ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἀνηγγέλη Ὀλοφέρνῃ ἀρχιστρατήγῳ δυνάμεως Ἀσσοὺρ διότι οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ παρεσκευάσαντο εἰς πόλεμον καὶ τὰς διόδους τῆς ὀρεινῆς συνέκλεισαν καὶ ἐτείχισαν πᾶσαν κορυφὴν ὄρους ὑψηλοῦ καὶ ἔθηκαν ἐν τοῖς πεδίοις σκάνδαλα.
Ανήγγειλαν στον Ολοφέρνην, τον αρχιστράτηγον του στρατού των Ασσυρίων, ότι οι Ισραηλίται είχαν παρασκευασθή εις πόλεμον, είχαν αποκλείσει τας διαβάσεις των ορέων και οχυρώσει κάθε κορυφήν υψηλού όρους και ότι ακόμη είχαν τοποθετήσει παγίδας εις τας πεδιάδας.
2 καὶ ὠργίσθη θυμῷ σφόδρα καὶ ἐκάλεσε πάντας τοὺς ἄρχοντας Μωὰβ καὶ τοὺς στρατηγοὺς Ἀμμὼν καὶ πάντας σατράπας τῆς παραλίας
Ο Ολοφέρνης ωργίσθη με μεγάλον θυμόν και εκάλεσεν όλους τους αρχηγούς των Μωαβιτών, τους στρατηγούς των Αμμωνιτών και όλους τους διοικητάς των παραλίων περιοχών,
3 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἀναγγείλατε δή μοι, υἱοὶ Χαναάν, τίς ὁ λαὸς οὗτος ὁ καθήμενος ἐν τῇ ὀρεινῇ, καὶ τίνες ἃς κατοικοῦσι πόλεις, καὶ τὸ πλῆθος τῆς δυνάμεως αὐτῶν, καὶ ἐν τίνι τὸ κράτος αὐτῶν, καὶ ἡ ἰσχὺς αὐτῶν, καὶ τίς ἀνέστηκεν ἐπ᾿ αὐτῶν βασιλεὺς ἡγούμενος στρατιᾶς αὐτῶν,
και τους ηρώτησε· “πληροφορήσατέ με, λοιπόν, σεις οι Χαναναίοι, ποίος είναι αυτός ο λαός, ο οποίος έχει εγκατασταθή εις την ορεινήν περιοχήν, ποίαι είναι αι πόλεις εις τας οποίας αυτοί κατοικούν, ποίος είναι ο αριθμός της στρατιωτικής των δυνάμεως και που στηρίζεται η δύναμίς των και ισχύς των; Ποίος είναι ο βασιλεύς των, ο αρχηγός του στρατού των;
4 καὶ διατὶ κατενωτίσαντο τοῦ μὴ ἐλθεῖν εἰς ἀπάντησίν μοι παρὰ πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν δυσμαῖς;
Και διατί αυτοί μονοί από όλους τους άλλους, τους κατοικούντας τας δυτικάς αυτάς χώρας, δεν υπήκουσαν να εξέλθουν εις υποδοχήν μου;”
5 καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Ἀχιὼρ ὁ ἡγούμενος πάντων υἱῶν Ἀμμών· ἀκουσάτω δὴ ὁ κύριός μου λόγον ἐκ στόματος τοῦ δούλου σου, καὶ ἀναγγελῶ σοι τὴν ἀλήθειαν περὶ τοῦ λαοῦ, ὃς κατοικεῖ τὴν ὀρεινὴν ταύτην, πλησίον σου οἰκοῦντος, καὶ οὐκ ἐξελεύσεται ψεῦδος ἐκ τοῦ στόματος τοῦ δούλου σου.
Ο Αχιώρ, ο αρχιστράτηγος όλων των Αμμωνιτών είπε προς τον Ολοφέρνην· “άκουσε, κύριέ μου, λόγια, τα οποία θα εξέλθουν από το στόμα εμού του δούλου σου. Θα σου είπω όλην την αλήθειαν δια τον λαόν αυτόν, ο οποίος κατοικεί την ορεινήν αυτήν περιοχήν εδώ κοντά σου. Ψέμμα δεν θα βγη από το στόμα του δούλου σου.
6 ὁ λαὸς οὗτός εἰσιν ἀπόγονοι Χαλδαίων,
Ο λαός αυτός είναι απόγονοι των Χσλδαίων.
7 καὶ παρῴκησαν τὸ πρότερον ἐν τῇ Μεσοποταμίᾳ, ὅτι οὐκ ἐβουλήθησαν ἀκολουθῆσαι τοῖς θεοῖς τῶν πατέρων αὐτῶν, οἳ ἐγένοντο ἐν γῇ Χαλδαίων·
Προηγουμένως είχαν κατοικήσει εις την Μεσοποταμίαν. Επειδή όμως δεν ηθέλησαν να λατρεύσουν τους θεούς των πατέρων των, που κατοικούσαν εις την γην των Χαλδαίων,
8 καὶ ἐξέβησαν ἐξ ὁδοῦ τῶν γονέων αὐτῶν καὶ προσεκύνησαν τῷ Θεῷ τοῦ οὐρανοῦ, Θεῷ ᾧ ἐπέγνωσαν, καὶ ἐξέβαλον αὐτοὺς ἀπὸ προσώπου τῶν θεῶν αὐτῶν, καὶ ἔφυγον εἰς Μεσοποταμίαν καὶ παρῴκησαν ἐκεῖ ἡμέρας πολλάς.
απεμακρύνθησαν από την θρησκευτικήν παράδοσιν και την οδόν των γονέων των και προσεκύνησαν τον Θεόν του ουρανού, Θεόν, τον οποίον αυτοί είχαν γνωρίσει. Δια τούτο οι πατέρες των τους απεμάκρυναν από την περιοχήν, όπου ελατρεύοντο οι θεοί των. Αυτοί δε κατέφυγαν εις την Μεσοποταμίαν και εγκατεστάθησαν εκεί επί πολύν χρόνον.
9 καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς αὐτῶν ἐξελθεῖν ἐκ τῆς παροικίας αὐτῶν καὶ πορευθῆναι εἰς γῆν Χαναάν, καὶ κατῴκησαν ἐκεῖ καὶ ἐπληθύνθησαν χρυσίῳ καὶ ἀργυρίῳ καὶ ἐν κτήνεσι πολλοῖς σφόδρα.
Ο Θεός των τους διέταξε να απομακρυνθούν και από την χώραν των αυτήν, όπου κατοικούσαν, και να μεταβούν εις την γην Χαναάν. Ηλθον λοιπόν και κατώκησαν εις την χώραν αυτήν, απέκτησαν χρυσίον, αργύριον και πάρα πολλά κτήνη.
10 καὶ κατέβησαν εἰς Αἴγυπτον, ἐκάλυψε γὰρ τὸ πρόσωπον τῆς γῆς Χαναὰν λιμός, καὶ παρῴκησαν ἐκεῖ μέχρις οὗ διετράφησαν· καὶ ἐγένοντο ἐκεῖ εἰς πλῆθος πολύ, καὶ οὐκ ἦν ἀριθμὸς τοῦ γένους αὐτῶν.
Κατόπιν κατέβησαν εις την Αίγυπτον, διότι είχεν ενσκήψει πείνα εις την χώραν της Χαναάν. Εις την Αίγυπτον εγκατεστάθησαν, παρέμεναν και διετρέφοντο. Εκεί το γένος των επολλαπλασιάσθη πολύ εις πλήθος αναρίθμητον.
11 καὶ ἐπανέστη αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς Αἰγύπτου καὶ κατεσοφίσαντο αὐτοὺς ἐν πόνῳ καὶ ἐν πλίνθῳ, καὶ ἐταπείνωσαν αὐτοὺς καὶ ἔθεντο αὐτοὺς εἰς δούλους·
Εναντίον αυτών αντετάχθη ο βασιλεύς της Αιγύπτου, ο οποίος με δολίους τρόπους κατεπίεζεν αυτούς, με καταθλιπτικάς εργασίας εις την κατασκευήν των πλίνθων κατέθλιβεν αυτούς, θέλων να τους εξουθενώση. Και πράγματι τους εξουθένωσε και τους έκαμε δούλους του.
12 καὶ ἀνεβόησαν πρὸς τὸν Θεὸν αὐτῶν, καὶ ἐπάταξε πᾶσαν τὴν γῆν Αἰγύπτου πληγαῖς, ἐν αἷς οὐκ ἦν ἴασις· καὶ ἐξέβαλον αὐτοὺς οἱ Αἰγύπτιοι ἀπὸ προσώπου αὐτῶν.
Εκείνοι όμως παρεκάλεσαν με όλην των την δύναμιν τον Θεόν των, ο οποίος και εκτύπησεν όλην την χώραν της Αιγύπτου με πληγάς και συμφοράς, εις τας οποίας δεν υπήρχε καμμία θεραπεία. Οι Αιγύπτιοι τρομοκρατημένοι από τας συμφοράς αυτάς αναγκάσθησαν να τους εκδιώξουν από την χώραν των.
13 καὶ κατεξήρανεν ὁ Θεὸς τὴν ἐρυθρὰν θάλασσαν ἔμπροσθεν αὐτῶν
Ο Θεός εξήρανε την Ερυθράν Θαλασσαν εμπρός από αυτούς,
14 καὶ ἤγαγεν αὐτοὺς εἰς ὁδὸν τοῦ Σινὰ καὶ Κάδης Βαρνή· καὶ ἐξέβαλον πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν τῇ ἐρήμῳ
τους ωδήγησε προς τον δρόμον του Σινά και από εκεί προς την Καδης Βαρνή. Οι Ισραηλίται εξεδίωξαν τότε όλους αυτούς, που κατοικούσαν την έρημον.
15 καὶ ᾤκησαν ἐν γῇ Ἀμορραίων καὶ πάντας τοὺς Ἐσεβωνίτας ἐξωλόθρευσαν ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτῶν. καὶ διαβάντες τὸν Ἰορδάνην ἐκληρονόμησαν πᾶσαν τὴν ὀρεινὴν
Ηλθαν κατόπιν και εγκατεστάθησαν εις την χώραν των Αμορραίων, εξωλόθρευσαν με τας ιδικάς των δυνάμστους κατοίκους της πόλεως Εσεβών, διέβησαν τον Ιορδάνην ποταμόν, εκυρίευσαν και επήραν ως κληρονομίαν των όλην την ορεινήν αυτήν περιοχήν.
16 καὶ ἐξέβαλον ἐκ προσώπου αὐτῶν τὸν Χαναναῖον καὶ τὸν Φερεζαῖον καὶ τὸν Ἰεβουσαῖον καὶ τὸν Συχὲμ καὶ πάντας τοὺς Γεργεσαίους καὶ κατῴκησαν ἐν αὐτῇ ἡμέρας πολλάς.
Εξεδίωξαν από εμπρός των τους Χαναναίους, τους Φερεζαίους, τους Ιεβουσαίους, τους κατοίκους της Συχέμ, τους Γεργεσαίους και κατώκησαν εις την χώραν αυτήν επί πολύν χρόνον.
17 καὶ ἕως οὐχ ἥμαρτον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ αὐτῶν, ἦν τὰ ἀγαθὰ μετ᾿ αὐτῶν, ὅτι Θεὸς μισῶν ἀδικίαν μετ᾿ αὐτῶν ἐστιν.
Και εφ' όσον μεν χρόνον δεν ημάρτανον ενώπιον του Θεού των, όλα τα αγαθά της γης ήσαν ιδικά των, διότι ο Θεός των, που μισεί την αδικίαν, ήτο μαζή των.
18 ὅτε δὲ ἀπέστησαν ἀπὸ τῆς ὁδοῦ, ἧς διέθετο αὐτοῖς, ἐξωλοθρεύθησαν ἐν πολλοῖς πολέμοις ἐπὶ πολὺ σφόδρα καὶ ᾐχμαλωτεύθησαν εἰς γῆν οὐκ ἰδίαν, καὶ ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ αὐτῶν ἐγενήθη εἰς ἔδαφος, καὶ οἱ πόλεις αὐτῶν ἐκρατήθησαν ὑπὸ τῶν ὑπεναντίων.
Οταν όμως απεμακρύνθησαν από τον δρόμον, τον οποίον ο ίδιος ο Θεός τους είχε δείξει, εξωλοθρεύθησαν δια πολλών σκληρών και μακροχρονίων πολέμων, ηχμαλωτίσθησαν και μετεφέρθησαν εις ξένην χώραν, ο δε ναός των κατεστράφη, ισοπεδώθη και αι πόλεις των εκυριεύθησαν από τους εχθρούς των.
19 καὶ νῦν ἐπιστρέψαντες ἐπὶ τὸν Θεὸν αὐτῶν ἀνέβησαν ἐκ τῆς διασπορᾶς, οὗ διεσπάρησαν ἐκεῖ, καὶ κατέσχον τὴν Ἱερουσαλήμ, οὗ τὸ ἁγίασμα αὐτῶν, καὶ κατῳκίσθησαν ἐν τῇ ὀρεινῇ, ὅτι ἦν ἔρημος.
Τωρα όμως που επέστρεψαν εν μετανοία προς τον Θεόν των, επανήλθαν από την διασποράν της αιχμαλωσίας των, όπου είχαν διασκορπισθή εκεί, και κατέλαβον την Ιερουσαλήμ, όπου ευρίσκεται ο άγιος αυτών ναός, και εγκατεστάθησαν εις την ορεινήν περιοχήν, διότι αυτή ήτο έρημος και ακατοίκητος.
20 καὶ νῦν, δέσποτα κύριε, εἰ μέν ἐστιν ἀγνόημα ἐν τῷ λαῷ τούτῳ καὶ ἁμαρτάνουσιν εἰς τὸν Θεὸν αὐτῶν καὶ ἐπισκεψόμεθα ὅτι ἐστὶν ἐν αὐτοῖς σκάνδαλον τοῦτο, καὶ ἀναβησόμεθα καὶ ἐκπολεμήσομεν αὐτούς.
Και τώρα, Δέσποτα κύριε, ας φροντίσωμεν να μάθωμεν, μήπως στον λαόν αυτόν υπάρχει παράβασις του θείου θελήματος και έτσι αυτοί είναι ένοχοι ενώπιον του Θεού των. Αν ναι, θα εκστρατεύσωμεν εναντίον αυτών, θα πορευθώμεν και θα καταπολεμήσωμεν αυτούς, διότι η αμαρτία των θα είναι βεβαία αιτία της καταστροφής των.
21 εἰ δὲ οὐκ ἔστιν ἀνομία ἐν τῷ ἔθνει αὐτῶν, παρελθέτω δὴ ὁ κύριός μου, μήποτε ὑπερασπίσῃ ὁ Κύριος αὐτῶν καὶ ὁ Θεὸς αὐτῶν ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ ἐσόμεθα εἰς ὀνειδισμὸν ἐναντίον πάσης τῆς γῆς.
Εάν όμως ο λαός αυτός δεν διέπραξεν αμάρτημά τι ενώπιον του Θεού, ο κύριός μου ας απομακρυνθή από αυτούς, μήπως Κυριος ο Θεός των τους υπερασπίση εναντίον μας, ημείς δε νικηθώμεν και γίνωμεν εμπαιγμός και εξευτελισμός στους λαούς της γης”.
22 καὶ ἐγένετο ὡς ἐπαύσατο Ἀχιὼρ λαλῶν τοὺς λόγους τούτους, καὶ ἐγόγγυσε πᾶς ὁ λαὸς ὁ κυκλῶν τὴν σκηνὴν καὶ περιεστώς, καὶ εἶπαν οἱ μεγιστᾶνες Ὀλοφέρνου καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν παραλίαν καὶ τὴν Μωὰβ συγκόψαι αὐτόν·
Οταν ο Αχιώρ έπαυσε να ομιλή, όλος ο λαός, ο οποίος ευρίσκετο γύρω από την σκηνήν του Ολοφέρνου και είχεν ακούσει τα λεχθέντα, εγόγγυσαν εναντίον του Αχιώρ. Οι αξιωματούχοι του Ολοφέρνου και όλοι οι κάτοικοι των παραλίων μερών και οι Μωαβίται εζήτησαν να φονεύσουν τον Αχιώρ. Είπαν δε προς τον Ολοφέρνην·
23 οὐ γὰρ φοβηθησόμεθα ἀπὸ υἱῶν Ἰσραήλ· ἰδοὺ γὰρ λαός, ἐν ᾧ οὐκ ἔστι δύναμις οὐδὲ κράτος εἰς παράταξιν ἰσχυράν·
“δεν φοβούμεθα τους Ισραηλίτας. Αυτός ειναι ένας λαός, που δεν έχει στρατιωτικήν δύναμιν και επομένως δεν είναι εις θέσιν να αντιπαραταχθή με ισχύν εναντίον μας.
24 διὸ δὴ ἀναβησόμεθα, καὶ ἔσονται εἰς κατάβρωμα πάσης τῆς στρατιᾶς σου, δέσποτα Ὀλοφέρνη.
Δια τούτο, δέσποτα Ολοφέρνη, θα εκστρατεύσωμεν εναντίον αυτών και όλοι αυτοί θα κατανικηθούν και θα γίνουν διαρπαγή στον στρατόν σου”.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα