ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐλάλησε Κύριος τῷ Ἰησοῖ λέγων·
Επειτα από αυτά ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Ιησούν λέγων·
2 λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ λέγων· δότε τὰς πόλεις τῶν φυγαδευτηρίων, ἃς εἶπα πρὸς ὑμᾶς διὰ Μωυσῆ.
“ειπέ προς τους Ισρσηλίτας τα εξής· Δωσατε τώρα τας πόλεις που θα χρησιμεύσουν ως άσυλα, όπως σας διέταξα άλλοτε δια του Μωϋσή.
3 φυγαδευτήριον τῷ φονευτῇ τῷ πατάξαντι ψυχὴν ἀκουσίως, καὶ ἔσονται ὑμῖν αἱ πόλεις φυγαδευτήριον, καὶ οὐκ ἀποθανεῖται ὁ φονευτὴς ὑπό τοῦ ἀγχιστεύοντος τὸ αἷμα, ἕως ἂν καταστῇ ἐναντίον τῆς συναγωγῆς εἰς κρίσιν*[( Ἐκ τοῦ κώδ. Α)
Καθε μία από τας πόλεις άσυλα θα είναι καταφύγιον δια τον φονέα ο οποίος ακουσίως εφόνευσεν άνθρωπον. Αι πόλεις αυταί θα είναι απαραβίαστα καταφύγια όπου δεν έχει το δικαίωμα ο συγγενής του φονευθέντος να εκτελέση τον φονευτήν, μέχρις ότου αυτός προσαχθή ενώπιον του λαού και εισαχθή εις δίκην.
4 Καὶ φεύξεται εἰς μίαν τῶν πόλεων τούτων καὶ στήσεται ἐπὶ τὴν θύραν τῆς πόλεως καὶ λαλήσει ἐν τοῖς ὠσὶ τῶν πρεσβυτέρων τῆς πόλεως ἐκείνης τοὺς λόγους τούτους καὶ ἐπιστρέψουσιν αὐτὸν ἡ συναγωγὴ πρὸς αὐτοὺς καὶ δώσουσιν αὐτῷ τόπον καὶ κατοικήσει μετ' αὐτῶν
Ο φονεύς θα τρέξη εις μίαν από τας πόλεις αυτάς, θα σταθή εις την θύραν της πόλεως και θα αναφέρη στους πρεσβυτέρους της πόλεως εκείνης τους λόγους που τον ηνάγκασαν να καταφύγη εις αυτήν. Οι δε πρεσβύτεροι θα δεχθούν πλησίον των τον ακούσιον φονέα και θα παραχωρήσουν εις αυτόν τόπον, δια να κατοικήση μαζή των,
5 καὶ ὅτι διώξεται ὁ ἀγχιστεύων τὸ αἷμα ὀπίσω αὐτοῦ καὶ οὐ συγκλείσουσι τὸν φονεύσαντα ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ εἰδὼς ἐπάταξε τὸν πλησίον αὐτοῦ καὶ οὐ μισῶν αὐτὸς αὐτὸν ἀπ' ἐχθὲς καὶ τῆς τρίτης
διότι ο συγγενής του φονευθέντος θα καταδιώξη τον φονέα. Δεν θα παραδώσουν οι πρεσβύτεροι τον φονέα εις τα χέρια του συγγενούς του φονευθέντος, διότι εκείνος εφόνευσε χωρίς να το θέλη τον πλησίον του, χωρίς να έχη κανένα μίσος και καμμίαν αφορμήν μαζή του κατά τας προηγουμένας ημέρας.
6 καὶ κατοικήσει ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ ἕως στῇ κατὰ πρόσωπον τῆς συναγωγῆς εἰς κρίσιν ἕως ἀποθάνῃ ὁ ἱερεὺς ὁ μέγας, ὃς ἔσται ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις· τότε ἐπιστρέψει ὁ φονεύσας καὶ ἐλεύσεται εἰς τὴν πόλιν αὐτοῦ καὶ πρὸς τὸν οἶκον αὐτοῦ καὶ πρὸς πόλιν ὅθεν ἔφυγεν ἐκεῖθεν.].
Ο φονεύς θα παραμείνη εις την πόλιν εκείνην, μέχρις ότου εμφανισθή ενώπιον του λαού, δια να δικασθή νομίμως η μέχρις ότου αποθάνή ο αρχιερεύς, ο οποίος ήτο κατά την περίοδον εκείνην. Τοτε θα επιστρέψη ο ακούσιος φονεύς και θα έλθη εις την πόλιν αυτού, στον οίκον του, εις την πόλιν από όπου έφυγε”.
7 καὶ διέστειλε τὴν Κάδης ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ ἐν τῷ ὄρει τῷ Νεφθαλὶ καὶ Συχὲμ ἐν τῷ ὄρει τῷ Ἐφραὶμ καὶ τὴν πόλιν Ἀρβὸκ (αὕτη ἐστὶ Χεβρών) ἐν τῷ ὄρει τῷ Ἰούδα.
Ο Ιησούς εξεχώρισεν ως άσυλον πόλιν την Καδης εις την Γαλιλαίαν, εις την ορεινήν περιοχήν της φυλής Νεφθαλί· την Συχέμ, εις την ορεινήν περιοχήν της φυλής Εφραίμ, και την πόλιν Αρβόκ (αυτή είναι η Χεβρών) εις την ορεινήν περιοχήν της φυλής του Ιούδα.
8 καὶ ἐν τῷ πέραν τοῦ Ἰορδάνου ἔδωκε Βοσὸρ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐν τῷ πεδίῳ ἀπὸ τῆς φυλῆς Ρουβὴν καὶ Ἀρημὼθ ἐν τῇ Γαλαὰδ ἐκ τῆς φυλῆς Γάδ, καὶ τὴν Γαυλὼν ἐν τῇ Βασανίτιδι ἐκ τῆς φυλῆς Μανασσῆ.
Ανατολικώς δε του Ιορδάνου ώρισε την Βοσόρ, η οποία ευρίσκεται εις την έρημον περιοχήν της πεδιάδος επί της φυλής Ρουβήν, την Αρημώθ εις την περιοχήν Γαλαάδ της φυλής του Γαδ και την Γαυλών εις την περιοχήν Βασάν της φυλής Μανασσή.
9 αὗται αἱ πόλεις αἱ ἐπίκλητοι τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ τῷ προσηλύτῳ τῷ προσκειμένῳ ἐν αὐτοῖς καταφυγεῖν ἐκεῖ παντὶ παίοντι ψυχὴν ἀκουσίως, ἵνα μὴ ἀποθάνῃ ἐν χειρὶ τοῦ ἀγχιστεύοντος τὸ αἷμα, ἕως ἂν καταστῇ ἔναντι τῆς συναγωγῆς εἰς κρίσιν.
Αυταί είναι αι καθρρισθείσαι ως ασυλα-πόλεις δια τους Ισραηλίτας, όπως και δια κάθε ξένον που θα έμενε πλησίον των, δια να κοααφεύγη εκεί κάθε ακούσιος φονεύς και να μη φονευθή από το χέρι συγγενούς του φονευθέντος μέχρις ότου εμφανισθή ενώπιον του λαού και δικασθή νομίμως.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα