ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἀνέβη ἄγγελος Κυρίου ἀπὸ Γαλγὰλ ἐπὶ τὸν Κλαυθμῶνα καὶ ἐπὶ Βαιθὴλ καἱ ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰσραὴλ καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· τάδε λέγει Κύριος· ἀνεβίβασα ὑμᾶς ἐξ Αἰγύπτου καὶ εἰσήγαγον ὑμᾶς εἰς τὴν γῆν, ἣν ὤμοσα τοῖς πατράσιν ὑμῶν, καὶ εἶπα· οὐ διασκεδάσω τὴν διαθήκην μου τὴν μεθ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν αἰῶνα·
Αγγελος Κυρίου ανέβη από τα Γαλγαλα στοποθεσίαν την οποίαν ωνόμαζον “Κλαυθμώνα” και εις την Βαιθήλ, όπού κατοικούσαν οι Ισραηλίται, και είπεν εις αυτούς· “αυτά λέγει ο Κυριος· σας έβγαλα ελευθέρους από την Αίγυπτον και σας ωδήγησα εις την χώραν αυτήν, δια την οποίαν ωρκίσθηκα στους προπάτορας σας και είπα· Ουδέποτε θα αθετήσω την συμφωνίαν μου με σας.
2 καὶ ὑμεῖς οὐ διαθήσεσθε διαθήκην τοῖς ἐγκαθημένοις εἰς τὴν γῆν ταύτην, οὐδὲ τοῖς θεοῖς αὐτῶν προσκυνήσετε, ἀλλὰ τὰ γλυπτὰ αὐτῶν συντρίψετε, τὰ θυσιαστήρια αὐτῶν καθελεῖτε. καὶ οὐκ εἰσηκούσατε τῆς φωνῆς μου, ὅτι ταῦτα ἐποιήσατε.
Ούτε όμως και σεις θα έλθετε εις συμφωνίαν με τους κατοίκους της χώρας αυτής, ούτε και τους θεούς των ποτέ θα προσκυνήσετε αλλά τα είδωλά των θα συντρίψετε και τα θυσιαστήριά των θα καταστρέψετε. Σεις όμως δεν υπηκούσατε εις την εντολήν μου και εκάματε αυτά που σας είχα απαγορεύσει.
3 κἀγὼ εἶπον· οὐ μὴ ἐξάρω αὐτοὺς ἐκ προσώπου ὑμῶν, καὶ ἔσονται ὑμῖν εἰς συνοχάς, καὶ οἱ θεοὶ αὐτῶν ἔσονται ὑμῖν εἰς σκάνδαλον.
Και εγώ είπα και απεφάσισα· Δεν θα εκδιώξω και δεν θα εξαφανίσω από εμπρός σας τους Χαναναίους, και έτσι αυτοί παραμένοντες μεταξύ σας θα είναι δια σας διαρκής στενοχωρία, οι δε θεοί των θα είναι δια σας συνεχές σκάνδαλον προς το πονηρόν”.
4 καὶ ἐγένετο ὡς ἐλάλησεν ὁ ἄγγελος Κυρίου τοὺς λόγους τούτους πρὸς πάντας υἱοὺς Ἰσραήλ, καὶ ἐπῇραν ὁ λαὸς τὴν φωνὴν αὐτῶν καὶ ἔκλαυσαν.
Οταν ο άγγελος διελάλησε τα λόγια αυτά προς όλους τους Ισραηλίτας, όλος ο λαός έβγαλε κραυγήν και έκλαυσε.
5 καὶ ἐπωνόμασαν τὸ ὄνομα τοῦ τόπου ἐκείνου, Κλαυθμῶνες· καὶ ἐθυσίασαν ἐκεῖ τῷ Κυρίῳ.
Δια τούτο δε και ωνόμασαν τον τόπον εκείνον “Κλαυθμώνες”. Εκεί προσέφεραν θυσίας προς τον Κυριον.
6 Καὶ ἐξαπέστειλεν Ἰησοῦς τὸν λαόν, καὶ ἦλθεν ἀνὴρ εἰς τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ κατακληρονομῆσαι τὴν γῆν.
Ο Ιησούς του Ναυή απέλυσε τον λαόν και κάθε Ισραηλίτης μετέβη εις την κληρονομίαν του, δια να γίνη κύριος της χώρας.
7 καὶ ἐδούλευσεν ὁ λαὸς τῷ Κυρίῳ πάσας τὰς ἡμέρας Ἰησοῦ καὶ πάσας τὰς ἡμέρας τῶν πρεσβυτέρων, ὅσοι ἐμακροημέρευσαν μετὰ Ἰησοῦ, ὅσοι ἔγνωσαν πᾶν τὸ ἔργον Κυρίου τὸ μέγα, ὃ ἐποίησεν ἐν τῷ Ἰσραήλ.
Ο ισραηλιτικός λαός υπήκουε και ελάτρευε τον Κυριον όλον το διάστημα κατά το οποίον εζούσεν ο Ιησούς του Ναυη, και όλον το διάστημα κατά το οποίον εζούσαν οι γεροντότεροι, οι σύγχρονοι του Ιησού του Ναυη, οι οποίοι είχον ίδει και γνωρίσει όλα τα μεγάλα και θαυμαστά έργα, τα οποία εκαμεν ο Κυριος προς χάριν του Ισραηλιτικού λαού.
8 καὶ ἐτελεύτησεν Ἰησοῦς υἱὸς Ναυὴ δοῦλος Κυρίου, υἱὸς ἑκατὸν δέκα ἐτῶν.
Ο Ιησούς του Ναυη, ο πιστός αυτός δούλος του Κυρίου, απέθανε εις ηλικίαν εκατόν δέκα ετών.
9 καὶ ἔθαψαν αὐτὸν ἐν ὁρίῳ τῆς κληρονομίας αὐτοῦ ἐν Θαμναθαρές, ἐν ὄρει Ἐφραὶμ ἀπὸ βορρᾶ τοῦ ὄρους Γαάς.
Εθαψαν δε αυτόν οι Ισραηλίται εις την περιοχήν της κληρονομίας του, την πόλιν Θαμναθαρές, στο όρος Εφραίμ βορείως του όρους Γαάς.
10 καί γε πᾶσα ἡ γενεὰ ἐκείνη προσετέθησαν πρὸς τοὺς πατέρας αὐτῶν, καὶ ἀνέστη γενεὰ ἑτέρα μετ᾿ αὐτούς, οἳ οὐκ ἔγνωσαν τὸν Κύριον καί γε τὸ ἔργον, ὃ ἐποίησεν ἐν τῷ Ἰσραήλ.
Αλλά και όλη εκείνη η γενεά η σύγχρονος του Ιησού του Ναυή προσετέθη με την σειράν της στους προγόνους της, και υστερα από αυτούς ανεφάνη άλλη γενεά, της οποίας οι άνθρωποι δεν εγνώριζαν τον Κυριον ούτε και τα μεγάλα έργα, τα οποία είχε κάμει προς χάριν των Ισραηλιτών. Επαυσαν να τον λατρεύουν.
11 Καὶ ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου καὶ ἐλάτρευσαν τοῖς Βααλίμ.
Ετσι δε οι Ισραηλίται εξέκλιναν και έπραξαν έργα πονηρά, μισητά ενώπιον του Κυρίου, και ελάτρευσαν τον ειδωλολατρικόν θεόν Βααλ.
12 καὶ ἐγκατέλιπον τὸν Κύριον τὸν Θεὸν τῶν πατέρων αὐτῶν τὸν ἐξαγαγόντα αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου καὶ ἐπορεύθησαν ὀπίσω θεῶν ἑτέρων ἀπὸ τῶν θεῶν τῶν ἐθνῶν τῶν περικύκλῳ αὐτῶν καί προσεκύνησαν αὐτοῖς καὶ παρώργισαν τὸν Κύριον
Εγκατέλιπον Κυριον τον Θεόν των προγόνων των, ο οποίος τους είχε βγάλει ελευθέρους από την χώραν της Αιγύπτου και ηκολούθησαν άλλους θεούς από τους ειδωλολατρικούς θεούς των γύρω εθνών και προσεκύνησαν αυτούς. Ετσι όμως εξώργισαν τον Κυριον,
13 καὶ ἐγκατέλιπον αὐτὸν καὶ ἐλάτρευσαν τῷ Βάαλ καὶ ταῖς Ἀστάρταις.
διότι εγκατέλιπον αυτόν και ελάτρευσαν ως θεούς τον Βααλ και την Αστάρτην.
14 καὶ ὠργίσθη θυμῷ Κύριος ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς εἰς χεῖρας προνομευόντων, καὶ κατεπρονόμευσαν αὐτούς· καὶ ἀπέδοτο αὐτοὺς ἐν χερσὶ τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν κυκλόθεν, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν ἔτι ἀντιστῆναι κατὰ πρόσωπον τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν.
Δια την ασέβειαν και αχαριστίαν των αυτήν ωργίσθη οργήν μεγάλην εναντίον των ο Θεός και τους παρέδωκεν εις χείρας επιδρομέων οι οποίοι ελεηλατούσαν την χώραν των, και τους κατελήστευσαν. Τους παρέδωσεν εξ ολοκλήρου εις τα χέρια των γύρω εχθρών των και δεν ημπόρεσαν πλέον να αντισταθούν ενώπιον αυτών.
15 ἐν πᾶσιν, οἷς ἐπορεύοντο, καὶ χεὶρ Κυρίου ἦν ἐπ᾿ αὐτοὺς εἰς κακά, καθὼς ἐλάλησε Κύριος καὶ καθὼς ὤμοσε Κύριος αὐτοῖς, καὶ ἐξέθλιψεν αὐτοὺς σφόδρα.
Οπου και αν επήγαιναν, η παντοδύναμος και τιμωρός χειρ του Κυρίου ήτο εναντίον των και τους παρέδιδεν εις θλίψεις, όπως άλλωστε είχε με όρκον προαναγγείλει εις αυτούς ο Κυριος. Δι' αυτό και τους κατέθλιψε πολύ.
16 καὶ ἤγειρε Κύριος κριτάς, καὶ ἔσωσεν αὐτοὺς Κύριος ἐκ χειρὸς τῶν προνομευόντων αὐτούς. καί γε τῶν κριτῶν οὐχ ὑπήκουσαν,
Ο Κυριος όμως, δια το πολύ του έλεος, ανέδειξεν ευσεβείς ηγέτας, τους Κριτάς, και δι' αυτών τους έσωσεν από τα χέρια των εχθρών οι οποίοι τους ελεηλατούσαν. Δυστυχώς όμως οι Ισραηλίται και εις αυτούς ακόμη τους Κριτάς δεν υπήκουσαν πάντοτε.
17 ὅτι ἐξεπόρνευσαν ὀπίσω θεῶν ἑτέρων καὶ προσεκύνησαν αὐτοῖς· καὶ ἐξέκλιναν ταχὺ ἐκ τῆς ὁδοῦ, ἧς ἐπορεύθησαν οἱ πατέρες αὐτῶν τοῦ εἰσακούειν τῶν λόγων Κυρίου, οὐκ ἐποίησαν οὕτως.
Διότι εξετράπησαν και ελάτρευσαν άλλους θεούς και προσεκύνησαν αυτούς. Πολύ σύντομα παρεξέκλιναν από τον δρόμον, που είχαν ακολουθήσει οι πατέρες των οι οποίοι υπήκουαν εις τας εντολάς του Κυρίου. Αυτοί όμως δεν έπραξαν σύμφωνα με το καλόν παράδειγμα εκείνων.
18 καὶ ὅτι ἤγειρε Κύριος αὐτοῖς κριτάς, καὶ ἦν Κύριος μετὰ τοῦ κριτοῦ καὶ ἔσωσεν αὐτοὺς ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν αὐτῶν πάσας τὰς ἡμέρας τοῦ κριτοῦ, ὅτι παρεκλήθη Κύριος ἀπὸ τοῦ στεναγμοῦ αὐτῶν ἀπὸ προσώπου τῶν πολιορκούντων αὐτοὺς καί ἐκθλιβόντων αὐτούς.
Καθε φοράν που ο Κυριος ανεδείκνυε Κριτάς, ήτο μαζή με τον εκάστοτε Κριτήν και έτσι έσωζε και ηλευθέρωνεν αυτούς από τα χέρια των εχθρών των, όσον χρόνον εζούσεν ο Κριτής. Τούτο δε διότι ο Κυριος τους ελυπείτο βλέπων αυτούς να θλίβωνται και να στενάζουν εξ αιτίας των εχθρών των, οι οποίοι τους κατέθλιβον και τους εβασάνιζον.
19 καὶ ἐγένετο ὡς ἀπέθνησκεν ὁ κριτής, καὶ ἀπέστρεψαν καὶ πάλιν διέφθειραν ὑπὲρ τοὺς πατέρας αὐτῶν πορεύεσθαι ὀπίσω θεῶν ἑτέρων, λατρεύειν αὐτοῖς καὶ προσκυνεῖν αὐτοῖς· οὐκ ἀπέρριψαν τὰ ἐπιτηδεύματα αὐτῶν, καὶ τὰς ὁδοὺς αὐτῶν τὰς σκληράς.
Οταν όμως ο Κριτής απέθνησκεν, οι Ισραηλίται απεμακρύνοντο από τον Θεόν, εξέκλιναν προς το κακόν, διεφβείροντο περισσότερον από τους πατέρας των, ώστε να πορεύωνται οπίσω άλλων θεών, να λατρεύουν αυτούς και να προσκυνούν αυτούς. Δεν ήθελαν να απαρνηθούν τας πονηράς συνηθείας των, τους σκληρούς και διεστραμμένους τρόπους της ζωής των.
20 καὶ ὠργίσθη θυμῷ Κύριος ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἶπεν· ἀνθ᾿ ὧν ὅσα ἐγκατέλιπον τὸ ἔθνος τοῦτο τὴν διαθήκην μου, ἣν ἐνετειλάμην τοῖς πατράσιν αὐτῶν, καὶ οὐκ εἰσήκουσαν τῆς φωνῆς μου,
Δι' αυτό και ωργίσθη οργήν μεγάλην ο Κυριος εναντίον των Ισραηλιτών και είπεν· “επειδή ο λαός αυτός εγκατέλειψε και κατεπάτησε την διαθήκην μου, την οποίαν εγώ είχα διατάξει προς τους προγόνους των, και δεν υπήκουσαν εις την εντολήν μου,
21 καὶ ἐγὼ οὐ προσθήσω τοῦ ἐξᾶραι ἄνδρα ἐκ προσώπου αὐτῶν ἀπὸ τῶν ἐθνῶν, ὧν κατέλιπεν Ἰησοῦς υἱὸς Ναυὴ ἐν τῇ γῇ
εγώ δεν θα ενδιαφερθώ πλέον δια να εκδιώξω από εμπρός των ούτε ένα άνδρα από τα ειδωλολατρικά έθνη, τα οποία αφήκεν εις την χώραν των ο Ιησούς του Ναυη”.
22 καὶ ἀφῆκε, τοῦ πειράσαι ἐν αὐτοῖς τὸν Ἰσραήλ, εἰ φυλάσσονται τὴν ὁδὸν Κυρίου πορεύεσθαι ἐν αὐτῇ, ὃν τρόπον ἐφύλαξαν οἱ πατέρες αὐτῶν, ἢ οὔ.
Ο Θεός επέτρεψε να μείνουν οι λαοί αυτοί δια να δοκιμάση δι' αυτών τους 'Ισραηλιτας, εάν θα ενδιαφερθούν και θα φροντίσουν να βαδίζουν την οδόν του Κυρίου και να τηρούν τας εντολάς του, όπως τας είχαν τηρήσει οι πατέρες των η οχι.
23 καὶ ἀφῆκε Κύριος τὰ ἔθνη ταῦτα τοῦ μὴ ἐξᾶραι αὐτὰ τὸ τάχος καὶ οὐ παρέδωκεν αὐτὰ ἐν χειρὶ Ἰησοῦ.
Δι' αυτό και αφήκεν ο Κυριος τα έθνη αυτά και δεν τα εξεδίωξεν αμέσως και δεν τα παρέδωκεν εις τα χέρια Ιησού του Νσυη.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα