ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΟΥ μὴν δὲ ἀλλὰ ἄκουσον, Ἰώβ, τὰ ρήματά μου καὶ λαλιὰν ἐνωτίζου μου·
Ακουσε, λοιπόν, και συ Ιώβ τα λόγια μου. Δώσε προσοχήν εις αυτά, τα οποία θα είπω.
2 ἰδοὺ γὰρ ἤνοιξα τὸ στόμα μου, καὶ ἐλάλησεν ἡ γλῶσσά μου.
Ιδού, ήνοιξα το στόμα μου και η γλώσσα πλέον θα αρχίση να ομιλή.
3 καθαρά μου ἡ καρδία ρήμασι, σύνεσις δὲ χειλέων μου καθαρὰ νοήσει.
Από καθαράν και απροκατάληπτον καρδίαν θα εξέλθουν τα λόγια μου. Τα δε συνετά λόγια, που θα βγουν από τα χείλη μου, θα είναι καθαρά και ξάστερα, ώστε εύκολα να τα κατανόηση κανείς.
4 πνεῦμα θεῖον τὸ ποιῆσάν με, πνοὴ δὲ Παντοκράτορος ἡ διδάσκουσά με.
Το Πνεύμα του Θεού με εδημιούργησε, η πνοή δε και η έμπνευσις Κυρίου του Παντοκράτορας είναι αυτή, που που με διδάσκει.
5 ἐὰν δύνῃ, δός μοι ἀπόκρισιν πρὸς ταῦτα· ὑπόμεινον, στῆθι κατ᾿ ἐμὲ καὶ ἐγὼ κατὰ σέ.
Εάν βέβαια ημπορρής, δος μου ελεύθερα απάντησιν εις αυτά. Μονον δείξε υπομονήν καθ' ον χρόνον θα ομιλώ. Στάσου σταθερά απέναντί μου, όπως και εγώ θα σταθώ απέναντί σου.
6 ἐκ πηλοῦ διήρτισαι σὺ ὡς καὶ ἐγώ, ἐκ τοῦ αὐτοῦ διηρτίσμεθα.
Είμεθα και οι δυο ίσοι. Από πηλόν έχεις πλασθή συ, όπως και εγώ. Από την ίδια λάσπη έχομεν πλασθή και απαρτισθή και οι δυο μας.
7 οὐχ ὁ φόβος μού σε στροβήσει, οὐδὲ ἡ χείρ μου βαρεῖα ἔσται ἐπὶ σοί.
Δεν θέλω να σε ταράξη ο φόβος μου, ούτε και το χέρι μου να πέση βαρύ επάνω σου.
8 πλὴν εἶπας ἐν ὠσί μου, φωνὴν ρημάτων σου ἀκήκοα,
Πρέπει όμως να ομιλήσω, διότι με τα ίδια μου τα αυτιά άκουσα όσα είπες. Τους λόγους της ιδικής σου φωνής ήκουσα,
9 διότι λέγεις· καθαρός εἰμι οὐχ ἁμαρτών, ἄμεμπτός εἰμι, οὐ γὰρ ἠνόμησα.
διότι διεκήρυξες· Εγώ είμαι καθαρός, δεν έχω αμαρτήσει, είμαι άμεμπτος, δεν παρέβην τον νόμον του Κυρίου.
10 μέμψιν δὲ κατ᾿ ἐμοῦ εὗρεν, ἥγηται δέ με ὥσπερ ὑπεναντίον·
Ο Κυριος όμως εύρεν εναντίον μου μομφήν και κατηγορίαν. Με εθεώρησεν ως εχθρόν του.
11 ἔθετο δὲ ἐν ξύλῳ τὸν πόδα μου, ἐφύλαξε δέ μου πάσας τὰς ὁδούς·
Εκλεισεν στο βασανιστικόν ξύλον τα πόδια μου, ώστε να μη μπορώ να κινηθώ. Εφρούρησε όλους τους δρόμους, από τους οποίους, τυχόν, θα διηρχόμην.
12 πῶς γὰρ λέγεις· δίκαιός εἰμι, καὶ οὐκ ἐπακήκοέ μου; αἰώνιος γάρ ἐστιν ὁ ἐπάνω βροτῶν.
Πως λέγεις· είμαι δίκαιος και όμως ο Κυριος δεν με έχει εισακούσει; Αιώνιος είναι ο Κυριος, ανώτερος από όλους τους θνητούς της γης. Με απεριόριστα δικαιώματα επάνω όλων.
13 λέγεις δέ· διατί τῆς δίκης μου οὐκ ἐπακήκοέ μου πᾶν ρῆμα;
Συ λέγεις· Διατί, όταν ο Κυριος με εδίκαζε, δεν είχεν ακούσει κανένα από τους λόγους υπερασπίσεώς μου, που είπα;
14 ἐν γὰρ τῷ ἅπαξ λαλῆσαι ὁ Κύριος, ἐν δὲ τῷ δευτέρῳ
Αβάσιμον το παράπονόν σου, διότι ο Κυριος απαντά και πρώτην και δεύτερον φοράν, κατά τον ένα η τον άλλον τρόπον.
15 ἐνύπνιον, ἢ ἐν μελέτῃ νυκτερινῇ, ὡς ὅταν ἐπιπίπτῃ δεινὸς φόβος ἐπ᾿ ἀνθρώπους ἐπὶ νυσταγμάτων ἐπὶ κοίτης.
Παραδείγματος χάριν με ενύπνιον η με σκέψεις και μελέτας, που προκαλούν στους ανθρώπους νυκτεριναί οπτασίαι, όταν κατά τον ύπνον των επιπίπτη μεγάλος φόβος στους ανθρώπους· κατά τας ώρας, που νυσταγμένοι απλώνονται εις την κλίνην των.
16 τότε ἀνακαλύπτει νοῦν ἀνθρώπων, ἐν εἴδεσι φόβου τοιούτοις αὐτοὺς ἐξεφόβησεν
Τοτε αποκαλύπτει και φωτίζει τον νουν των ανθρώπων και αφού τους καταπλήξη και τους εκφοβίση με τέτοια είδη φόβων, αποκαλύπτει και εντυπώνει εις αυτούς την αλήθειαν·
17 ἀποστρέψαι ἄνθρωπον ἀπὸ ἀδικίας, τὸ δὲ σῶμα αὐτοῦ ἀπὸ πτώματος ἐρρύσατο.
με κύριον σκοπόν να απομακρύνη τον άνθρωπον από την αμαρτίαν, το δε σώμα του και τον όλον εαυτόν του να τον γλυτώση από σοβαράς και θανασίμους πτώσεις.
18 ἐφείσατο δὲ τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ἀπὸ θανάτου καὶ μὴ πεσεῖν αὐτὸν ἐν πολέμῳ.
Να λυπηθή και προφυλάξη την ζωήν του από τον θάνατον και να τον περιφρουρήση, ώστε να μη πέση νεκρός κατά τον πόλεμον.
19 πάλιν δὲ ἤλεγξεν αὐτὸν ἐπὶ μαλακίᾳ ἐπὶ κοίτης καὶ πλῆθος ὀστῶν αὐτοῦ ἐνάρκησε·
Ο Κυριος, οχι μόνον με όνειρα και οπτασίες καθοδηγεί τον άνθρωπον, αλλά και τον θλίβει και τον παιδαγωγεί δια μέσου των θλίψεων, εξαπλώνων αυτόν ασθενή επάνω εις την κλίνην του, ώστε να αδρανούν όλα τα κόκκαλά του.
20 πᾶν δὲ βρωτὸν σίτου οὐ μὴ δύνηται προσδέξασθαι καὶ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ βρῶσιν ἐπιθυμήσει,
Κατά το διάστημα της ασθενείας του και εξ αιτίας της ασθενείας του, κάθε φαγώσιμον δεν ημπορεί να το δεχθή και να το φάγη. Η ψυχή του θα επιθυμή τροφήν, αλλά δεν θα έχη όρεξιν να την φάγη,
21 ἕως ἂν σαπῶσιν αὐτοῦ αἱ σάρκες καὶ ἀποδείξῃ τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ κενά·
μέχρις ότου από την ασθένειαν και την ασιτίαν εξαντληθή ο άνθρωπος, πέσουν τα πάχη και αι πολλαί σάρκες και φανέρωση η ασθένεια του τα κόκκαλά του ολοφάνερα κάτω από το δέρμα.
22 ἤγγισε δὲ εἰς θάνατον ἡ ψυχὴ αὐτοῦ, ἡ δὲ ζωὴ αὐτοῦ ἐν ᾅδη.
Ετσι δε η ψυχή του πλησιάζει προς τον θάνατον και η ζωή του εγγίζει στον άδην.
23 ἐὰν ὦσι χίλιοι ἄγγελοι θανατηφόροι, εἷς αὐτῶν οὐ μὴ τρώσῃ αὐτόν· ἐὰν νοήσῃ τῇ καρδίᾳ ἐπιστραφῆναι πρὸς Κύριον, ἀναγγείλῃ δὲ ἀνθρώπῳ τὴν ἑαυτοῦ μέμψιν, τὴν δὲ ἄνοιαν αὐτοῦ δείξῃ,
Εάν υπάρχουν πάρα την κλίνην του χίλιοι άγγελοι από εκείνους, που έχουν ως έργον και αποστολήν να φέρουν τον θάνατον, κανείς από αυτούς δεν θα τον πληγώση και δεν θα τον θανατώση, αρκεί μόνον αυτός να συναισθανθή με την καρδία του και επιστρέψη δια της μετανοίας προς τον Κυριον, ομολογηση δε εις κάθε άνθρωπον την αξίαν μομφής και καταδίκης συμπεριφοράν του, δείξη δε φανερά την ασύνετον διαγωγήν του απέναντι του Θεού.
24 ἀνθέξεται τοῦ μὴ πεσεῖν εἰς θάνατον, ἀνανεώσει δὲ αὐτοῦ τὸ σῶμα ὥσπερ ἀλοιφὴν ἐπὶ τοίχου, τὰ δὲ ὀστᾶ αὐτοῦ ἐμπλήσει μυελοῦ·
Τοτε ο Θεός θα τον βαστάση και θα τον στήριξη, ώστε να μη πέση νεκρός. Θα ανανεώση δε αυτού το σώμα, όπως ανανεώνεται ο ασπριζόμενος τοίχος. Τα δε οστά του θα γεμίσουν από μυελόν.
25 ἁπαλυνεῖ δὲ αὐτοῦ τὰς σάρκας ὥσπερ νηπίου, ἀποκαταστήσει δὲ αὐτὸν ἀνδρωθέντα ἐν ἀνθρώποις.
Τας εξηντλημένας και απεξηραμμένας σάρκας του θα τας θεραπεύση και θα τας καταστήση απαλας ο Κυριος, όπως του μικρού παιδιού. Θα αποκαταστήση δε αυτόν νέον άνδρα μεταξύ των άλλων ανθρώπων.
26 εὐξάμενος δὲ πρὸς Κύριον, καὶ δεκτὰ αὐτῷ ἔσται, εἰσελεύσεται προσώπῳ ἱλαρῷ σὺν ἐξηγορίᾳ· ἀποδώσει δὲ ἀνθρώποις δικαιοσύνην.
Οταν δε ευχηθή και απευθύνη δεήσεις προς τον Κυριον, θα γίνουν δεκτά τα αιτήματά του. Θα παρουσιασθή ενώπιον του Κυρίου με πρόσωπον ιλαρόν και χαρωπόν εκφράζων δοξολογίας και ευχαριστίας προς τον Θεόν. Εις τους αποδεχομένους κατ' αυτόν τον τρόπον την συνετήν παιδαγωγίαν, θα αποδώση ο Κυριος την δικαίωσιν και την αμοιβήν των δικαίων.
27 εἶτα τότε ἀπομέμψεται ἄνθρωπος αὐτὸς ἑαυτῷ λέγον· οἷα συνετέλουν καὶ οὐκ ἄξια ἤτασέ με ὧν ἥμαρτον.
Επειτα, υπό το φως της δικαιώσεως, ο άνθρωπος θα κατηγορήση ο ίδιος τον εαυτόν του λέγων· Ποία και πόσα έργα άξια κατακρίσεως δεν διέπραξα ενώπιον του Κυρίου, και ο Κυριος δεν με ετιμώρησεν ανάλογα με τας αμαρτίας μου!
28 σῶσον ψυχήν μου τοῦ μὴ ἐλθεῖν εἰς διαφθοράν, καὶ ἡ ζωή μου φῶς ὄψεται.
Σώσε, Κυριε, την ζωήν μου, δια να μη κατέλθω εις την φθοράν του τάφου και του άδου. Διότι με την ιδικήν σου χάριν και δύναμιν η ζωη μου θα ίδη πάλιν το φως της χαράς.
29 ἰδοὺ ταῦτα πάντα ἐργᾶται ὁ ἰσχυρὸς ὁδοὺς τρεῖς μετὰ ἀνδρός.
Ιδού, όλα αυτά εργάζεται ο παντοδύναμος Κυριος. Πολλάς μεθόδους προς σωτηρίαν χρησιμοποιεί δι' ένα έκαστον άνθρωπον.
30 καὶ ἐρρύσατο τὴν ψυχήν μου ἐκ θανάτου, ἵνα ἡ ζωή μου ἐν φωτὶ αἰνῇ αὐτόν.
Και έτσι ο δια μέσου των θλίψεων και των άλλων ενεργειών του Θεού παιδαγωγηθείς και σωθείς άνθρωπος, αναφωνεί· εγλύτωσεν ο Θεός την ζωήν μου από τον θάνατον, ώστε η ζωη μου στο φως του παρόντος βίου να είναι γεμάτη από δοξολογίας προς αυτόν.
31 ἐνωτίζου, Ἰώβ, καὶ ἄκουέ μου· κώφευσον, καὶ ἐγώ εἰμι λαλήσω.
Ανοιξε τα αυτιά σου, Ιώβ, και άκουσε αυτά, που σου λέγω. Σιώπα ως εάν είσαι κωφός. Εγώ είμαι εκείνος, που θα ομιλήσω.
32 εἰ εἰσί σοι λόγοι, ἀποκρίθητί μοι· λάλησον, θέλω γὰρ δικαιωθῆναί σε.
Εάν όμως έχης λόγους να αποκριθής, απάντησέ μου. Ομίλησε, διότι θέλω να ακούσω τας δικαιολογίας σου και να σου αποδώσω το δίκαιον.
33 εἰ μή, σὺ ἄκουσόν μου· κώφευσον καὶ διδάξω σε σοφίαν.
Εάν όμως και δεν έχης τίποτε να είπης, άκουσέ με, σιώπα και εγώ θα διδάξω εις σε την αληθινήν σοφίαν”.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα