ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐκέλευσεν εἰσαγαγεῖν αὐτὴν οὗ ἐτίθετο τὰ ἀργυρώματα αὐτοῦ καὶ συνέταξε καταστρῶσαι αὐτῇ ἀπὸ τῶν ὀψοποιημάτων αὐτοῦ καὶ τοῦ οἴνου αὐτοῦ πίνειν.
Κατόπιν ο Ολοφέρνης διέταξε να οδηγήσουν αυτήν εκεί, όπου ήσαν αποτεθειμένα και φυλαγμένα τα αργυρά κοσμήματα και σκεύη. Διέταξε δε να στρώσουν κατά γης δι' αυτήν στρώματα παραγεμισμένα και να τρώγη από τα εκλεκτά φαγητά τα ιδικά του και να πίνη από τον ιδικόν του οίνον.
2 καὶ εἶπεν Ἰουδίθ· οὐ φάγομαι ἐξ αὐτῶν, ἵνα μὴ γένηται σκάνδαλον, ἀλλ᾿ ἐκ τῶν ἠκολουθηκότων μοι χορηγηθήσεται.
Η Ιουδίθ όμως απήντησε· “Δεν θα φάγω από αυτά, δια να μην παραβώ το θέλημα του Κυρίου, αλλά θα φάγω από τα φαγητά εκείνα, τα οποία εγώ εφρόντισα να φέρω μαζή μου”.
3 καὶ εἶπε πρὸς αὐτὴν Ὀλοφέρνης· ἐὰν δὲ ἐκλίπῃ τὰ ὄντα μετὰ σοῦ, πόθεν ἐξοίσομέν σοι δοῦναι ὅμοια αὐτοῖς; οὐ γάρ ἐστι μεθ᾿ ἡμῶν ἐκ τοῦ ἔθνους σου.
Ηρώτησε δε αυτήν ο Ολοφέρνης, “εάν όμως εξαντληθούν τα φαγητά που έφερες μαζή σου, από που θα ημπορέσωμεν να προμηθευθώμεν και να σου φέρωμεν όμοια με αυτά; Διότι μεταξύ ημών δεν υπάρχει κανείς από το ιδικόν σου έθνος”.
4 καὶ εἶπεν Ἰουδὶθ πρὸς αὐτόν· ζῇ ἡ ψυχή σου, κύριέ μου, ὅτι οὐ δαπανήσει ἡ δούλη σου τὰ ὄντα μετ᾿ ἐμοῦ, ἕως ἂν ποιήσῃ Κύριος ἐν χειρί μου ἃ ἐβουλεύσατο.
Η Ιουδίθ του απήντησεν· “Ορκίζομαι εις την ζωήν σου, κύριε, ότι εγώ η δούλη σου δεν θα προφθάση να εξαντλήση εκείνα τα οποία έφερα μαζή μου, έως ότου ο Κυριος δια της χειρός μου πραγματοποιήση εκείνα τα οποία απεφάσισε”.
5 καὶ ἠγάγοσαν αὐτὴν οἱ θεράποντες Ὀλοφέρνου εἰς τὴν σκηνήν, καὶ ὕπνωσε μέχρι μεσούσης τῆς νυκτός· καὶ ἀνέστη πρὸς τὴν ἑωθινὴν φυλακήν,
Οι δούλοι του Ολοφέρνου την ωδήγησαν εις την σκηνήν, όπου εκοιμήθη μέχρι του μεσονυκτίου. Κατά το γλυκοχάραμα εξύπνησε
6 καὶ ἀπέστειλε πρὸς Ὀλοφέρνην λέγουσα· ἐπιταξάτω δὴ ὁ κύριός μου ἐᾶσαι τὴν δούλην σου ἐπὶ προσευχὴν ἐξελθεῖν.
και έστειλε προς τον Ολοφέρνην λέγουσα, ας δώση διαταγήν ο κύριός μου να αφήσουν εμέ την δούλην σου να εξέλθω δια την προσευχήν μου.
7 καὶ προσέταξεν Ὀλοφέρνης τοῖς σωματοφύλαξι μὴ διακωλύειν αὐτήν. καὶ παρέμεινεν ἐν τῇ παρεμβολῇ ἡμέρας τρεῖς, καὶ ἐξεπορεύετο κατὰ νύκτα εἰς τὴν φάραγγα Βαιτυλούα καὶ ἐβαπτίζετο ἐν τῇ παρεμβολῇ ἐπὶ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος·
Ο Ολοφέρνης διέταξε τους σωματοφύλακάς του να μη την εμποδίζουν. Η Ιουδίθ έμεινεν στο στρατόπεδον των Ασσυρίων τρεις ημέρας. Καθε νύκτα εξήρχετο εις την φάραγγα Βαιτυλούα και, όπως εσυνήθιζαν οι Ισραηλίται προ της προσευχής, ελούετο εις πηγήν ύδατος που ευρίσκετο πλησίον του στρατοπέδου των Ασσυρίων.
8 καὶ ὡς ἀνέβη, ἐδέετο τοῦ Κυρίου Θεοῦ Ἰσραὴλ κατευθῦναι τὴν ὁδὸν αὐτῆς εἰς ἀνάστημα τῶν υἱῶν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ.
Καθε δε φοράν, που ανέβαινεν από το λουτρόν, παρακαλούσε Κυριον τον Θεόν του Ισραήλ να κατευοδώση τας προσπαθείας της δια την περιφρούρησιν και την σωτηρίαν των υιών του λαού του.
9 καὶ εἰσπορευομένη καθαρὰ παρέμενε τῇ σκηνῇ, μέχρις οὗ προσηνέγκατο τὴν τροφὴν αὐτῆς πρὸς ἑσπέραν.
Οταν δε καθαρά επέστρεφεν, έμενεν εις την σκηνήν της, μέχρις ότου της έφεραν την τροφήν της κατά την εσπέραν.
10 καὶ ἐγένετο ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τετάρτῃ, ἐποίησεν Ὀλοφέρνης πότον τοῖς δούλοις αὐτοῦ μόνοις καὶ οὐκ ἐκάλεσεν εἰς τὴν χρῆσιν οὐδένα τῶν πρὸς ταῖς χρείαις.
Οταν έφθασεν η τετάρτη ημέρα, ο Ολοφέρνης παρέθεσε συμπόσιον στους δούλους του μόνον και δεν εκάλεσε εις αυτό κανένα άλλον από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του.
11 καὶ εἶπε Βαγώᾳ τῷ εὐνούχῳ, ὃς ἦν ἐφεστηκὼς ἐπὶ πάντων τῶν αὐτοῦ· πεῖσον δὴ πορευθεὶς τὴν γυναῖκα τὴν Ἑβραίαν ἥ ἐστι παρὰ σοί, τοῦ ἐλθεῖν πρὸς ἡμᾶς καὶ φαγεῖν καὶ πιεῖν μεθ᾿ ἡμῶν·
Είπεν δε στον Βαγώαν τον ευνούχον του, ο οποίος ήτο προϊστάμενος εις όλα τα εις αυτόν ανήκοντα. “Πηγαινε και πείσε την Εβραίαν αυτήν γυναίκα, η οποία ευρίσκεται πλησίον σου, να έλθη κοντά μας να φάγη και να πίη μαζή μας.
12 ἰδοὺ γὰρ αἰσχρὸν τῷ προσώπῳ ἡμῶν, εἰ γυναῖκα τοιαύτην παρήσομεν οὐχ ὁμιλήσαντες αὐτῇ, ὅτι ἐὰν ταύτην μὴ ἐπισπασώμεθα, καταγελάσεται ἡμῶν.
Διότι θα είναι εντροπή μας, εάν αντιπαρέλθωμεν με αδιαφορίαν μίαν τέτοιαν γυναίκα και δεν έλθωμεν εις ένωσιν με αυτήν. Εάν δεν κατορθώσωμεν να την προσελκύσωμεν, αυτή η ιδία θα μας εμπαίξη και θα μας ειρωνευθή”.
13 καὶ ἐξῆλθε Βαγώας ἀπὸ προσώπου Ὀλοφέρνου καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτὴν καὶ εἶπε· μὴ ὀκνησάτω δὴ ἡ παιδίσκη ἡ καλὴ αὕτη ἐλθοῦσα πρὸς τὸν κύριόν μου δοξασθῆναι κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ πιεῖν μεθ᾿ ἡμῶν εἰς εὐφροσύνην οἶνον καὶ γενηθῆναι ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ ὡς θυγάτηρ μία τῶν υἱῶν Ἀσσούρ, αἳ παρεστήκασιν ἐν οἴκῳ Ναβουχοδονόσορ.
Ο Βαγώας εβγήκε από την σκηνήν του Ολοφέρνου, εισήλθεν εις την σκηνήν της Ιουδίθ και της είπε· “συ, η ωραία και καλή δούλη, δεν πρέπει να βραδύνης να έλθης προς τον κύριόν μου, να τιμηθής και να δοξασθής από αυτόν, να πίης μαζή μας ευφρόσυνον οίνον και να γίνης έτσι τιμητικώς σαν μία από τας θυγατέρας των Ασσυρίων, αι οποίαι ευρίσκονται εις τα βασιλικά ανάκτορα του Ναδουχοδονόσορος”.
14 καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Ἰουδίθ· καὶ τίς εἰμι ἐγὼ ἀντεροῦσα τῷ κυρίῳ μου; ὅτι πᾶν, ὃ ἔσται ἐν τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ ἀρεστόν, σπεύσασα ποιήσω, καὶ ἔσται τοῦτο ἀγαλλίαμα ἕως ἡμέρας θανάτου μου.
Η Ιουδίθ του απήντησε· “και ποιά είμαι εγώ, η οποία θα ημπορέσω να φέρω αντίρρησιν στον κύριόν μου; Καθε τι που είναι εις αυτόν αρεστόν, εγώ θα το εκτελέσω αμέσως. Και αυτό θα είναι η χαρά μου μέχρι της ημέρας του θανάτου μου”,
15 καὶ διαναστᾶσα ἐκοσμήθη τῷ ἱματισμῷ καὶ παντὶ τῷ κόσμῳ τῷ γυναικείῳ, καὶ προσῆλθεν ἡ δούλη αὐτῆς καὶ ἔστρωσεν αὐτῇ κατέναντι Ὀλοφέρνου χαμαὶ τὰ κώδια, ἃ ἔλαβε παρὰ Βαγώου εἰς τὴν καθημερινὴν δίαιταν αὐτῆς, εἰς τὸ ἐσθίειν κατακλινομένην ἐπ᾿ αὐτῶν.
Εσηκώθη, εστολήσθη με τα πλούσια ενδύματά της και με όλα τα άλλα γυναικεία της κοσμήματα. Η δε δούλη της ήλθε και έστρωσε κάτω δι' αυτήν απέναντι από τον Ολοφέρνην τους τάπητας, τους οποίους είχε πάρει από τον Βαγώαν δια την καθημερινήν της χρήσιν, όταν, κατακλινομένη επάνω εις αυτούς, έτρωγε.
16 καὶ εἰσελθοῦσα ἀνέπεσεν Ἰουδίθ, καὶ ἐξέστη ἡ καρδία Ὀλοφέρνου ἐπ᾿ αὐτήν, καὶ ἐσαλεύθη ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, καὶ ἦν κατεπίθυμος σφόδρα τοῦ συγγενέσθαι μετ᾿ αὐτῆς· καὶ ἐτήρει καιρὸν τοῦ ἀπατῆσαι αὐτὴν ἀφ᾿ ἧς ἡμέρας εἶδεν αὐτήν.
Η Ιουδίθ εισήλθε και κατεκλίθη επάνω στους τάπητας. Η καρδία του Ολοφέρνου άναψε δι' αυτήν και όλον του το εσωτερικόν εσαλεύθη και κατελήφθη από σφοδράν επιθυμίαν να έλθη εις ένωσιν με αυτήν. Προσπαθούσε, άλλωστε, να εύρη την κατάλληλον περίστασιν, δια να την απατήση από την ημέραν, κατά την οποίαν την είδε.
17 καὶ εἶπε πρὸς αὐτὴν Ὀλοφέρνης· πίε δὴ καὶ γενήθητι μεθ᾿ ἡμῶν εἰς εὐφροσύνην.
Ο Ολοφέρνης είπε προς αυτήν· “πίε λοιπόν, και ευθύμησε και συ μαζή μας”.
18 καὶ εἶπεν Ἰουδίθ· πίομαι δή, κύριε, ὅτι ἐμεγαλύνθη τὸ ζῆν μου ἐν ἐμοὶ σήμερον παρὰ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς γενέσεώς μου.
Η Ιουδίθ του απήντησε· “ναι, θα πίω κύριέ μου, διότι σήμερον η ζωη μου θα δοξασθή, περισσότερον από όλας τας άλλας ημέρας από της γεννήσεώς μου και εντεύθεν”.
19 καὶ λαβοῦσα ἔφαγε καὶ ἔπιε κατέναντι αὐτοῦ ἃ ἡτοίμασεν ἡ δούλη αὐτῆς.
Αυτή, λοιπόν, επήρε, έφαγε και έπιεν ενώπιον του Ολοφέρνου από εκείνα, τα οποία είχεν ετοιμάσει δι' αυτήν η δούλη της.
20 καὶ ηὐφράνθη Ὀλοφέρνης ἀπ᾿ αὐτῆς καὶ ἔπιεν οἶνον πολὺν σφόδρα, ὅσον οὐκ ἔπιε πώποτε ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ ἀφ᾿ οὗ ἐγεννήθη.
Ο Ολοφέρνης ηυφράνθη από αυτήν τόσον πολύ, ώστε έπιε πολύν οίνον, όσον δεν είχε πίει ποτέ καμμίαν άλλην ημέραν από τότε που εγεννήθηκε.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα