ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δὲ Ἐλιοὺς λέγει·
Συνεχίζων τον λόγον ο Ελιούς είπεν·
2 ἀκούσατέ μου, σοφοί· ἐπιστάμενοι, ἐνωτίζεσθε τὸ καλόν·
“ακούσατε αυτά, που θα σας είπω, όσοι είσθε σοφοί. Βαλετε εις τα αυτιά σας το καλόν σεις, που γνωρίζετε πολλά.
3 ὅτι οὖς λόγους δοκιμάζει, καὶ λάρυγξ γεύεται βρῶσιν.
Οτι, όπως ακριβώς ο λάρυγξ γεύεται το φαγητόν και μας πληροφορεί περί αυτού, ετσι και η ακοή, όργανον της διανοίας, κρίνει και ξεχωρίζει το ορθόν από το πεπλανημένον.
4 κρίσιν ἑλώμεθα ἑαυτοῖς, γνῶμεν ἀνὰ μέσον ἑαυτῶν ὅ,τι καλόν.
Ας εκλέξωμεν, λοιπόν, μαζή δια τον εαυτόν μας την δικαίαν κρίσιν και ας μάθωμεν να συζητούμεν μεταξύ μας ο,τι είναι καλόν και ορθόν.
5 ὅτι εἴρηκεν Ἰώβ· δίκαιός εἰμι, ὁ Κύριος ἀπήλλαξέ μου τὸ κρίμα,
Ας εξετάσωμεν αυτό, που είπεν ο Ιώβ· Είμαι δίκαιος, και παρ' όλα αυτά ο Κυριος δεν μου απέδωσε το δίκαιόν μου.
6 ἐψεύσατο δὲ τῷ κρίματί μου, βίαιον τὸ βέλος μου ἄνευ ἀδικίας.
Διέψευσε την γνώμην μου περί της αθωότητός μου, με έκρινεν ως ψεύστην. Χωρίς να πράξω κάτι το άδικον, έρριψε με ορμήν το βέλος της η θεία οργή του και με επλήγωσε βαθείά!
7 τίς ἀνὴρ ὥσπερ Ἰώβ, πίνων μυκτηρισμὸν ὥσπερ ὕδωρ,
Ποιός, λοιπόν, άλλος άνθρωπος ευρίσκεται στοιαύτην οδύνην και κατάπτωση, όπως ο Ιώβ, ο οποίος καθημερινώς, σαν με νερό, ποτίζεται με περιφρόνησιν από τους ανθρώπους,
8 οὐχ ἁμαρτὼν οὐδὲ ἀσεβήσας ἢ ὁδοῦ κοινωνήσας μετὰ ποιούντων τὰ ἄνομα τοῦ πορευθῆναι μετὰ ἀσεβῶν;
χωρίς να έχη αμαρτήσει ούτε και ασεβήσει, όπως ο ίδιος βεβαιώνει, χωρίς να έχη συμμετάσχει εις πονηρά έργα, η να έχη περιπατήσει μαζή με όλλους στον δρόμον των εργαζομένων τας παρανομίας και γενικώς στον δρόμον των ασεβών;
9 μὴ γὰρ εἴπῃς, ὅτι οὐκ ἔσται ἐπισκοπὴ ἀνδρὸς καὶ ἐπισκοπὴ αὐτῷ παρὰ Κυρίου.
Ας μη είπης συ, που με ακούεις, ότι δεν υπάρχει επίβλεψις και πρόνοια δια τον άνθρωπον εκ μέρους του Κυρίου.
10 διό, συνετοὶ καρδίας ἀκούσατέ μου· μή μοι εἴη ἔναντι Κυρίου ἀσεβῆσαι καὶ ἔναντι Παντοκράτορος ταράξαι τὸ δίκαιον·
Δια τούτο ακούσατέ μου σεις, οι συνετοί και νοήμονες άνδρες. Ποτέ να μη δώση ο Θεός και είπω λόγια ασεβή απέναντι του Κυρίου και να διαστρέψω απέναντι του Παντοκράτορας το δίκαιον και την δικαίαν κρίσιν.
11 ἀλλὰ ἀποδιδοῖ ἀνθρώπῳ καθὰ ποιεῖ ἕκαστος αὐτῶν, καὶ ἐν τρίβῳ ἀνδρὸς εὑρήσει αὐτόν.
Αλλά ανταποδίδει και θα ανταποδιδή ο Κυριος στον κάθε άνθρωπον ανάλογά με τα έργα, που πράττει αυτός. Θα συναντήση και θα κρίνη αυτόν σύμφωνα με την πορείαν της ζωής του.
12 οἴει δὲ τὸν Κύριον ἄτοπα ποιήσειν; ἢ ὁ Παντοκράτωρ ταράξει κρίσιν, ὃς ἐποίησε τὴν γῆν;
Εχεις την γνώμην, ότι είναι δυνατόν ποτέ ο Κυριος να πράξη κάτι το άτοπον; Η ο Παντοκράτωρ, που εδημιούργησε και κυβερνά τον κόσμον, θα διαταράξη το δίκαιον; Ποτέ στον αιώνα τον άπαντα.
13 τίς δέ ἐστιν ὁ ποιῶν τὴν ὑπ᾿ οὐρανὸν καὶ τὰ ἐνόντα πάντα;
Ποιός είναι εκείνος, που εδημιούργησε όλην την υπ' ουρανόν και όλα όσα υπάρχουν εις αυτήν; Ο Θεός.
14 εἰ γὰρ βούλοιτο συνέχειν καὶ τὸ πνεῦμα παρ᾿ αὐτῷ κατασχεῖν,
Εάν ο Κυριος ήθελε να αναστείλη και να δεσμεύση τον ζωογόνον αέρα, που αναπνέομεν,
15 τελευτήσει πᾶσα σάρξ ὁμοθυμαδόν, πᾶς δὲ βροτὸς εἰς γῆν ἀπελεύσεται, ὅθεν καὶ ἐπλάσθη.
κάθε ζωντανός οργανισμός θα απέθνησκεν αμέσως. Ολοι δε οι θνητοί θα κατήρχοντο στον τάφον νεκροί, εις την γην από την οποίαν επλάσθησαν.
16 εἰ δὲ μὴ νουθετῇ, ἄκουε ταῦτα, ἐνωτίζου φωνὴν ρημάτων.
Εάν συ, ω Ιώβ, δεν δέχεσαι νουθεσίας και συμβουλάς, άκουσε τώρα αυτά· Δώσε προσοχήν στους λόγους μου.
17 ἰδὲ σὺ τὸν μισοῦντα ἄνομα καὶ τὸν ὀλλύντα τοὺς πονηροὺς ὄντα αἰώνιον δίκαιον.
Ιδέ συ, που νομίζεις ότι ο Κυριος σε αδικεί, και μάθε ότι ο Θεός μισεί τα παράνομα πράγματα, καταστρέφει και εξολοθρεύει τους πονηρούς. Είναι αιωνίως ο απολύτως δίκαιος.
18 ἀσεβὴς ὁ λέγων βασιλεῖ· παρανομεῖς, ἀσεβέστατε, τοῖς ἄρχουσιν·
Είναι κατά την γνώμην σου ασεβής εκείνος, που ελεύθερα ημπορεί να πη στον παραβαίνοντα τον νόμον βασιλέα· “Παρανομείς” και θα αποκαλέση κάθε παρεκτρέπομενον άρχοντα, “ασεβέστατε”!
19 ὃς οὐκ ἐπῃσχύνθη πρόσωπον ἐντίμου, οὐδὲ οἶδε τιμὴν θέσθαι ἁδροῖς θαυμασθῆναι πρόσωπα αὐτῶν.
Αυτός που δεν επτοήθη και δεν υπεστάλη ενώπιον ενδόξου και ισχυρού ανθρώπου, ούτε γνωρίζει να αποδίδη τιμάς και κολακείας και να εκφράζεται με θαυμασμόν δια τους παρανομούντος μεγάλους.
20 κενὰ δὲ αὐτοῖς ἀποβήσεται τὸ κεκραγέναι καὶ δεῖσθαι ἀνδρός· ἐχρήσαντο γὰρ παρανόμως ἐκκλινομένων ἀδυνάτων.
Εξ αντιθέτου δέ, δια μερικούς κόλακας θα αποδειχθή ότι είναι μάταιον να κράζουν προς τους ισχυρούς της ημέρας και να ζητούν την βοήθειαν εκ μέρους αυτών. Διότι εφέρθησαν και οι ίδιοι παρανόμως, παρεθεώρησαν τους αδυνάτους και κατεπάτησαν το δίκαιόν των.
21 αὐτὸς γὰρ ὁρατής ἐστιν ἔργων ἀνθρώπων, λέληθε δὲ αὐτὸν οὐδὲν ὧν πράσσουσιν,
Διεψεύσθησαν αι προσδοκίαι των, διότι ο Θεός επιβλέπει και παρακολουθεί τα έργα των ανθρώπων. Τιποτε δεν διαφεύγει την προσοχήν του από αυτά, που πράττουν οι άνθρωποι.
22 οὐδὲ ἔσται τόπος τοῦ κρυβῆναι τοὺς ποιοῦντας τὰ ἄνομα·
Ούτε δε και υπάρχει τόπος, δια να κρυβούν αυτοί, που διαπράττουν τας παρανομίας.
23 ὅτι οὐκ ἀπ᾿ ἄνδρα θήσει ἔτι·
Και δεν ημπορεί ο παράνομος να στηρίζη τας ελπίδας του εις την βοήθειαν του οιουδήποτε ανθρώπου.
24 ὁ γὰρ Κύριος πάντας ἐφορᾷ ὁ καταλαμβάνων ἀνεξιχνίαστα, ἔνδοξά τε καὶ ἐξαίσια, ὧν οὐκ ἔστιν ἀριθμός·
Διότι ο Κυριος επιβλέπει όλους και δεν πλανάται ποτέ. Κατανοεί και τα πλέον ανεξιχνίαστα από τους ανθρώπους πράγματα, ένδοξα και εξαίρετα, τα οποία δεν είναι δυνατόν κανείς να εξαριθμήση.
25 ὁ γνωρίζων αὐτῶν τὰ ἔργα καὶ στρέψει νύκτα καὶ ταπεινωθήσονται.
Ο Κυριος γνωρίζει τα έργα των. Ανατρέπει αυτούς κατά την νύκτα και τους ταπεινώνει.
26 ἔσβεσε δὲ ἀσεβεῖς, ὁρατοὶ δὲ ἐναντίον αὐτοῦ,
Εσβησε το φως των ασεβών ο Κυριος και τους εξηφάνισε, διότι ορατοί ήσαν ενώπιόν του αυτοί και τα έργα των·
7 ὅτι ἐξέκλιναν ἐκ νόμου Θεοῦ, δικαιώματα δὲ αὐτοῦ οὐκ ἐπέγνωσαν
διότι παρεξέκλιναν από τον νόμον του Θεού, δεν ανεγνώρισαν και δεν ετήρησαν τας εντολάς του·
28 τοῦ ἐπαγαγεῖν ἐπ᾿ αὐτὸν κραυγὴν πενήτων, καὶ κραυγὴν πτωχῶν εἰσακούσεται.
και έγιναν έτσι αιτία και αφορμή να φθάση προς αυτόν η κραυγή των αδικουμένων πενήτων, να εισακουσθή η κραυγή των πτωχών και αδυνάτων.
29 καὶ αὐτὸς ἡσυχίαν παρέξει, καὶ τίς καταδικάσεται; καὶ κρύψει πρόσωπον, καὶ τίς ὄψεται αὐτόν; καὶ κατὰ ἔθνους καὶ κατὰ ἀνθρώπου ὁμοῦ
Οταν δε ο Θεός δώση ειρήνην και δικαίωσιν εις κάποιον, ποιός θα ημπορέση να εκφέρη καταδικαστικήν απόφασιν; Οταν δε από αγανάκτησιν κρύψη και αποστρέψη το πρόσωπόν του, ποιός θα ημπορέση να τον ίδη; Αυτός είναι κριτής ολοκλήρου έθνους, όπως επίσης και του ενός μόνον ανθρώπου.
30 βασιλεύων ἄνθρωπον ὑποκριτὴν ἀπὸ δυσκολίας λαοῦ.
Αυτός παραχωρεί ως βασιλέα άνθρωπον δόλιον και ιδιοτελή, ένεκα της κακότητος του λαού.
31 ὅτι πρὸς τὸν ἰσχυρὸν ὁ λέγων· εἴληφα, οὐκ ἐνεχυράσω·
Αυτά δι' εκείνον, που λέγει προς τον ισχυρόν Θεόν· “Εχω έως τώρα πάρει από σε τιμωρίας. Δεν θα ζητήσω εγγύησιν και ενέχυρον, που να με ασφαλίζη από άλλους.
32 ἄνευ ἐμαυτοῦ ὄψομαι, σὺ δεῖξόν μοι, εἰ ἀδικίαν εἰργασάμην, οὐ μὴ προσθήσω.
Είμαι ανίκανος από τον εαυτόν μου να ίδω το ορθόν. Συ, ο ισχυρός, δείξε μου, αν διέπραξα κάποιον αδικίαν και εγώ υπιόσχομαι να μη την επαναλάβω στο μέλλον”.
33 μὴ παρὰ σοῦ ἀποτίσει αὐτήν; ὅτι ἀπώσῃ, ὅτι σὺ ἐκλέξῃ, καὶ οὐκ ἐγώ· καὶ τί ἔγνως, λάλησον.
Μηπως σύμφωνα με την ιδικήν σου εκτίμησιν και με την ιδικήν σου γνώμην θα κανονίση ο Θεός την τιμωρίαν; Αλλά συ την τιμωρίαν, που θα επιτρέψη ο Θεός, θα την απωθήσης, διότι έχεις την απαίτησιν να εκλέξης συ, και οχι εγώ ο Θεός. Επάνω εις αυτά τα μεγάλα θέματα τι γνωρίζεις, και τι γνώμην έχεις, ω Ιώβ; Ομίλησε.
34 διὸ συνετοὶ καρδίας ἐροῦσι ταῦτα, ἀνὴρ δὲ σοφὸς ἀκήκοέ μου τὸ ρῆμα.
Διότι αυτά, που είπαμε, είναι αληθινά και σοφά. Ανδρες δε συνετοί θα είπουν τα ίδια. Καθε σοφός άνθρωπος θα ακούση και θα δεχθή τα λόγια μου αυτά.
35 Ἰὼβ δὲ οὐκ ἐν συνέσει ἐλάλησε, τὰ ρήματα αὐτοῦ οὐκ ἐν ἐπιστήμῃ.
Το συμπέρασμα, είναι, ότι ο Ιώβ δεν ωμίλησε με σύνεσιν. Τα λόγια του δεν ήσαν λόγια σοφίας και επιστήμης.
36 οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ μάθε, Ἰώβ, μὴ δῷς ἔτι ἀνταπόκρισιν, ὥσπερ οἱ ἄφρονες,
Δεν αρκεί όμως να παραδεχθής αυτό, που είπα. Αλλά μάθε, ω Ιώβ, ακόμη να μη δώσης πλέον ανταπόκρισιν εις τας δοκιμασίας σου, όπως οι άφρονες, αυτοί που είναι εστερημένοι της αληθινής σοφίας.
37 ἵνα μὴ προσθῶμεν ἐφ᾿ ἁμαρτίαις ἡμῶν, ἀνομία δὲ ἐφ᾿ ἡμῖν λογισθήσεται, πολλὰ λαλούντων ρήματα ἐναντίον τοῦ Κυρίου.
Τούτο δε και δια να μη προσθέσωμεν με τα ασύνετα λόγια μας και άλλας αμαρτίας εις τας μέχρι σήμερον διαπραχθείσας παρανομίας μας. Ασφαλώς δε θα καταλογισθή εις βάρος μας ως ανομία, όταν λέγωμεν τέτοια λόγια εναντίον του Κυρίου”.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα