ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἀπὸ ταύτης ἐταράχθη ἡ καρδία μου καὶ ἀπερρύη ἐκ τοῦ τόπου αὐτῆς.
Από την καταιγίδα και την αστραπήν αυτήν εταράχθη η καρδία μου. Σαν να έφυγε και να έπεσεν έξω από τον τόπον της.
2 ἄκουε ἀκοὴν ἐν ὀργῇ θυμοῦ Κυρίου, καὶ μελέτη ἐκ στόματος αὐτοῦ ἐξελεύσεται.
Ακουε την από την οργήν και τον θυμόν του Κυρίου εκρηγνυμένην βροντήν· αυτή είναι φωνή, που εξέρχεται από το στόμα του Κυρίου.
3 ὑποκάτω παντὸς τοῦ οὐρανοῦ ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ, καὶ τὸ φῶς αὐτοῦ ἐπὶ πτερύγων τῆς γῆς.
Κατω από τα σύννεφα και εις όλον το στερέωμα της ατμοσφαίρας εξαπολύεται η αστραπή, που μαρτυρεί την δύναμίν του, και το φως της απλώνεται έως εις τα άκρα της γης.
4 ὀπίσω αὐτοῦ βοήσεται φωνῇ, βροντήσει ἐν φωνῇ ὕβρεως αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἀνταλλάξει αὐτούς, ὅτι ἀκούσει φωνὴν αὐτοῦ.
Μετά την αστραπήν θα επακολουθήση η φωνή της βροντής. Θα βροντήση με φωνήν υπερήφανον και μεγαλοπρεπή. Δεν θα αποτρέψη τους κρότους της αστραπής, διότι θα υπακούσουν εις την ιδικήν του φωνήν.
5 βροντήσει ὁ ἰσχυρὸς ἐν φωνῇ αὐτοῦ θαυμάσια· ἐποίησε γὰρ μεγάλα ἃ οὐκ ᾔδειμεν,
Θα βροντήση ο Παντοδύναμος με την βροντεράν του φωνήν κατά τρόπον θαυμαστόν, διότι αυτός έκαμε και κάμνει μεγάλα έργα, τα οποία ημείς δεν ημπορούμεν να γνωρίσωμεν.
6 συντάσσων χιόνι· γίνου ἐπὶ γῆς, καὶ χειμὼν ὑετός, καὶ χειμὼν ὑετῶν δυναστείας αὐτοῦ.
Αυτός διατάσσει το χιόνι και του λέγει· Πηγαινε, κατέβα εις την γην! Κατά διαταγήν ιδικήν του γίνεται επίσης η χειμερινή βροχή. Πιπτουν αι άφθοναι βροχαί του χειμώνος.
7 ἐν χειρὶ παντὸς ἀνθρώπου κατασφραγίζει, ἵνα γνῷ πᾶς ἄνθρωπος τὴν ἑαυτοῦ ἀσθένειαν.
Με τα χιόνια όμως και μέ τις βροχές δένει τα χέρια των ανθρώπων και καταπαύουν αι γεωργικαί εργασίαι, δια να μάθη ο άνθρωπος την αδυναμίαν του.
8 εἰσῆλθε δὲ θηρία ὑπὸ τὴν σκέπην, ἡσύχασαν δὲ ἐπὶ κοίτης.
Και αυτά ακόμη τα θηρία εισέρχονται εις κάποιον σκέπην, δια να ησυχάσουν εις τας φωλεάς των.
9 ἐκ ταμιείων ἐπέρχονται ὀδύναι, ἀπὸ δὲ ἀκρωτηρίων ψῦχος,
Από τα αποταμιευμένα ύδατα επάνω εις τα νέφη του ουρανού επέρχονται μεγάλαι καταστροφαί και οδύνες εξ αιτίας αυτών. Από τα άκρα δε του βορρά προέρχεται το ψύχος.
10 καὶ ἀπὸ πνοῆς ἰσχυροῦ δώσει πάγος, οἰακίζει δὲ τὸ ὕδωρ ὡς ἐὰν βούληται·
Με την παγωμένην πνοήν του ισχυρού βορρά δημιουργεί την παγωνιά, στρέφει και καθοδηγεί το νερό, όπου και όπως ούτος θέλει.
11 καὶ ἐκλεκτὸν καταπλάσσει νεφέλη, διασκορπιεῖ νέφος φῶς αὐτοῦ.
Με το εκλεκτόν αγαθόν, με το νερό, καταρτίζει και συγκροτεί την νεφέλην, η οποία, πριν διαλυθή εις βροχήν, διασκορπίζει το φως των αστραπών της.
12 καὶ αὐτὸς κυκλώματα διαστρέψει, ἐν θεεβουλαθὼθ εἰς ἔργα αὐτῶν. πάντα ὅσα ἂν ἐντείληται αὐτοῖς, ταῦτα συντέτακται παρ᾿ αὐτοῦ ἐπὶ τῆς γῆς,
Ο ίδιος ο Θεός πηδαλιουχεί και κατευθύνει από εδώ και από εκεί τα περιδινούμενα νέφη, ώστε αυτά να εξυπηρετούν εις τα έργα των ανθρώπων. Ολα όσα διατάξη εις αυτά, πραγματοποιούνται. Εκτελούνται όλαι αι διαταγαί του επί της γης,
13 ἐὰν εἰς παιδείαν, ἐὰν εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ, ἐὰν εἰς ἔλεος εὑρήσει αὐτόν.
είτε προς παιδαγωγικήν τιμωρίαν του ανθρώπου είτε προς καρποφορίαν της γης, όταν ευρίσκη τον άνθρωπον άξιον του ελέους του.
14 ἐνωτίζου ταῦτα, Ἰώβ· στῆθι νουθετούμενος δύναμιν Κυρίου.
Ακουε αυτά μετά προσοχής Ιώβ. Στάσου να δεχθής συμβουλάς και νουθεσίας δια την δύναμιν του Κυρίου.
15 οἴδαμεν ὅτι ὁ Θεὸς ἔθετο ἔργα αὐτοῦ φῶς ποιήσας ἐκ σκότους.
Γνωρίζομεν, ότι ο Θεός επραγματοποίησε όλα τα έργα του με τάξιν και σοφίαν, όπως π. χ. να αναλάμπη φως από τα σκοτεινά νέφη.
16 ἐπίσταται δὲ διάκρισιν νεφῶν, ἐξαίσια δὲ πτώματα πονηρῶν.
Αυτός γνωρίζει να διαλύη τα νέφη εις καταστρεπτικάς βροχοπτώσεις προς τιμωρίαν των πονηρών ανθρώπων.
17 σοῦ δὲ ἡ στολὴ θερμή, ἡσυχάζεται δὲ ἐπὶ τῆς γῆς.
Τα ενδύματά σου γίνονται θερμά, όταν πνέη θερμός άνεμος η όταν επικρατή ησυχία επάνω εις την γην.
18 στερεώσεις μετ᾿ αὐτοῦ εἰς παλαιώματα, ἰσχυραὶ ὡς ὅρασις ἐπιχύσεως.
Ακλόνητα θεμέλια αυτός πραγματοποιεί, ώστε να παραμένουν αδιάσειστα, καίτοι παλαιωμένα, ισχυρά, όπως οι χυτοί χάλκινοι καθρέπται.
19 διατί; δίδαξόν με, τί ἐροῦμεν αὐτῷ· καὶ παυσώμαθε πολλὰ λέγοντες.
Πως και διατί συμβαίνουν όλα αυτά; Θα ερωτήση κανείς. Διδαξέ με συ, ω Ιώβ, τι θα απαντήσωμεν εις αυτόν. Και ετσι θα παύσωμεν να λέγωμεν πολλά εκτεινόμενοι και εις άλλα φυσικά φαινόμενα.
20 μὴ βίβλος ἢ γραμματεύς μοι παρέστηκεν, ἵνα ἄνθρωπον ἑστηκὼς κατασιωπήσω;
Μηπως και έχω ενώπιόν μου κανένα βιβλίον η κάποιον γραμματέα, δια να μας εξηγήση αυτά και έτσι εγώ σιωπών να αποστομώσω οιονδήποτε συζητητήν;
21 πᾶσι δὲ οὐχ ὁρατὸν τὸ φῶς, τηλαυγές ἐστιν ἐν τοῖς παλαιώμασιν, ὥσπερ τὸ παρ᾿ αὐτοῦ ἐπὶ νεφῶν.
Εις όλους δεν είναι οράτον τα αισθητόν φως, που λάμπει από μακράν και εις μακράν έκτασιν επάνω στον ουρανόν, τον στερεωμένον από παλαιότατα χρόνια, όπως επίσης και το φως της αστραπής, που κρύπτεται μέσα εις τα νέφη και το οποίον προέρχεται από τον Θεόν;
22 ἀπὸ βορρᾶ νέφη χρυσαυγοῦντα· ἐπὶ τούτοις μεγάλη ἡ δόξα καὶ τιμὴ Παντοκράτορος.
Από τα μέρη του βορρά ανυψώνονται στον ουρανόν σύννεφα, που λάμπουν σαν το χρυσάφι. Ασυγκρίτως όμως περισσότερον από αυτά λάμπει η μεγάλη δόξα και η μεγαλοπρέπεια του παντοκράτορας Θεού.
23 καὶ οὐχ εὑρίσκομεν ἄλλον ὅμοιον τῇ ἰσχύϊ αὐτοῦ· ὁ τὰ δίκαια κρίνων, οὐκ οἴει ἐπακούειν αὐτόν;
Και δεν ευρίσκομεν άλλον, ούτε στον ουρανόν ούτε εις την γην, όμοιον με αυτόν κατά την δύναμιν. Αυτός, λοιπόν, που κρίνει δικαίως και αποδίδει το δίκαιον, δεν νομίζεις, ότι ακούει και κάνει δεκτήν την δέησιν των αδικουμένων, οι οποίοι κράζουν προς αυτόν;
24 διὸ φοβηθήσονται αὐτὸν οἱ ἄνθρωποι, φοβηθήσονται δὲ αὐτὸν καὶ οἱ σοφοὶ καρδίᾳ.
Δια τούτο ακριβώς αυτόν θα φοβηθούν όλοι οι άνθρωποι, ιδιαιτέρως δε θα ευλαβηθούν και θα φοβηθούν αυτόν οι σοφοί κατά την καρδίαν”.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα