους, τους είδαν, επήραν τα όπλα των, βγήκαν έξω από την πόλιν εις την κορυφήν του όρους και οι σφενδονήται κατέλαβον τας διαβάσεις και έρριπτον λίθους εναντίον εκείνων.
13 καὶ ὑποδύσαντες ὑποκάτω τοῦ ὄρους ἔδησαν τὸν Ἀχιὼρ καὶ ἀφῆκαν ἐρριμμένον ὑπὸ τὴν ρίζαν τοῦ ὄρους καὶ ἀπῴχοντο πρὸς τὸν κύριον αὐτῶν.
Οι δούλοι του Ολοφέρνου, που έφεραν συνοδείαν τον Αχιώρ, εισέδυσαν κάτω από παρυφήν του όρους, δια να προφυλαχθούν, έδεσαν εκεί τον Αχιώρ, τον αφήκαν δεμένον στους πρόποδας του όρους και έφυγαν, δια να επανέλθουν στον κύριόν των.
14 καταβάντες δὲ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐκ τῆς πόλεως αὐτῶν ἐπέστησαν αὐτῷ καὶ λύσαντες αὐτὸν ἀπήγαγον εἰς τὴν Βαιτυλούα καὶ κατέστησαν αὐτὸν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας τῆς πόλεως αὐτῶν,
Οι Ισραηλίται κατέβησαν από την πόλιν των κάτω, συνήντησαν αυτόν, τον έλυσαν και τον ωδήγησαν εις την Βαιτυλούα, όπου και τον παρουσίασαν στους άρχοντας της πόλεως.
15 οἳ ἦσαν ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, Ὀζίας ὁ τοῦ Μιχὰ ἐκ τῆς φυλῆς Συμεὼν καὶ Ἀβρὶς ὁ τοῦ Γοθονιὴλ καὶ Χαρμὶς υἱὸς Μελχιήλ.
Αρχοντες δε της πόλεως κατ' εκείνας τας ημέρας ήσαν ο Οζίας, υιός του Μιχά από την φυλήν Συμεών, και ο Αβρίς υιός του Γοθονιήλ και ο Χαρμίς υιός του Μελχιήλ.
16 καὶ συνεκάλεσαν πάντας τοὺς πρεσβυτέρους τῆς πόλεως, καὶ συνέδραμον πᾶς νεανίσκος αὐτῶν καὶ αἱ γυναῖκες εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καὶ ἔστησαν τὸν Ἀχιὼρ ἐν μέσῳ παντὸς τοῦ λαοῦ αὐτῶν, καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν Ὀζίας τὸ συμβεβηκός.
Οι αρχηγοί αυτοί συνεκάλεσαν τους πρεσβυτέρους της πόλεως εις σύσκεψιν, όπου όμως προσήλθον και οι νέοι Ισραηλίται και αυταί ακόμη αι γυναίκες. Εβαλαν τον Αχιώρ στο μέσον όλου του λαού των και ο Οζίας τον ηρώτησε δια το συμβεβηκός αυτό.
17 καὶ ἀποκριθεὶς ἀπήγγειλεν αὐτοῖς τὰ ρήματα τῆς συνεδρίας Ὀλοφέρνου καὶ πάντα τὰ ρήματα, ὅσα ἐλάλησεν ἐν μέσῳ τῶν ἀρχόντων υἱῶν Ἀσσούρ, καὶ ὅσα ἐμεγαλορρημόνησεν Ὀλοφέρνης εἰς τὸν οἶκον Ἰσραήλ.
Ο Αχιώρ απεκρίθη και είπεν εις αυτούς, όσα είχαν λεχθή κατά την συνεδρίασιν του Ολοφέρνου και όλους τους λόγους, τους οποίους αυτός είχεν είπει ενώπιον των Ασσυρίων αρχηγών, όπως επίσης και τους αλαζονικούς λόγους του Ολοφέρνου εναντίον των Ισραηλιτών.
18 καὶ πεσόντες ὁ λαὸς προσεκύνησαν τῷ Θεῷ καὶ ἐβόησαν λέγοντες·
Οι Ισραηλίται έπεσαν με το πρόσωπον κατά γης, προσεκύνησαν τον Θεόν και είπαν·
19 Κύριε ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ, κάτιδε ἐπὶ τὰς ὑπερηφανίας αὐτῶν καὶ ἐλέησον τὴν ταπείνωσιν τοῦ γένους ἡμῶν καὶ ἐπίβλεψον ἐπὶ τὸ πρόσωπον τῶν ἡγιασμένων σοι ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ.
“Κυριε, συ ο Θεός του ουοανού, ιδέ καλά τας αλαζονείας αυτών των ανθρώπων και ελέησε το ταπεινωμένον και απειλούμενον από αυτούς γένος μας· ρίψε ένα βλέμμα σπλαγχνικόν κατά την ημέραν αυτήν στους ηγιασμένους σου”.
20 καὶ παρεκάλεσαν τὸν Ἀχιὼρ καὶ ἐπῃ£νεσαν αὐτὸν σφόδρα.
Επειτα από αυτά επαρηγόρησαν τον Αχιώρ και τον επήνεσαν πολύ.
21 καὶ παρέλαβεν αὐτὸν Ὀζίας ἐκ τῆς ἐκκλησίας εἰς οἶκον αὐτοῦ καὶ ἐποίησε πότον τοῖς πρεσβυτέροις, καὶ ἐπεκαλέσαντο τὸν Θεὸν Ἰσραὴλ εἰς βοήθειαν ὅλην τὴν νύκτα ἐκείνην.
Ο Οζίας τον παρέλαβον από την συγκέντρωσιν εκείνην, τον έφερεν στον οίκον του και παρέθεσε τράπεζαν εις αυτόν και τους πρεσβυτέρους. Ολην δε εκείνην την νύκτα παρακαλούσαν τον Θεόν του Ισραήλ να έλθη εις βοήθειάν των.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα