ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΠΡΟΣΘΕΙΣ δὲ ἔτι Ἐλιοὺς λέγει·
Ο Ελιούς συνεχίζων τον λόγον του προσέθεσε·
2 μεῖνόν με μικρὸν ἔτι, ἵνα διδάξω σε· ἔτι γὰρ ἐν ἐμοί ἐστι λέξις.
“κάμε ακόμη ολίγην υπομονήν, δια να σε διδάξω περισσότερα. Υπάρχουν έντος μου και άλλα νοήματα, τα οποία και θα πω.
3 ἀναλαβὼν τὴν ἐπιστήμην μου μακράν, ἔργοις δέ μου δίκαια ἐρῶ ἐπ᾿ ἀληθείας
Θα πάρω την σοφίαν και γνώσιν μου από παλαιότερα χρόνια. Αναντίρρητα θα είναι τα γεγονότα, τα οποία εγώ με κάθε αλήθειαν και ειλικρίνειαν θα εκθέσω.
4 καὶ οὐκ ἄδικα ρήματα ἀδίκως συνιεῖς.
Συνεπώς δεν θα ακούσης ούτε θα εννοήσης άδικα και ασύστατα λόγια, χωρίς καμμίαν ωφέλειαν.
5 γίνωσκε δὲ ὅτι ὁ Κύριος οὐ μὴ ἀποποιήσηται τὸν ἄκακον. δυνατὸς ἰσχύϊ καρδίας
Μαθε, λοιπόν, ότι ο Κυριος ουδέποτε θα αποστραφή και θα απαρνηθή τον άδολον και αθώον. Αυτός είναι άπειρος εις δύναμιν, εις σύνεσιν και σοφίαν.
6 ἀσεβῆ οὐ μὴ ζωοποιήσει καὶ κρίμα πτωχῶν δώσει.
Ποτέ δε εξ άλλου δεν θα δώση ζωήν πράγματι ευτυχισμένην στον ασεβή. Παντοτε αποδίδει και θα αποδίδη το δίκαιον στον αδικούμενον πτωχόν.
7 οὐκ ἀφελεῖ ἀπὸ δικαίου ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ· καὶ μετὰ βασιλέων εἰς θρόνον καὶ καθιεῖ αὐτοὺς εἰς νῖκος, καὶ ὑψωθήσονται.
Δεν θα αποστρέψη τους οφθαλμούς του και την προστασίαν του από τον δίκαιον. Θα υψώση και θα καθίση τους δικαίους μαζή με τους βασιλείς εις θρόνον ένδοξον. Θα τους ενθρονίση νικητάς, και αυτοί έτσι θα δοζασθούν.
8 καὶ οἱ πεπεδημένοι ἐν χειροπέδαις συσχεθήσονται ἐν σχοινίοις πενίας,
Οι ασεβείς όμως θα είναι σαν αλυσοδεμένοι, θα δεθούν σφιγκτά σαν με άθραυστα σχοινιά στενοχωριών και στερήσεων.
9 καὶ ἀναγγελεῖ αὐτοῖς τὰ ἔργα αὐτῶν καὶ τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ὅτι ἰσχύσουσιν.
Θα καταστήση ο Θεός γνωστά εις αυτούς και ολοφάνερα τα αμαρτωλά των έργα και τα παραπτώματά των, διότι εις την διάπραξιν αυτών απεδείχθησαν αδίστακτοι και ισχυροί.
10 ἀλλὰ τοῦ δικαίου εἰσακούσεται· καὶ εἶπεν ὅτι ἐπιστραφήσονται ἐξ ἀδικίας.
Αλλά του δικαίου την δέησιν θα την ακούση ευμενώς και θα την κάμη δεκτήν. Και, όπως έχει υποσχεθή, θα θεωρήση δικαίους και εκείνους, οι οποίοι εν μετάνοια θα επιστρέψουν από την αδικίαν των.
11 ἐὰν ἀκούσωσι καὶ δουλεύσωσι, συντελέσουσι τὰς ἡμέρας αὐτῶν ἐν ἀγαθοῖς καὶ τὰ ἔτη αὐτῶν ἐν εὐπρεπείαις.
Εκείνοι από τους ανθρώπους, οι οποίοι θα ακούσουν την φωνήν του Κυρίου, θα υποταχθούν εις αυτόν και θα εφαρμόσουν τας εντολάς του, θα τελειώσουν τας ημέρας των μέσα εις τα αγαθά και τα έτη της ζωής των θα είναι έντιμα και ευτυχισμένα.
12 ἀσεβεῖς δὲ οὐ διασῴζει παρὰ τὸ μὴ βούλεσθαι αὐτοὺς εἰδέναι τὸν Κύριον καὶ διότι νουθετούμενοι ἀνήκοοι ἦσαν.
Τους ασεβείς όμώς ο Κυριος δεν θα τους περισώση ούτε θα τους απαλλάξη από τας δυστυχίας, διότι αυτοί δεν ηθέλησαν να γνωρίσουν τον Κυριον και διότι, όταν ακόμη ενουθετούντο, παρέμεναν ανυπάκοοι.
13 καὶ ὑποκριταὶ καρδίᾳ τάξουσι θυμόν· οὐ βοήσονται, ὅτι ἔδησεν αὐτούς.
Επίσης οι δόλιοι και υποκριταί κρύπτουν μέσα εις την καρδίαν των τον θυμόν και την κακίαν των. Σκληρυμμένοι εις την κακίαν των, δεν θα βοήσουν με την προσευχήν των προς τον Κυριον, όταν θα τους έχη δέσει με τας αλυσίδας των θλίψεων.
14 ἀποθάνοι τοίνυν ἐν νεότητι ἡ ψυχὴ αὐτῶν, ἡ δὲ ζωὴ αὐτῶν τιτρωσκομένη ὑπὸ ἀγγέλων,
Αυτοί, λοιπόν, θα αποθάνουν προ καιρού, κατά τα χρόνια της νεότητός των, η δε βραχεία ζωη, που θα ζήσουν επί της γης, θα βασανίζεται πληττομένη από εκδικητάς αγγέλους.
15 ἀνθ᾿ ὧν ἔθλιψαν ἀσθενῆ καὶ ἀδύνατον, κρίμα δὲ πρᾳέων ἐκθήσει.
Διότι έθλιψαν και κατεπίεσαν τον ασθενή, τον αδύνατον, τον πτωχόν. Εξ αντιθέτου ο Κυριος θα φανερώση το δίκαιον των πράων και ησύχων ανθρώπων.
16 καὶ προσέτι ἠπάτησέ σε ἐκ στόματος ἐχθροῦ· ἄβυσσος, κατάχυσις ὑποκάτω αὐτῆς, καὶ κατέβη τράπεζά σου πλήρης πιότητος.
Επί πλέον σε εκάλυψε και σε προεφύλαξε από έχθρικον στόμα, έτοιμον να σε καταπίη. Αβυσσος ηπλώνετο ενώπιόν σου, κάτω από την οποίαν εχύνετο και έρεεν ορμητικώς το νερό. Αντί δε να καταποντισθής εις αυτήν, όπως εφοβήθης, κατέβηκε δια σε ητοιμασμένη τράπεζα, γεμάτη από άφθονα και εύγευστα φαγητά.
17 οὐχ ὑστερήσει δὲ ἀπὸ δικαίων κρίμα,
Δεν θα παραβλέψη ούτε και θα καθυστερήση ο Θεός το δίκαιον των ευσεβών ανθρώπων.
18 θυμὸς δὲ ἐπ᾿ ἀσεβεῖς ἔσται δι᾿ ἀσέβειαν δώρων, ὧν ἐδέχοντο ἐπ᾿ ἀδικίαις.
Ο θυμός του όμως θα εκσπάση εναντίον των ασεβών δια την ασέβειαν, που έδειξαν, με τα δώρα που εδέχοντο εις ανταμοιβήν των αδίκων αποφάσεών των, όταν έκριναν ως δικασταί.
19 μή σε ἐκκλινάτω ἑκὼν ὁ νοῦς δεήσεως ἐν ἀνάγκῃ ὄντων ἀδυνάτων, καὶ πάντας τοὺς κραταιοῦντας ἰσχύν.
Ποτέ ας μη γυρίση αλλού θεληματικά ο νους και η προσοχή σου, όταν ασθενείς και αδύνατοι άνθρωποι ευρισκόμενοι εις ανάγκην σε παρακαλούν να τους βοηθήσης. Και μη πτοηθής, μη υποσταλής ενώπιον ανθρώπων, που διαθέτουν δύναμιν και επιρροήν.
20 μὴ ἐξελκύσῃς τὴν νύκτα τοῦ ἀναβῆναι λαοὺς ἀντ᾿ αὐτῶν·
Μη αναβάλης την βοήθειαν προς τους πτωχούς και την απόδοσιν δικαίου προς τους αδικουμένους έως την νύκτα και κατόπιν τους διώξης ισχυριζόμενος ότι περιμένεις πολλούς άλλους.
21 ἀλλὰ φύλαξαι μὴ πράξῃς ἄτοπα· ἐπὶ τούτων γὰρ ἐξείλω ἀπὸ πτωχείας.
Πρόσεξε να μη διαπράξης ποτέ άτοπα έργα. Αποφεύγων αυτά θα γλυτώσης από την αθλιότητα και την δυστυχίαν.
22 ἰδοὺ ὁ Ἰσχυρὸς κραταιώσει ἐν ἰσχύϊ αὐτοῦ· τίς γάρ ἐστι κατ᾿ αὐτὸν δυνάστης;
Ιδού, ο Κυριος είναι πανίσχυρος και με την άπειρον δύναμίν του επιβάλλεται απολύτως. Ποιός εξουσιαστής του επιγείου και ουρανίου κόσμου είναι όμοιος με αυτόν;
23 τίς δέ ἐστιν ὁ ἐτάζων αὐτοῦ τὰ ἔργα; ἢ τίς ὁ εἰπών· ἔπραξεν ἄδικα;
Ποιός είναι εκείνος, ο οποίος ημπορεί να κρίνη και να ελέγξη τα έργα του; Ποιός ημπορεί ποτέ να είπη προς αυτόν· Διέπραξες αδικίαν;
24 μνήσθητι, ὅτι μεγάλα ἐστὶν αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὧν ἦρξαν ἄνδρες.
Εχε πάντοτε στον νουν και εις την καρδίαν ότι ιδικά του έργα είναι και τα μεγάλα έργα, δια των οποίων μεγάλοι άνδρες έγιναν άρχοντες.
25 πᾶς ἄνθρωπος εἶδεν ἐν ἑαυτῷ, ὅσοι τιτρωσκόμενοί εἰσι βροτοί.
Αντιθέτως, κάθε άνθρωπος εξετάζων τον εαυτόν του πείθεται ότι είναι αδύνατος. Ποσοι και πόσοι θνητοί πληγώνονται συνεχώς και αποθνήσκουν!
26 ἰδοὺ ὁ Ἰσχυρὸς πολύς, καὶ οὐ γνωσόμεθα· ἀριθμὸς ἐτῶν αὐτοῦ, καὶ ἀπέραντος.
Ιδού, ο Παντοδύναμος είναι μέγας και πολύς και δεν είμεθα εις θέσιν ημείς να τον γνωρίσωμεν εις όλην αυτού την άπειρον τελειότητα. Ο αριθμός των ετών αυτού είναι άπειρος.
27 ἀριθμηταὶ δὲ αὐτῷ σταγόνες ὑετοῦ, καὶ ἐπιχυθήσονται ὑετῷ εἰς νεφέλην·
Εν τη παντοδυναμία του έχει την δυνατότητα και αυτάς τας σταγόνας της βροχής να μετρήση, τας σταγόνας αι οποίαι χύνονται ασυγκράτητοι δια της βροχής από τα σύννεφα.
28 ρυήσονται παλαιώματα, ἐσκίασε δὲ νέφη ἐπὶ ἀμυθήτων βροτῶν.
Θα ρεύσουν, όπως από παλαιότατα έτη τα νερά από τα νέφη, θα πλημμυρίσουν και θα εκχειλίσουν απεξηραμμένοι χείμαρροι. Τα νέφη σκεπάζουν εις τόσην μεγάλην έκτασιν τον ορίζοντα, ώστε ρίπτουν την σκιαν των εις αναρίθμητα πλήθη ανθρώπων.
28α ὥραν ἔθετο κτήνεσιν, οἴδασι δὲ κοίτης τάξιν.
Ο Θεός είναι εκείνος, που ώρισεν ώραν εργασίας και ώραν αναπαύσεως και εις αυτά τα κτήνη. Γνωρίζουν δε αυτά την ωρισμένην ώραν, που θα κοιτασθούν εις την φάτνην των.
28β ἐπὶ τούτοις πᾶσιν οὐκ ἐξίσταταί σου ἡ διάνοια οὐδὲ διαλλάσσεταί σου ἡ καρδία ἀπὸ σώματος;
Ενώπιον όλων αυτών των θαυμάτων είναι να μη μείνη εκστατική η διάνοια του ανθρώπου, και να μη διασαλευθή πάλλουσα ισχυρώς η καρδία σου, ως εάν θέλη να ορμήση έξω από το σώμα σου;
29 καὶ ἐὰν συνῇ ἀπεκτάσεις νεφέλης, ἰσότητα σκηνῆς αὐτοῦ,
Σκέψου, εάν είναι δυνατόν να εννοήσης τας απεριορίστους εκτάσεις της νεφέλης, που καταλαμβάνει τον ορίζοντα, ώστε να αποτελή τρόπον τινά τον θρόνον του επί των νεφών καθήμενου Θεού!
30 ἰδοὺ ἐκτενεῖ ἐπ᾿ αὐτὸν ἠδὼ καὶ ριζώματα τῆς θαλάσσης ἐκάλυψεν·
Και ιδού, αφού εκσπάση μεγάλη θύελλα, έπειτα θα δώση εις όλον τον ουρανόν το γλυκύ ουράνιον τόξον, το οποίον θα σκεπάση και αυτάς τας ρίζας της θαλάσσης.
31 ἐν γὰρ αὐτοῖς κρινεῖ λαούς, δώσει τροφὴν τῷ ἰσχύοντι.
Και με τα μεγαλοπρεπή αυτά φυσικά φαινόμενα κρίνει και τιμωρεί ο Θεός τους λαούς, που απομακρύνονται από αυτόν. Οπως επίσης με τα ίδια αυτά φυσικά φαινόμενα δίδει τροφήν εις πλήθος ανθρώπων.
32 ἐπὶ χειρῶν ἐκάλυψε φῶς καὶ ἐνετείλατο περὶ αὐτῆς ἐν ἀπαντῶντι·
Εις τα χέρια του κρύπτει το φως της αστραπής και του κεραυνού. Διδει εντολήν εις την νεφέλην πότε θα εκραγή ο κεραυνός εναντίον εκείνου, που εξεγείρεται κατά του Θεού.
33 ἀναγγελεῖ περὶ αὐτοῦ φίλον αὐτοῦ Κύριος, κτῆσις καὶ περὶ ἀδικίας.
Δια του φαινομένου αυτού ειδοποιεί και προαναγγέλλει ο Κυριος στον φίλον του περί της προσεχούς τιμωρίας του ανθρώπου, ο οποίος απέκτησεν αδίκως περιουσίαν.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα