ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ προσέθηκαν ἔτι οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ποιῆσαι τὸ πονηρὸν ἐνώπιον Κυρίου, καὶ παρέδωκεν αὐτοὺς Κύριος ἐν χειρὶ Φυλιστιΐμ τεσσαράκοντα ἔτη.
Και πάλιν οι Ισραηλίται εξέκλιναν εις την ειδωλολατρείαν και την φαυλότητα ενώπιον του Κυρίου δια τούτο και παρέδωκεν αυτούς ο Κυριος εις τα χέρια των Φιλισταίων επί τεσσαράκοντα έτη.
2 καὶ ἦν ἀνὴρ εἷς ἀπὸ Σαραὰ ἀπὸ δήμου συγγενείας τοῦ Δανί, καὶ ὄνομα αὐτῷ Μανωέ, καὶ γυνὴ αὐτοῦ στεῖρα καὶ οὐκ ἔτεκε.
Υπήρχε τότε μεταξύ των Ισραηλιτών ανήρ καταγόμενος από την πόλιν Σαραά η οποία ανήκεν εις την φυλήν του Δαν, ονόματι Μανωέ. Η σύζυγός του ήτο στείρα και δεν ετεκνοποίει.
3 καὶ ὤφθη ἄγγελος Κυρίου πρὸς τὴν γυναῖκα, καὶ εἶπε πρὸς αὐτήν· ἰδοὺ σὺ στεῖρα καὶ οὐ τέτοκας, καὶ συλλήψῃ υἱόν.
Αγγελος Κυρίου παρουσιάσθη εις την γυναίκα αυτήν και της είπεν· “ιδού συ είσαι στείρα και έως τώρα δεν εγέννησες υιόν. Τωρα όμως θα συλλάβης υιόν.
4 καὶ νῦν φύλαξαι δὴ καὶ μὴ πίῃς οἶνον καὶ μέθυσμα καὶ μὴ φάγῃς πᾶν ἀκάθαρτον·
Από τώρα λοιπόν πρόσεξε να μη πίης οίνον η άλλο μεθυστικόν ποτόν· πρόσεξε επί πλέον να μη φάγης τίποτε από εκείνα, τα οποία ο νόμος του Θεού χαρακτηρίζει ακάθαρτα.
5 ὅτι ἰδοὺ σὺ ἐν γαστρὶ ἔχεις καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ σίδηρος ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ οὐκ ἀναβήσεται, ὅτι ναζὶρ Θεοῦ ἔσται τὸ παιδάριον ἀπὸ τῆς κοιλίας, καὶ αὐτὸς ἄρξεται σῶσαι τὸν Ἰσραὴλ ἐκ χειρὸς Φυλιστιΐμ.
Διότι συ θα συλλάβης εν γαστρί και θα γεννήσης υιόν. Ψαλλίδι δεν θα ανεβή εις την κεφαλήν αυτού δια να κόψη την κόμην του, διότι το παιδίον τούτο θα είναι ναζιραίος (αφιερωμένος δηλαδή στον Θεόν) εκ κοιλίας μητρός του. Και αυτός θα κάμη αρχήν του έργου της σωτηρίας και απελευθερώσεως των Ισραηλιτών από την εξουσίαν των Φιλισταίων”.
6 καὶ εἰσῆλθεν ἡ γυνὴ καὶ εἶπε τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς λέγουσα· ἄνθρωπος Θεοῦ ἦλθε πρός με, καὶ εἶδος αὐτοῦ ὡς εἶδος ἀγγέλου Θεοῦ, φοβερὸν σφόδρα· καὶ οὐκ ἠρώτησα αὐτόν, πόθεν ἐστί, καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ οὐκ ἀπήγγειλέ μοι.
Η γυναίκα αυτή εισήλθε κατόπιν στον οίκον της και είπεν στον άνδρα της· “ενας άνθρωπος του Θεού, ο οποίος είχε την εμφάνισιν αγγέλου, συγκλονιστικήν και πολύ φοβεράν, ήλθε προς εμέ. Δεν τον ηρώτησα πόθεν κατάγεται ούτε και ο ίδιος μου εγνωστοποίησε το όνομά του.
7 καὶ εἶπέ μοι· ἰδοὺ σὺ ἐν γαστρὶ ἔχεις καὶ τέξῃ υἱόν· καὶ νῦν μὴ πίῃς οἶνον καὶ μέθυσμα καὶ μὴ φάγῃς πᾶν ἀκάθαρτον, ὅτι Θεοῦ ἅγιον ἔσται τὸ παιδάριον ἀπὸ γαστρὸς ἕως ἡμέρας θανάτου αὐτοῦ.
Μου είπεν όμως τα εξής· Ιδού συ θα μείνης έγκυος και θα γεννήσης υιόν. Από τώρα και στο εξής μη πίης οίνον η άλλο μεθυστικόν ποτόν ούτε και να φάγης τίποτε από εκείνα, τα οποία ο νόμος του Θεού χαρακτηρίζει ακάθαρτα. Και τούτο διότι το παιδίον αυτό θα είναι αφιερωμένον στον Κυριον εκ κοιλίας μητρός μέχρι της ημέρας του θανάτου του”.
8 καὶ προσηύξατο Μανωὲ πρὸς Κύριον καὶ εἶπεν· ἐν ἐμοί, Κύριε Ἀδωναϊέ, τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ, ὃν ἀπέστειλας, ἐλθέτω δὴ ἔτι πρὸς ἡμᾶς καὶ συμβιβασάτω ἡμᾶς τί ποιήσωμεν τῷ παιδίῳ τῷ τικτομένῳ.
Ο Μανωέ προσηυχήθη προς τον Κυριον και είπε· “Κυριε Αδωναϊέ, σε παρακαλώ, ο άνθρωπος του Θεού, τον οποίον συ απέστειλες, ας έλθη πάλιν προς ημάς και ας μας συμβουλεύση τι πρέπει να πράξωμεν δια το παιδίον, το οποίον μέλλει να γεννηθή.
9 καὶ εἰσήκουσεν ὁ Θεὸς τῆς φωνῆς Μανωέ, καὶ ἦλθεν ὁ ἄγγελος τοῦ Θεοῦ ἔτι πρὸς τὴν γυναῖκα, καὶ αὕτη ἐκάθητο ἐν ἀγρῷ, καὶ Μανωὲ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς οὐκ ἦν μετ᾿ αὐτῆς.
Ο Θεός ήκουσε την δέησιν του Μανωέ και ο άγγελος του ήλθε πάλιν προς την γυναίκα, όταν αυτή εκάθητο στον αγρόν, ο δε σύζυγός της ο Μανωέ δεν ευρίσκετο μαζή της.
10 καὶ ἐτάχυνεν ἡ γυνὴ καὶ ἔδραμε καὶ ἀνήγγειλε τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἰδοὺ ὦπται πρός με ὁ ἀνήρ, ὃς ἦλθεν ἐν ἡμέρᾳ πρός με.
Η γυνή έσπευσε δρομέως και συνήντησε τον άνδρα της στον οποίον ανήγγειλε· “ιδού παρουσιάσθη εις εμέ και πάλιν ο ανήρ, ο οποίος και προηγουμένως μου είχεν εμφανισθή”.
11 καὶ ἀνέστη καὶ ἐπορεύθη Μανωὲ ὀπίσω τῆς γυναικὸς αὐτοῦ καὶ ἦλθε πρὸς τὸν ἄνδρα καὶ εἶπεν αὐτῷ· εἰ σὺ εἶ ὁ ἀνὴρ ὁ λαλήσας πρὸς τὴν γυναῖκα; καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος· ἐγώ.
Ο Μανωέ ηγέρθη, ηκολούθησε την σύζυγόν του, ήλθε προς τον άγνωστον αυτόν άνδρα και του είπε· “συ είσαι πράγματι ο ανήρ ο οποίος συνωμίλησες με την γυναίκα μου;” Ο δε άγγελος απήντησεν· “εγώ είμαι”.
12 καὶ εἶπε Μανωέ· νῦν ἐλεύσεται ὁ λόγος σου· τίς ἔσται κρίσις τοῦ παιδίου καὶ τὰ ποιήματα αὐτοῦ;
Ο Μανωέ είπε προς αυτόν· “τώρα όταν ο λόγος σου γίνη πραγματικότης και αποκτήσω υιόν, ποίος θα είναι ο νόμος, που θα ρυθμίζη την ζωήν του παιδίου, και ποία τα έργα αυτού;”
13 καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος Κυρίου πρὸς Μανωέ· ἀπὸ πάντων, ὧν εἴρηκα πρὸς τὴν γυναῖκα, φυλάξεται·
Απήντησεν ο άγγελος του Κυρίου προς τον Μανωέ· “το παιδί που θα γεννηθή θα φυλαχθή από όλα εκείνα, που είπα προς την γυναίκα σου·
14 ἀπὸ παντός, ὃ ἐκπορεύεται ἐξ ἀμπέλου τοῦ οἴνου, οὐ φάγεται καὶ οἶνον καὶ μέθυσμα μὴ πιέτω καὶ πᾶν ἀκάθαρτον μὴ φαγέτω· πάντα ὅσα ἐνετειλάμην αὐτῇ, φυλάξεται.
κάθε προϊόν το οποίον παράγεται από άμπελον, με τας σταφυλάς της οποίας γίνεται ο οίνος, δεν θα φάγη· οίνον και μεθυστικά ποτά δεν θα πίη Καθε τι που ο νόμος του Θεού χαρακτηρίζει ακάθαρτον, δεν θα φάγη. Ολα όσα διέταξα αυτήν να φυλάξη, θα τα φυλάξη και το παιδίον”.
15 καὶ εἶπε Μανωὲ πρὸς τὸν ἄγγελον Κυρίου· κατάσχωμεν ὧδέ σε καὶ ποιήσωμεν ἐνώπιόν σου ἔριφον αἰγῶν.
Είπε τότε ο Μανωέ προς τον άγγελον του Κυρίου· “θα μας επιτρέψης να σε κρατήσωμεν εδώ, δια να σου προσφέρωμεν να φάγης από τας αίγας μας ερίφιον;”
16 καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος Κυρίου πρὸς Μανωέ· ἐὰν κατάσχῃς με, οὐ φάγομαι ἀπὸ τῶν ἄρτων σου, καὶ ἐὰν ποιήσῃς ὁλοκαύτωμα, τῷ Κυρίῳ ἀνοίσεις αὐτό· ὅτι οὐκ ἔγνω Μανωὲ ὅτι ἄγγελος Κυρίου αὐτός.
Ο άγγελος του Κυρίου είπε προς τον Μανωέ· “εάν με κρατήσης θα μείνω, αλλά δεν θα φάγω από την τράπεζάν σου. Εάν θελήσης να κάμης θυσίαν ολοκαυτώματος, στον Κυριον θα προσφέρης αυτήν”. Παρεκάλεσεν ο Μανωέ τον ξένον να μείνη, διότι δεν είχεν αντιληφθή, ότι αυτός ήτο άγγελος Κυρίου.
17 καὶ εἶπε Μανωὲ πρὸς τὸν ἄγγελον Κυρίου· τί τὸ ὄνομά σοι; ὅτι ἔλθοι τὸ ρῆμά σου, καὶ δοξάσομέν σε.
Ο Μανωέ είπε προς τον άγγελον του Κυρίου· “ειπέ μου, ποίον είναι το όνομά σου, ώστε όταν εκπληρωθούν τα λόγια σου να σου προσφέρωμεν εις ένδειξιν εκτιμήσεως και ευγνωμοσύνης ένα δώρον”.
18 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ ἄγγελος Κυρίου· εἰς τί τοῦτο ἐρωτᾷς τὸ ὄνομά μου; καὶ αὐτό ἐστι θαυμαστόν.
Ο άγγελος του απήντησε· “διατί ερωτάς να μάθης το όνομά μου; Το όνομά μου είναι σεβαστόν και ανέκφραστον”.
19 καὶ ἔλαβε Μανωὲ τὸν ἔριφον τῶν αἰγῶν καὶ τὴν θυσίαν καὶ ἀνήνεγκεν ἐπὶ τήν πέτραν τῷ Κυρίῳ· καὶ διεχώρισε ποιῆσαι, καὶ Μανωὲ καὶ γυνὴ αὐτοῦ βλέποντες.
Ο Μανωέ επήρε το ερίφιον από τα γίδια του και την άλλην αναίμακτον θυσίαν και προσέφερεν αυτά θυσίαν προς τον Κυριον επάνω εις λίθον, ο οποίος επείχε θέσιν θυσιαστηρίου. Ο άγγελος απεμακρύνθη ολίγον από αυτούς δια να προσφέρη την θυσίαν, ο δε Μανωέ και η γυνή του παρετήρουν.
20 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἀναβῆναι τὴν φλόγα ἐπάνω τοῦ θυσιαστηρίου ἕως τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἀνέβη ὁ ἄγγελος Κυρίου ἐν τῇ φλογὶ τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ Μανωὲ καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ βλέποντες καὶ ἔπεσαν ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν ἐπὶ τὴν γῆν.
Οταν ήναψεν η φλόγα επάνω στο θυσιαστήριον και ανέβαινε προς τον ουρανόν, ανέβη και ο άγγελος Κυρίου δια της φλογός αυτής του θυσιαστηρίου. Ο Μανωέ και η γυνή του έβλεπον αυτόν έκπληκτοι και έπεσαν πρηνείς κάτω στο έδαφος.
21 καὶ οὐ προσέθηκεν ἔτι ὁ ἄγγελος Κυρίου ὀφθῆναι πρὸς Μανωὲ καὶ πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· τότε ἔγνω Μανωὲ ὅτι ἄγγελος Κυρίου οὗτος.
Ο άγγελος του Κυρίου δεν ενεφανίσθη πλέον ούτε προς τον Μανωέ, ούτε προς την γυναίκα αυτού. Τοτε ενόησεν ο Μανωέ ότι ο άγνωστος εκείνος ανήρ ήτο άγγελος Κυρίου.
22 καὶ εἶπε Μανωὲ πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ· θανάτῳ ἀποθανούμεθα, ὅτι Θεὸν εἴδομεν.
Γεμάτος φόβον ο Μανωέ είπε προς την σύζυγόν του· “θα αποθάνωμεν, διότι είδομεν τον Θεόν”.
23 καὶ εἶπεν αὐτῷ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· εἰ ἤθελεν ὁ Κύριος θανατῶσαι ἡμᾶς, οὐκ ἂν ἔλαβεν ἐκ χειρὸς ἡμῶν ὁλοκαύτωμα καὶ θυσίαν καὶ οὐκ ἂν ἔδειξεν ἡμῖν ταῦτα πάντα καὶ καθὼς καιρὸς οὐκ ἂν ἠκούτισεν ἡμᾶς ταῦτα.
Η γυναίκα του όμως του είπε· “εάν ο Κυριος ήθελε να μας θανατώση, δεν θα εδέχετο από τα χέρια μας την αιματηράν θυσίαν του ολοκαυτώματος και την αναίμακτον θυσίαν. Δεν θα εφανέρωνεν εις η μας όλα όσα εξαίρετα είδομεν και δεν θα συγκατέβαινεν ώστε να ακρυσωμεν κατά την ημέραν αυτήν αυτά, που ηκούσαμεν”.
24 καὶ ἔτεκεν ἡ γυνὴ υἱὸν καὶ ἐκάλεσε τὸ ὄνομα αὐτοῦ Σαμψών· καὶ ἡδρύνθη τὸ παιδάριον, καὶ εὐλόγησεν αὐτὸ Κύριος.
Οταν ήλθεν ο καιρός, εγέννησεν η σύζυγος του Μανωέ υιόν και ωνόμασεν αυτόν Σαμψών. Εμεγάλωσε το παιδίον, ο δε Κυριος ευλόγησεν αυτό.
25 καὶ ἤρξατο πνεῦμα Κυρίου συνεκπορεύεσθαι αὐτῷ ἐν παρεμβολῇ Δὰν καὶ ἀνὰ μέσον Σαραὰ καὶ ἀνὰ μέσον Ἐσθαόλ.
Πνεύμα δε Κυρίου ήρχισε να συνοδεύη αυτό εντός και εκτός του στρατοπέδου της φυλής Δαν, το οποίον στρατόπεδον ευρίσκετο μεταξύ Σαραά και Εσθαόλ.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα