ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ εἶπε πρὸς αὐτὴν Ὀλοφέρνης· θάρσησον, γύναι, μὴ φοβηθῇς τῇ καρδίᾳ σου, ὅτι ἐγὼ οὐκ ἐκάκωσα ἄνθρωπον, ὅστις ᾑρέτικε δουλεύειν βασιλεῖ Ναβουχοδονόσορ πάσης τῆς γῆς.
Ο Ολοφέρνης είπε προς αυτήν· “έχε θάρρος, ω γύναι, και ας μη ταράττεται η καρδία σου, διότι εγώ ούτε έβλαψα ούτε πρόκειται να βλάψω άνθρωπον, ο οποίος εξέλεξε και απεφάσισε να υπηρετή τον Ναβουχοδονόσορα τον βασιλέα πάσης της γης.
2 καὶ νῦν ὁ λαός σου ὁ κατοικῶν τὴν ὀρεινήν, εἰ μὴ ἐφαύλισάν με, οὐκ ἂν ᾖρα τὸ δόρυ μου ἐπ᾿ αὐτούς, ἀλλ᾿ αὐτοὶ ἑαυτοῖς ἐποίησαν ταῦτα.
Και τώρα δεν θα εσήκωνα το δόρυ μου ούτε εναντίον του λαού σου, ο οποίος κατοικεί εις την ορεινήν περιοχήν, εάν αυτός δεν επεριφρονούσε εμέ. Αλλά αυτοί έγιναν αιτία και αφορμή δι' όλα τα εναντίον των κακά.
3 καὶ νῦν λέγε μοι τίνος ἕνεκεν ἀπέδρας ἀπ᾿ αὐτῶν καὶ ἦλθες πρὸς ἡμᾶς; ἥκεις γὰρ εἰς σωτηρίαν· θάρσει, ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ ζήσῃ καὶ εἰς τὸ λοιπόν·
Και τώρα λέγε μου, δια ποίαν αιτίαν εδραπέτευσες από αυτούς και ήλθες προς ημάς; Διότι έχεις έλθει προφανώς, δια να εύρης σωτηρίαν. Εχε θάρρος, διότι οχι μόνον αυτήν την νύκτα θα ζήσης, αλλά και όλον τον άλλον χρόνον της ζωής σου.
4 οὐ γάρ ἐστιν ὃς ἀδικήσει σε, ἀλλ᾿ εὖ σε ποιήσει καθὰ γίνεται τοῖς δούλοις τοῦ κυρίου μου βασιλέως Ναβουχοδονόσορ.
Κανείς δεν πρόκειται να σε βλάψη, αλλά καθένας θα προσπαθήση να κάμη καλόν εις σέ, όπως συμβαίνει στους δούλους του κυρίου μου, του βασιλέως Ναβουχοδονόσορ”.
5 καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Ἰουδίθ· δέξαι τὰ ρήματα τῆς δούλης σου, καὶ λαλησάτω ἡ παιδίσκη σου κατὰ πρόσωπόν σου, καὶ οὐκ ἀναγγελῶ ψεῦδος τῷ κυρίῳ μου ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ.
Η Ιουδίθ είπε τότε προς αυτόν· “δέξου τα λόγια της δούλης σου και ας δώσής την άδειαν να ομιλήση η δούλη σου προσωπικώς εις σέ. Δεν θα είπω κανένα ψεύδος εις σε τον κύριόν μου κατά την νύκτα αυτήν.
6 καὶ ἐὰν κατακολουθήσῃς τοῖς λόγοις τῆς παιδίσκης σου, τελείως πρᾶγμα ποιήσει μετὰ σοῦ ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἀποπεσεῖται ὁ κύριός μου τῶν ἐπιτηδευμάτων αὐτοῦ·
Εάν συ, ακολουθήσης πιστώς τους λόγους της δούλης σου, ο Θεός θα φέρη εις πέρας δια σου μέγα έργον, και έτσι ο κύριός μου δεν θα αποτύχη, εις εκείνα τα οποία επιδιώκει.
7 ζῇ γὰρ βασιλεὺς Ναβουχοδονόσορ πάσης τῆς γῆς καὶ ζῇ τὸ κράτος αὐτοῦ, ὃς ἀπέστειλέ σε εἰς κατόρθωσιν πάσης ψυχῆς, ὅτι οὐ μόνον ἄνθρωποι διὰ σὲ δουλεύουσιν αὐτῷ, ἀλλὰ καὶ τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ καὶ τὰ κτήνη καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ διὰ τῆς ἰσχύος σου ζήσονται ἐπὶ Ναβουχοδονόσορ καὶ πάντα τὸν οἶκον αὐτοῦ·
Ορκίζομαι εις την ζωήν του Ναδουχοδονόσορος, του βασιλέως όλης της γης, ορκίζομαι επίσης εις την δύναμιν αυτού, ο οποίος σε έστειλε να ανορθώσης και διατηρήσης κάθε ψυχήν, ότι όχι μόνον άνθρωποι δια μέσου σου θα τον υπηρετήσουν, αλλά και τα θηρία του αγρού και τα κτήνη και τα πτηνά του ουρανού, χάρις εις την ιδικήν σου δύναμιν, θα ζήσουν προς χάριν και εξυπηρέτησιν του Ναβουχοδονόσορος και όλου του οίκου του.
8 ἠκούσαμεν γὰρ τὴν σοφίαν σου καὶ τὰ πανουργεύματα τῆς ψυχῆς σου, καὶ ἀνηγγέλη πάσῃ τῇ γῇ ὅτι σὺ μόνος ἀγαθὸς ἐν πάσῃ βασιλείᾳ καὶ δυνατὸς ἐν ἐπιστήμῃ καὶ θαυμαστὸς ἐν στρατεύμασι πολέμου.
Διότι ημείς ηκούσαμεν την σοφίαν σου και τας ευφυείς επινοήσεις της διανοίας σου. Εγινε γνωστόν εις όλην την γην, ότι συ μόνος είσαι αγαθός εις όλην την βασιλείαν και δυνατός εις την γνώσιν και αξιοθαύμαστος εις την στρατιωτικήν τέχνην του πολέμου.
9 καὶ νῦν ὁ λόγος, ὃν ἐλάλησεν Ἀχιὼρ ἐν τῇ συνεδρίᾳ σου, ἠκούσαμεν τὰ ρήματα αὐτοῦ, ὅτι περιεποιήσαντο αὐτὸν οἱ ἄνδρες Βαιτυλούα, καὶ ἀνήγγειλεν αὐτοῖς πάντα, ὅσα ἐξελάλησε παρὰ σοί.
Επί πλέον επληροφορήθημεν και όλα τα λόγια, τα οποία ο Αχιώρ ελάλησε κατά την συνεδρίαν σου, εμάθαμεν όλους τους λόγους αυτού και οι άνδρες της Βαιτυλούα τον περιποιήθησαν, διότι αυτός ανήγγειλεν εις αυτούς, όσα είχεν είπει προς σέ.
10 διό, δέσποτα κύριε, μὴ παρέλθῃς τὸν λόγον αὐτοῦ, ἀλλὰ κατάθου αὐτὸν ἐν τῇ καρδίᾳ σου, ὅτι ἀληθής ἐστιν· οὐ γὰρ ἐκδικᾶται τὸ γένος ἡμῶν, οὐ κατισχύει ρομφαία ἐπ᾿ αὐτούς, ἐὰν μὴ ἁμάρτωσιν εἰς τὸν Θεὸν αὐτῶν.
Δια τούτο, δέσποτα κύριε, μη αντιπαρέλθης και καταφρονήσης τον λόγον του, αλλά κατάθεσέ τον βαθειά μέσα εις την καρδιά σου, διότι είναι αληθής. Οι Ισραηλίται του γένους μου δεν είναι δυνατόν να τιμωρηθούν, ούτε θα υπερισχύση εναντίον αυτών ρομφαία, εάν δεν αμαρτήσωσι ενώπιον του Θεού των.
11 καὶ νῦν, ἵνα μὴ γένηται ὁ κύριός μου ἔκβολος καὶ ἄπρακτος καὶ ἐπιπεσεῖται θάνατος ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν, καὶ κατελάβετο αὐτοὺς ἁμάρτημα, ἐν ᾧ παροργιοῦσι τὸν Θεὸν αὐτῶν, ὁπηνίκα ἂν ποιήσωσιν ἀτοπίαν·
Και τώρα, δια να μη απέλθη ο κύριός μου άπρακτος και γνωρίση αποτυχίαν, δια να επιπέση δε θάνατος εναντίον όλων αυτών, πρέπει να παρασυρθούν αυτοί εις κάποιο αμάρτημα, δια του οποίου θα παροργίσουν τον Θεόν των. Και θα τον παροργίσουν, όταν διαπράξουν ατόπημα.
12 ἐπεὶ γὰρ ἐξέλιπεν αὐτοὺς τὰ βρώματα καὶ ἐσπανίσθη πᾶν ὕδωρ, ἐβουλεύσαντο ἐπιβαλεῖν τοῖς κτήνεσιν αὐτῶν καὶ πάντα, ὅσα διεστείλατο αὐτοῖς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς νόμοις αὐτοῦ μὴ φαγεῖν, διέγνωσαν δαπανῆσαι.
Επειδή δε έλειψαν πλέον από αυτούς τα φαγητά, το δε νερό είναι πολύ σπάνιον, απεφάσισαν να βάλουν χέρι εις τα κτήνη των και εις όλα εκείνα τα ζώα, τα οποία ο Θεός απηγόρευσεν εις αυτούς, δια των νόμων του, να τρώγουν, αυτά λοιπόν απεφάσισαν αυτοί να τα φάγουν.
13 καὶ τὰς ἀπαρχὰς τοῦ σίτου καὶ τὰς δεκάτας τοῦ οἴνου καὶ τοῦ ἐλαίου, ἃ διεφύλαξαν ἁγιάσαντες τοῖς ἱερεῦσι τοῖς παρεστηκόσιν ἐν Ἱερουσαλὴμ ἀπέναντι τοῦ προσώπου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, κεκρίκασιν ἐξαναλῶσαι, ὧν οὐδὲ ταῖς χερσὶν καθῆκεν ἅψασθαι οὐδένα τῶν ἐκ τοῦ λαοῦ.
Αλλά και τας απαρχάς των σιτηρών και τα δέκατα του οίνου και του ελαίου, τα οποία είχαν προορίσει να τα παραδώσουν στους ιερείς, που ευρίσκονται εις την Ιερουσαλήμ ενώπιον του ναού του Θεού μας, απεφάσισαν να τα καταναλώσουν· αυτά δια τα οποία απηγορεύετο και να θέσουν καν επάνω των τα χέρια των οι άνθρωποι του λαού.
14 καὶ ἀπεστάλκασιν εἰς Ἱερουσαλήμ, ὅτι καὶ οἱ ἐκεῖ κατοικοῦντες ἐποίησαν ταῦτα, τοὺς μετακομίσαντας αὐτοῖς τὴν ἄφεσιν παρὰ τῆς γερουσίας.
Ακόμη αυτοί έστειλαν εις την Ιερουσαλήμ άνδρας, δια να ζητήσουν και λάβουν από την γερουσίαν την άδειαν να κάμουν αυτάς τας παρανομίας, διότι και οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ έπραξαν το ίδιον.
15 καὶ ἔσται ὡς ἂν ἀναγγείλῃ αὐτοῖς καὶ ποιήσωσι, δοθήσονταί σοι εἰς ὄλεθρον ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ.
Αμέσως δε μόλις αναγγελθή εις αυτούς η άδεια της παρανομίας και υποπέσουν εις την παρανομίαν αυτήν, τότε θα παραδοθούν οι Ισραηλίται προς καταστροφήν, την ιδίαν εκείνην ημέραν.
16 ὅθεν ἐγὼ ἡ δούλη σου ἐπιγνοῦσα ταῦτα πάντα ἀπέδρων ἀπὸ προσώπου αὐτῶν, καὶ ἐπέστειλέ με ὁ Θεὸς ποιῆσαι μετὰ σοῦ πράγματα, ἐφ᾿ οἷς ἐκστήσεται πᾶσα ἡ γῆ, ὅσοι ἐὰν ἀκούσωσιν αὐτά.
Οθεν εγώ, η δούλη σου, επειδή έμαθα όλα αυτά, εδραπέτευσα από αυτούς. Και ο Θεός με έστειλε να επιτελέσω μαζή με σε έργα, δια τα οποία θα εκπλαγούν όλοι οι άνθρωποι, όσοι θα τα μάθουν.
17 ὅτι ἡ δούλη σου θεοσεβής ἐστι καὶ θεραπεύουσα νυκτὸς καὶ ἡμέρας τὸν Θεὸν τοῦ οὐρανοῦ· καὶ νῦν μενῶ παρὰ σοί, κύριέ μου, καὶ ἐξελεύσεται ἡ δούλη σου κατὰ τὴν νύκτα εἰς τὴν φάραγγα καὶ προσεύξομαι πρὸς τὸν Θεόν, καὶ ἐρεῖ μοι πότε ἐποίησαν τὰ ἁμαρτήματα αὐτῶν.
Θα κατορθώσω δε αυτά, διότι εγώ η δούλη σου είμαι ευσεβής και λατρεύω νύκτα και ημέραν τον Θεόν του ουρανού. Και τώρα θα μένω πλησίον σου, κύριέ μου, θα εξερχωμαι όμως την νύκτα εις κάποιαν φάραγγα, θα προσεύχωμαι στον Θεόν μου, ο οποίος θα μου πη πότε οι Ισραηλίται διέπραξαν αυτά τα αμαρτήματα.
18 καὶ ἐλθοῦσα προσανοίσω σοι, καὶ ἐξελεύσῃ σὺν πάσῃ τῇ δυνάμει σου, καὶ οὐκ ἔστιν ὃς ἀντιστήσεταί σοι ἐξ αὐτῶν.
Εγώ δε θα έλθω αμέσως, να καταστήσω εις σε γνωστόν τούτο. Τοτε δε συ θα εκστρατεύσης με όλον τον στρατόν σου και κανείς από αυτούς δεν θα ημπορέση να αντισταθή εναντίον σου.
19 καὶ ἄξω σε διὰ μέσου τῆς Ἰουδαίας ἕως τοῦ ἐλθεῖν ἀπέναντι Ἱερουσαλὴμ καὶ θήσω τὸν δίφρον σου ἐν μέσῳ αὐτῆς, καὶ ἄξεις αὐτοὺς ὡς πρόβατα, οἷς οὐκ ἔστι ποιμήν, καὶ οὐ γρύξει κύων τῇ γλώσσῃ αὐτοῦ ἀπέναντί σου, ὅτι ταῦτα ἐλαλήθη μοι κατὰ πρόγνωσίν μου καὶ ἀπηγγέλη μοι, καὶ ἀπεστάλην ἀναγγεῖλαί σοι.
Εγώ τότε θα σε οδηγήσω δια μέσου της Ιουδαίας έως εις την Ιερουσαλήμ και θα τοποθετήσω τον θρόνον σου εν μέσω αυτής. Θα οδηγήσης τους Ισραηλίτας ωσάν πρόβατα, εις τα οποία δεν υπάρχει πλέον ποιμήν. Ούτε σκυλί θα γρυλίση με την γλώσσαν του εναντίον σου. Αυτά έγιναν εις εμέ γνωστά δι' αποκαλύψεως και έχω αποσταλή να τα αναγγείλω και εις σέ”.
20 καὶ ἤρεσαν οἱ λόγοι αὐτῆς ἐναντίον Ὀλοφέρνου καὶ ἐναντίον πάντων τῶν θεραπόντων αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ἐπὶ τῇ σοφίᾳ αὐτῆς καὶ εἶπαν·
Αυτοί οι λόγοι ήρεσαν στον Ολοφέρνην και εις όλους τους αυλικούς του. Εθαύμασαν δε την σοφίαν αυτής της γυναικός και είπαν·
21 οὐκ ἔστι τοιαύτη γυνὴ ἀπ᾿ ἄκρου ἕως ἄκρου τῆς γῆς καλῷ προσώπῳ καὶ συνέσει λόγων.
“Αλλη γυνή, τόσον ωραία στο πρόσωπον και με τόσον σοφούς λόγους, όπως αυτή, δεν υπάρχει από το ένα άκρον της γης μέχρι το άλλο”.
22 καὶ εἶπε πρὸς αὐτὴν Ὀλοφέρνης· εὖ ἐποίησεν ὁ Θεὸς ἀποστείλας σε ἔμπροσθεν τοῦ λαοῦ τοῦ γενηθῆναι ἐν χερσὶν ἡμῶν κράτος, ἐν δὲ τοῖς φαυλίσασι τὸν κύριόν μου ἀπώλειαν.
Ο Ολοφέρνης απήντησε προς αυτήν· “πολύ καλά έκαμεν ο Θεός, που σε έστειλε προ του λαού σου, δια να περιέλθη εις τα χέρια μας η νίκη, η δε απώλεια και ο όλεθρος εις εκείνους, οι οποίοι κατεφρόνησαν τον κύριόν μου, τον Ναβουχοδονόσορα.
23 καὶ νῦν ἀστεία εἶ σὺ ἐν τῷ εἴδει σου καὶ ἀγαθὴ ἐν τοῖς λόγοις σου· ὅτι ἐὰν ποιήσῃς καθὰ ἐλάλησας, ὁ Θεός σου ἔσται μου Θεός, καὶ σὺ ἐν οἴκῳ βασιλέως Ναβουχοδονόσορ καθήσῃ καὶ ἔσῃ ὀνομαστὴ παρὰ πᾶσαν τὴν γῆν.
Και τώρα πρέπει να ομολογήσω ότι συ είσαι ωραία κατά την μορφήν και σοφή στους λόγους σου. Εάν λοιπόν κάμης όπως είπες, ο Θεός σου θα είναι Θεός μου και συ θα εγκατασταθής στον οίκον του Ναβουχοδονόσορος και θα γίνης ονομαστή εις όλην την γην”.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα