ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δὲ Ἐλιοὺς λέγει·
Συνέχισε πάλιν τον λόγον ο Ελιούς και είπε·
2 τί τοῦτο ἡγήσω ἐν κρίσει; σὺ τίς εἶ ὅτι εἶπας· δίκαιός εἰμι ἔναντι Κυρίου;
“διατί είχες αυτό το φρόνημα και αντιδικούσες προς τον Θεόν; Ποιός είσαι συ, ο οποίος ετόλμησες να είπης· είμαι δίκαιος απέναντι του Κυρίου;
3 ἐγώ σοι δώσω ἀπόκρισιν καὶ τοῖς τρισὶ φίλοις σου.
Εγώ θα απαντήσω εις σε και στους τρεις φίλους σου.
4 ἀνάβλεψον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἰδέ, κατάμαθε δὲ νέφη ὡς ὑψηλὰ ἀπὸ σοῦ.
Σηκωσε τα βλέμματά σου στον ουρανόν, παρατήρησε και πρόσεξε τα νέφη, πόσον υψηλά από σε είναι. Επάνω δε από αυτά, εις τα απροσμέτρητα ύψη, υπάρχει ο θρόνος του Παντοκράτορας.
5 εἰ ἥμαρτες, τί πράξεις; εἰ δὲ καὶ πολλὰ ἠνόμησας, τί δύνασαι ποιῆσαι;
Εάν ημάρτησες, τι κακόν νομίζεις ότι έκαμες στον Θεόν; Εάν δε και πολλάς ανομίας διέπραξες, τι δύνασαι να κάμνης εναντίον του Θεού;
7 ἐπεὶ δὲ οὖν δικαιος εἶ, τί δώσεις αὐτῷ; ἢ τί ἐκ χειρός σου λήψεται;
Εάν δε και είσαι δίκαιος, τι, τάχα, έχεις να προσφέρης στον Θεόν; Η από τι έχει ανάγκην και τι ημπορεί να πάρη από τα χέρια σου ο Θεός;
8 ἀνδρὶ τῷ ὁμοίῳ σου ἡ ἀσέβειά σου, καὶ υἱῷ ἀνθρώπου ἡ δικαιοσύνη σου.
Η ασέβειά σου ημπορεί να αποβή επιβλαβής εις άνθρωπον όμοιον με σέ. Οπως εξ αντιθέτου και η δικαιοσύνη σου ημπορεί να ωφελήση υιόν ανθρώπου, όπως είσαι συ.
9 ἀπὸ πλήθους συκοφαντούμενοι κεκράξονται, βοήσονται ἀπὸ βραχίονος πολλῶν.
Θα κραυγάσουν δυνατά εκείνοι, οι οποίοι συκοφαντούνται και αδικούνται από πλήθος διαβολέων. Θα βοήσουν εκείνοι, που καταπιέζονται από βραχίονας πολλών τυράννων.
10 καὶ οὐκ εἶπε· ποῦ ἐστιν ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας με, ὁ κατατάσσων φυλακὰς νυκτερινάς,
Και όμως κανείς από αυτούς δεν είπε· που είναι ο Θεός, ο οποίος με εδημιούργησε; Ο κατανέμων φρουράς κατά το διάστημα της νυκτός εις ασφάλειαν των ανθρώπων.
11 ὁ διορίζων με ἀπὸ τετραπόδων γῆς, ἀπὸ δὲ πετεινῶν οὐρανοῦ;
Αυτός, ο οποίός με εξεχώρισε τιμητικώς από τα τετράποδα της γης και από τα πτηνά του ουρανού!
12 ἐκεῖ κεκράξονται, καὶ οὐ μὴ εἰσακούσῃ καὶ ἀπὸ ὕβρεως πονηρῶν.
Θα κράξουν με όλην των την δύναμιν οι συκοφαντούμενοι και καταπιεζόμενοι. Ο Θεός όμως δεν θα ακούση τας διαμαρτυρίας εξ αιτίας της αλαζονείας των πονηρών αυτών ανθρώπων.
13 ἄτοπα γὰρ οὐ βούλεται ἰδεῖν ὁ Κύριος, αὐτὸς γὰρ ὁ Παντοκράτωρ
Διότι ο Θεός δεν θέλει να ίδη και αποστρέφεται τα άτοπα. Εν τούτοις αυτός ο ίδιος ο Παντοκράτωρ
14 ὁρατής ἐστι τῶν συντελούντων τὰ ἄνομα καὶ σώσει με. κρίθητι δὲ ἐναντίον αὐτοῦ, εἰ δύνασαι αὐτὸν αἰνέσαι, ὥς ἐστι.
είναι θεατής και αυτόπτης μάρτυς εκείνων, οι οποίοι διαπράττουν τας παρανομίας. Από τα χέρια όμως αυτών θα με σώση. Ανάθεσε εις αυτόν το δίκαιόν σου. Περίμενε την δικαίαν του κρίσιν και σκέψου, εάν θα ημπορέσης να τον υμνήσης και να τον δοξολογήσης, όπως πράγματι του αξίζει.
15 καὶ νῦν ὅτι οὐκ ἔστιν ἐπισκεπτόμενος ὀργὴν αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἔγνω παράπτωμά τι σφόδρα·
Διότι και τώρα ο Κυριος δεν εκδηλώνει, την οργήν αυτού, κατά των παρανομούντων. Δι' αυτό και φαίνεται, σαν να μη γνωρίζη και να μη λογαριάζη ούτε και το μεγαλύτερον παράπτωμα.
16 καὶ Ἰὼβ ματαίως ἀνοίγει τὸ στόμα αὐτοῦ, ἐν ἀγνωσίᾳ ρήματα βαρύνει.
Δια τούτο και ο Ιώβ ανοίγει το στόμα του εις μάταια παράπονα. Ευρισκόμενος δε εν αγνοία της σοφίας και μακροθυμίας του Θεού λέγει πολλά και βαρειά λόγια”.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα