ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ εἶπε πρὸς αὐτοὺς Ἰουδίθ· ἀκούσατε δή μου, ἀδελφοί, καὶ λαβόντες τὴν κεφαλὴν ταύτην κρεμάσατε αὐτὴν ἐπὶ τῆς ἐπάλξεως τοῦ τείχους ὑμῶν.
Η Ιουδίθ απήντησε προς αυτούς· “ακούσατέ μου λοιπόν τώρα, αδελφοί μου πάρετε αυτήν την κεφαλήν και κρεμάσατέ την εις τας επάλξεις του τείχους σας.
2 καὶ ἔσται ἡνίκα ἂν διαφαύσῃ ὁ ὄρθρος καὶ ἐξέλθῃ ὁ ἥλιος ἐπὶ τὴν γῆν, ἀναλήψεσθε ἕκαστος τὰ σκεύη τὰ πολεμικὰ ὑμῶν καὶ ἐξελεύσεσθε πᾶς ἀνὴρ ἰσχύων ἔξω τῆς πόλεως καὶ δώσετε ἀρχηγὸν εἰς αὐτοὺς ὡς καταβαίνοντες ἐπὶ τὸ πεδίον εἰς τὴν προφυλακὴν υἱῶν Ἀσσούρ, καὶ οὐ καταβήσεσθε.
Οταν δε αρχίση να γλυκοχαράζη ο όρθρος και αφού ανατείλη ο ήλιος εις την γην, θα πάρη ο καθένας τα πολεμικά του όπλα και θα εξορμήσετε. Καθε άνδρας πολεμιστής θα εξέλθη από την πόλιν. Θα δώσετε δε εις όλους αυτούς ένα αρχηγόν. Οταν κατεβαίνετε εις την πεδιάδα και φθάσετε εις τας προφυλακάς των Ασσυρίων, δεν θα προχωρήσετε περισσότεροι.
3 καὶ ἀναλαβόντες οὗτοι τὰς πανοπλίας αὐτῶν πορεύσονται εἰς τὴν παρεμβολὴν αὐτῶν καὶ ἐγεροῦσι τοὺς στρατηγοὺς τῆς δυνάμεως Ἀσσούρ· καὶ συνδραμοῦνται ἐπὶ τὴν σκηνὴν Ὀλοφέρνου καὶ οὐχ εὑρήσουσιν αὐτόν, καὶ ἐπιπεσεῖται ἐπ᾿ αὐτουὒς φόβος, καὶ φεύξονται ἀπὸ προσώπου ὑμῶν.
Οι φύλακες των προφυλακών θα πάρουν τας πανοπλίας των και θα πορευθούν στο στρατόπεδόν των, θα εξυπνήσουν τους κοιμωμένους στρατηγούς του στρατού των Ασσυρίων. Αυτοί δε κατόπιν θα τρέξουν όλοι εις την σκηνήν του Ολοφέρνου, αλλά δεν θα τον εύρουν. Θα πέση εις αυτούς φόβος και θα τραπούν εις φυγήν από έμπροσθέν σας.
4 καὶ ἐπακολουθήσαντες ὑμεῖς καὶ πάντες οἱ κατοικοῦντες πᾶν ὅριον Ἰσραήλ, καταστρώσατε αὐτοὺς ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν.
Σεις και όλοι οι κάτοικοι ολοκλήρου της χώρας του Ισραήλ θα τους καταδιώξετε και θα τους στρώσετε νεκρούς στον δρόμον των.
5 πρὸ δὲ τοῦ ποιῆσαι ταῦτα, καλέσατέ μοι Ἀχιὼρ τὸν Ἀμανίτην, ἵνα ἰδὼν ἐπιγνῷ τὸν ἐκφαυλίσαντα τὸν οἶκον τοῦ Ἰσραὴλ καὶ αὐτὸν ὡς εἰς θάνατον ἀποστείλαντα εἰς ἡμᾶς.
Πριν όμως αναλάβετε αυτήν την επιχείρησιν, καλέσατε εδώ τον Αχιώρ τον Αμανίτην, δια να ίδη ο ίδιος και αναγνωρίση την κεφαλήν εκείνου, ο οποίος κατεφρόνησε τυν ισραηλιτικόν λαόν, κατεφρόνησε δε και αυτόν τον ίδιον, τον οποίον έστειλε προς ημάς, ως προς βέβαιον θάνατον”.
6 καὶ ἐκάλεσαν τὸν Ἀχιὼρ ἐκ τοῦ οἴκου Ὀζία· ὡς δὲ ἦλθε καὶ εἶδε τὴν κεφαλὴν Ὀλοφέρνου ἐν χειρὶ ἀνδρὸς ἑνὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ λαοῦ, ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον, καὶ ἐξελύθη τὸ πνεῦμα αὐτοῦ.
Εκάλεσαν πράγματι, τον Αχιώρ από την οικίαν του Οζία. Οταν αυτός ήλθε και είδε την κεφαλήν του Ολοφέρνου εις τα χέρια ενός ανδρός από το συγκεντρωθέν πλήθος, κατελήφθη από ισχυροτάτην συγκίνησιν, έπεσε κάτω με το πρόσωπον κατά γης και ελιποθύμησε.
7 ὡς δὲ ἀνέλαβον αὐτόν, προσέπεσε τοῖς ποσὶν Ἰουδὶθ καὶ προσεκύνησε τῷ προσώπῳ αὐτῆς καὶ εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν παντὶ σκηνώματι Ἰούδα καὶ ἐν παντὶ ἔθνει, οἵτινες ἀκούσαντες τὸ ὄνομά σου ταραχθήσονται·
Οταν δε τον επανέφεραν εις τας αισθήσστου, έπεσεν εις τα πόδια της Ιουδίθ, προσεκύνησεν ενώπιόν της και είπε· “ευλογημένη συ θα είσαι εις όλην την περιοχήν της φυλής Ιούδα και εις κάθε έθνος. Ούτοι θα ακούουν το όνομά σου και θα καταλαμβάνωνται από ταραχήν.
8 καὶ νῦν ἀνάγγειλόν μοι ὅσα ἐποίσας ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις. καὶ ἀπήγγειλεν αὐτῷ Ἰουδὶθ ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ πάντα, ὅσα ἦν πεποιηκυῖα, ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας ἐξῆλθεν ἕως οὗ ἐλάλει αὐτοῖς.
Και τώρα, σε παρακαλώ, πές μας όσα έκαμες κατά τας ημέρας αυτάς”. Η Ιουδίθ ανήγγειλεν εις αυτόν εν μέσω του λαού όλα όσα είχε πράξει, από την ημέραν κατά την οποίαν εξήλθεν από την πόλιν μέχρι της ώρας που ωμιλούσε προς αυτούς.
9 ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλοῦσα, ἠλάλαξεν ὁ λαὸς φωνῇ μεγάλῃ καὶ ἔδωκε φωνὴν εὐφρόσυνον ἐν τῇ πόλει αὐτῶν.
Οταν δε έπαυσεν αυτή να ομιλή, όλον το παριστάμενον πλήθος εξερράγη εις αλαλαγμούς και φωνάς μεγάλας, αι δε φωναί αυταί ήσαν φωναί χαράς και αγαλλιάσεως εις όλην την πόλιν των.
10 ἰδὼν δὲ Ἀχιὼρ πάντα, ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, ἐπίστευσε τῷ Θεῷ σφόδρα καὶ περιετέμετο τὴν σάρκα τῆς ἀκροβυστίας αὐτοῦ καὶ προσετέθη πρὸς τὸν οἶκον Ἰσραὴλ ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
Ο δε Αχιώρ, όταν είδε και άκουσεν όλα όσα έκαμεν ο Θεός του Ισραήλ, επίστευσεν ακόμη περισσότερον στον Θεόν, περιέταμε την σαρκίνην αυτού ακροβυστίαν και συγκατεριθμήθη στον ισραηλιτικόν λαόν μέχρι της ημέρας αυτής.
11 Ἡνίκα δὲ ὁ ὄρθρος ἀνέβη, καὶ ἐκρέμασαν τὴν κεφαλὴν Ὀλοφέρνου ἐκ τοῦ τείχους, καὶ ἀνέλαβε πᾶς ἀνὴρ Ἰσραὴλ τὰ ὅπλα αὐτοῦ καὶ ἐξήλθοσαν κατὰ σπείρας ἐπὶ τὰς ἀναβάσεις τοῦ ὄρους.
Οταν δε εφώτισεν ο όρθρος, εκρέμασαν την κεφαλήν του Ολοφέρνου από το τείχος της πόλεως. Καθε δε Ισραηλίτης επήρε τα όπλα του και εξήλθαν από την πόλιν συντεταγμένοι κατά τμήματα στρατού και εβάδιζαν εις τας στενωπούς διαβάσστου όρους.
12 οἱ δὲ υἱοὶ Ἀσσοὺρ ὡς εἶδον αὐτούς, διέπεμψαν ἐπὶ τοὺς ἡγουμένους αὐτῶν· οἱ δὲ ἦλθον ἐπὶ στρατηγοὺς καὶ χιλιάρχους καὶ ἐπὶ πάντα ἄρχοντα αὐτῶν.
Αι προφυλακαί των Ασσυρίων στρατιωτών, όταν τους είδαν, έστειλαν αμέσως άνδρας αγγελιαφόρους στους αρχηγούς των. Εκείνοι μετέβησαν στους στρατηγούς και στους χιλιάρχους και εις όλους τους άλλους άρχοντας.
13 καὶ παρεγένοντο ἐπὶ τὴν σκηνὴν Ὀλοφέρνου καὶ εἶπαν τῷ ὄντι ἐπὶ πάντων τῶν αὐτοῦ· ἔγειρον δὴ τὸν κύριον ἡμῶν, ὅτι ἐτόλμησαν οἱ δοῦλοι καταβαίνειν ἐφ᾿ ἡμᾶς εἰς πόλεμον, ἵνα ἐξολοθρευθῶσιν εἰς τέλος.
Ολοι αυτοί οι αξιωματούχοι ήλθαν εις την σκηνήν του Ολοφέρνου και είπαν στον επιτελάρχην του· “ξύπνησε, λοιπόν, τώρα τον κύριόν μας, διότι αυτοί οι δούλοι οι Ισραηλίται ετόλμησαν να κατέλθουν εναντίον μας εις πόλεμον. Ηλθεν ο καιρός να εξολοθρευθούν εξ ολοκλήρου”.
14 καὶ εἰσῆλθε Βαγώας καὶ ἔκρουσε τὴν αὐλαίαν τῆς σκηνῆς· ὑπενοεῖτο γὰρ καθεύδειν αὐτὸν μετὰ Ἰουδίθ·
Εισήλθε λοιπόν ο Βαγώας και έκρουσε το παραπέτασμα της σκηνής, διότι ενόμιζεν ότι ο Ολοφέρνης κοιμάται ακόμη με την Ιουδίθ.
15 ὡς δὲ οὐδεὶς ἐπήκουσε, διαστείλας εἰσῆλθεν εἰς τὸν κοιτῶνα καὶ εὗρεν αὐτὸν ἐπὶ τῆς χελωνίδος ἐρριμμένον νεκρόν, καὶ ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἀφῃ£ρετο ἀπ᾿ αὐτοῦ.
Επειδή όμως κανείς δεν απήντησεν εις την κρούσιν του, ανέσυρε το παραπέτασμα της σκηνής, εισήλθεν στον κοιτώνα και ευρήκεν αυτόν νεκρόν ριγμένον εις τα πόδια της κλίνης του. Η κεφαλή του είχε κοπή και αφαιρεθή από αυτόν.
16 καὶ ἐβόησε φωνῇ μεγάλῃ μετὰ κλαυθμοῦ καὶ στεναγμοῦ καὶ βοῆς ἰσχυρᾶς καὶ διέρρηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ.
Τοτε ο Βαγώας εφώναξε με μεγάλην φωνήν και με κλαυθμόν πολύν και στεναγμόν και ισχυράν βοήν και διέρρηξε τα ιμάτια του.
17 καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν σκηνήν, οὗ ἦν Ἰουδὶθ καταλύουσα, καὶ οὐχ εὗρεν αὐτήν· καὶ ἐξεπήδησεν εἰς τὸν λαὸν κράζων·
Εισήλθε δε κατόπιν εις την σκηνήν, όπου κατέλυεν η Ιουδίθ, αλλά δεν την ευρήκεν. Ετρεξεν έπειτα στον λαόν των Ασσυρίων κράζων·
18 ἠθέτησαν οἱ δοῦλοι, ἐποίησεν αἰσχύνην μία γυνὴ τῶν Ἑβραίων εἰς τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως Ναβουχοδονόσορ· ὅτι ἰδοὺ Ὀλοφέρνης χαμαί, καὶ ἡ κεφαλὴ οὐκ ἔστιν ἐπ᾿ αὐτῷ.
“οι δούλοι οι Ισραλίται μας εξηπάτησαν· μία γυνή των Εβραίων κατεντρόπιασε τον οίκον του βασιλέως Ναδουχοδονόσορ. Διότι ιδού, ο Ολοφέρνης κείται κατά γης νεκρός και η κεφαλή του δεν υπάρχει πλέον στο σώμα του”.
19 ὡς δὲ ἤκουσαν ταῦτα τὰ ρήματα οἱ ἄρχοντες τῆς δυνάμεως Ἀσσούρ, τοὺς χιτῶνας αὐτῶν διέρρηξαν, καὶ ἐταράχθη ἡ ψυχὴ αὐτῶν σφόδρα, καὶ ἐγένετο αὐτῶν κραυγὴ καὶ βοὴ μεγάλη σφόδρα ἐν μέσῳ τῆς παρεμβολῆς.
Οταν οι αρχηγοί του στρατού των Ασσυρίων ήκουσαν όλα αυτά, διέρρηξαν τα ιμάτιά των η δε ψυχή των κατεταράχθη πάρα πολύ. Μεγάλη δε βοή και κραυγή καταθλίψεως αλλά και φόβου έγινεν εις όλον το στρατόπεδόν των.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα