ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΗΣΥΧΑΣΑΝ δὲ καὶ οἱ τρεῖς φίλοι αὐτοῦ ἔτι ἀντειπεῖν Ἰώβ, ἦν γὰρ Ἰὼβ δίκαιος ἐναντίον αὐτῶν.
Ησύχασαν, εσιώπησαν οι τρεις φίλοι του Ιώβ και δεν αντεπαν εις αυτόν, διότι ο Ιώβ επέμενε να παρουσιάζεται ενώπιον αυτών ότι ήτο δίκαιος.
2 ὠργίσθη δὲ Ἐλιοὺς ὁ τοῦ Βαραχιὴλ ὁ Βουζίτης ἐκ τῆς συγγενείας Ρὰμ τῆς Αὐσίτιδος χώρας· ὠργίσθη δὲ τῷ Ἰὼβ σφόδρα, διότι ἀπέφηνεν ἑαυτὸν δίκαιον ἐναντίον Κυρίου.
Εν τούτοις ο Ελιούς, ο υιός του Βαραχιήλ ο Βουζίτης, από την συγγένειαν του Ραμ της Αυσίτιδος χώρας, ωργίσθη. Ωργίσθη πολύ εναντίον του Ιώβ, διότι παρουσίασεν αυτός τον εαυτόν του δίκαιον ενώπιον του Κυρίου.
3 καὶ κατὰ τῶν τριῶν δὲ φίλων ὠργίσθη σφόδρα, διότι οὐκ ἠδυνήθησαν ἀποκριθῆναι ἀντίθετα Ἰὼβ καὶ ἔθεντο αὐτὸν εἶναι ἀσεβῆ.
Ωργίσθη επίσης πολύ και εναντίον των τριών φίλων του Ιώβ, διότι δεν ημπόρεσαν αυτοί να δώσουν καταλλήλους αντιθέτους απαντήσεις στους ισχυρισμούς του Ιώβ και τον εθεώρησαν πάντες ως ασεβή.
4 Ἐλιοὺς δὲ ὑπέμεινε δοῦναι ἀπόκρισιν Ἰώβ, ὅτι πρεσβύτεροι αὐτοῦ εἰσιν ἡμέραις.
Ο Ελιούς, προκειμένου να δώση απάντησιν στον Ιώβ, επερίμενε να σιωπήσουν οι άλλοι τρεις, διότι αυτοί ήσαν μεγαλύτεροί του κατά την ηλικίαν.
5 καὶ εἶδεν ὅτι οὐκ ἔστιν ἀπόκρισις ἐν στόματι τῶν τριῶν ἀνδρῶν, καὶ ἐθυμώθη ὀργῇ αὐτοῦ.
Οταν είδεν ότι οι τρεις αυτοί άνδρες δεν είχαν πλέον απάντησιν να δώσουν προς τον Ιώβ, ωργίσθη πολύ εναντίον αυτών.
6 ὑπολαβὼν δὲ Ἐλιοὺς ὁ τοῦ Βαραχιὴλ ὁ Βουζίτης εἶπε· νεώτερος μέν εἰμι τῷ χρόνῳ, ὑμεῖς δέ ἐστε πρεσβύτεροι· διὸ ἡσύχασα φοβηθεὶς τοῦ ὑμῖν ἀναγγεῖλαι τὴν ἐμαυτοῦ ἐπιστήμην.
Ελαβε λοιπόν τον λόγον ο Ελιούς, ο υιός του Βαραχιήλ ο Βουζίτης και είπεν· “εγώ είμαι νεώτερος ως προς την ηλικίαν, σεις δε είσθε μεγαλύτεροί μου. Δι αυτό και δια λόγους σεβασμού εσιώπησα και δεν εφανέρωσα εις σας την γνώμην μου επί των ζητημάτων αυτών.
7 εἶπα δὲ ὅτι οὐχ ὁ χρόνος ἐστὶν ὁ λαλῶν, ἐν πολλοῖς δὲ ἔτεσι οἴδασι σοφίαν,
Εσκέφθην ότι σεις, σαν μεγαλύτεροί μου, έπρεπε να έχετε τον λόγον. Είπα όμως ότι δεν είναι ο χρόνος ούτε και η μεγάλη ηλικία, που κάνουν τον άνθρωπον να ομιλή ορθώς. Ούτε με τα πολλά χρόνια οι άνθρωποι γνωρίζουν την αληθινήν σοφίαν.
8 ἀλλὰ πνεῦμά ἐστιν ἐν βροτοῖς, πνοὴ δὲ Παντοκράτορός ἐστιν ἡ διδάσκουσα·
Αλλά εκείνο, που κάμνει τον άνθρωπον σοφόν, είναι το πνεύμα που υπάρχει στους ανθρώπους, η λογική ικανότης, η έμπνευσις εκ μέρους του Παντοκράτορος. Αυτή είναι, που διδάσκει και φωτίζει τον άνθρωπον.
9 οὐχ οἱ πολυχρόνιοί εἰσι σοφοί, οὐδ᾿ οἱ γέροντες οἴδασι κρίμα.
Δεν είναι σοφοί όσοι έχουν ζήσει πολλά χρόνια, ούτε οι γέροντες γνωρίζουν και κρίνουν ορθώς, εάν δεν έχουν την έμπνευσιν του Θεού.
10 διὸ εἶπα· ἀκούσατέ μου, καὶ ἀναγγελῶ ὑμῖν ἃ οἶδα.
Δι' αυτό και σας λέγω· ακούσατέ με, και θα σας είπω αυτά, τα οποία γνωρίζω.
11 ἐνωτίζεσθέ μου τὰ ρήματα· ἐρῶ γὰρ ὑμῶν ἀκουόντων, ἄχρις οὗ ἐτάσητε λόγους,
Ακούσατε τα λόγια μου, διότι θα ομιλήσω προς σας, εφ' όσον θα έχετε την διάθεσιν να με ακούσετε και μέχρις ότου ερευνήσετε και ελέγξετε τους λόγους μου.
12 καὶ μέχρι ὑμῶν συνήσω. καὶ ἰδοὺ οὐκ ἦν τῷ Ἰὼβ ἐλέγχων ἀνταποκρινόμενος ρήματα αὐτοῦ ἐξ ὑμῶν,
Εγώ μέχρι τέλους, οπότε σεις επαύσατε να ομιλήτε, παρηκολούθησα και κατενόησα όσα είπατε. Και φρονώ, ότι κανείς από σας δεν ήλεγξε τον Ιώβ απαντών ορθώς και αληθινά εις τα λόγια του.
13 ἵνα μὴ εἴπητε· εὕρομεν σοφίαν Κυρίῳ προσθέμενοι·
Τούτο δε κατά παραχώρησιν Θεού, δια να μη είπετε ότι ημείς ευρήκαμεν σοφίαν και με πολλήν σοφίαν απηντήσαμεν στον Ιωβ τεθέντες με το μέρος του Κυρίου.
14 ἀνθρώπῳ δὲ ἐπετρέψατε λαλῆσαι τοιαῦτα ρήματα.
Ετσι όμως εδώσατε ευκαιρίαν και αφορμήν εις άνθρωπον, στον Ιώβ, να είπη τέτοια λόγια, τα οποία εξεστόμισεν”.
15 ἐπτοήθησαν, οὐκ ἀπεκρίθησαν ἔτι, ἐπαλαίωσαν ἐξ αὐτῶν λόγους.
Οι τρεις φίλοι κατεπλάγησαν, απεγοητεύθησαν και δεν απήντησαν πλέον. Ελειψαν οι λόγοι από το στόμα των.
16 ὑπέμεινα, οὐ γὰρ ἐλάλησαν· ὅτι ἔστησαν, οὐκ ἀπεκρίθησαν.
“Επερίμενα σιωπών να ομιλήσουν και πάλιν. Δεν έβγαλα από το στόμα μου κανένα λόγον. Τωρα όμως θα ομιλήσω, διότι αυτοί έπαυσαν πλέον να απαντούν στον Ιώβ”.
17 ὑπολαβὼν δὲ Ἐλιοὺς λέγει· πάλιν λαλήσω·
Επειτα από μικράν διακοπήν, ωμίλησε και πάλιν ο Ελιούς ειπών· “πάλιν θα ομιλήσω,
18 πλήρης γάρ εἰμι ρημάτων, ὀλέκει γάρ με τὸ πνεῦμα τῆς γαστρός·
διότι είμαι γεμάτος από σκέψεις και απόψεις. Με πιέζει μέσα μου το πνεύμα, δια να ομιλήσω.
19 ἡ δὲ γαστήρ μου ὥσπερ ἀσκὸς γλεύκους ζέων δεδεμένος ἢ ὥσπερ φυσητὴρ χαλκέως ἐρρηγώς.
Το εσωτερικόν μου, ο νους και η καρδία μου, από το πλήθος αυτό των σκέψεων, ομοιάζει με δεμένον ασκόν, μέσα στον οποίον βράζει ο μούστος, ώστε κινδυνεύει να διαρραγή. Η ομοιάζει προς φυσερό χαλκωματά, που από την πίεσιν του πολλού αέρος έχει διαρραγή.
20 λαλήσω, ἵνα ἀναπαύσωμαι ἀνοίξας τὰ χείλη·
Θα ομιλήσω, δια να δώσω επιτέλους και κάποιαν ανάπαυσιν στον εαυτόν μου. Θα ανοίξω το στόμα μου.
21 ἄνθρωπον γὰρ οὐ μὴ αἰσχυνθῶ, ἀλλὰ μὴν οὐδὲ βροτὸν οὐ μὴ ἐντραπῶ·
Θα ομιλήσω ελεύθερα χωρίς να εντραπώ άνθρωπον, ούτε δε και απέναντι οποιουδήποτε θνητού θα υποσταλώ από του να είπω την αλήθειαν.
22 οὐ γὰρ ἐπίσταμαι θαυμάσαι πρόσωπα· εἰ δὲ μή, καὶ ἐμὲ σῆτες ἔδονται.
Διότι δεν ηξεύρω και δεν εσυνήθισα να καταπλήσσωμαι ενώπιον προσώπων και να κολακεύω ανθρώπους. Εάν δε τυχόν και δείξω τέτοιαν προσωποληψίαν, είθε να με καταφάγουν τα σκουλήκια.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα