ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΕΤΙ δὲ προσθεὶς Ἰὼβ εἶπε τῷ προοιμίῳ·
Ο Ιώβ προσέθεσεν ακόμη εις τα προηγουμένως λεχθέντα και τα εξής·
2 ζῇ ὁ Θεός, ὃς οὕτω με κέκρικε, καὶ ὁ Παντοκράτωρ ὁ πικράνας μου τὴν ψυχήν.
“Ορκίζομαι στον ζώντα θεόν, ο οποίος έκρινε καλόν έτσι να με θλίψη και να με παιδαγωγήση, στον Παντοκράτορα ο οποίος τόσον πολύ επίκρανε την ζωήν μου,
3 ἦ μὴν ἔτι τῆς πνοῆς μου ἐνούσης, πνεῦμα δὲ θεῖον τὸ περιόν μοι ἐν ρινί,
ότι εφ' όσον υπάρχει μέσα μου αναπνοή, εφ' όσον το θείον αυτό εμφύσημα, η αναπνοή μου, εισέρχεται και εξέρχεται από τους ρώθωνάς μου,
4 μὴ λαλήσειν τὰ χείλη μου ἄνομα, οὐδὲ ἡ ψυχή μου μελετήσει ἄδικα
δεν πρόκειται τα χείλη μου να λαλήσουν παράνομα πράγματα, ούτε η ψυχή μου να μελετήση και αποδεχθή σκέψεις και αποφάσεις αδίκους.
5 μή μοι εἴη δικαίους ὑμᾶς ἀποφῆναι, ἕως ἂν ἀποθάνω, οὐ γὰρ ἀπολλάξω μου τὴν ἀκακίαν μου.
Μη γένοιτο δε να παραδεχθώ και να είπω, ότι σεις δικαίως με κατηγορείτε ότι τάχα υποφέρω ως εξ αμαρτιών μου. Αυτό δεν θα το δεχθώ, έως ότου αποθάνω. Μέχρι της τελευταίας μου αναπνοής θα κρατώ και δεν θα αποβάλω την ακακίαν και αθωότητά μου.
6 δικαιοσύνῃ δὲ προσέχων οὐ μὴν προῶμαι, οὐ γὰρ σύνοιδα ἐμαυτῷ ἄτοπα πράξας.
Δεν θα εγκαταλείψω ούτε θα απαρνηθώ ποτέ την δικαιοσύνην μου, αλλά θα την κρατώ στερεά κοντά μου. Και ούτε θα παύσω να διακηρύττω την αθωότητά μου, διότι έχω την συνείδησιν ότι τίποτε το άτοπον δεν έπραξα.
7 οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ εἴησαν οἱ ἐχθροί μου ὥσπερ ἡ καταστροφὴ τῶν ἀσεβῶν, καὶ οἱ ἐπ᾿ ἐμὲ ἐπανιστάμενοι, ὥσπερ ἡ ἀπώλεια τῶν παρανόμων.
Οχι δε μόνον τούτο αλλά και εύχομαι, όπως οι αμαρτωλοί εχθροί μου, που με κατακρίνουν αδίκως, καταστραφούν. Και εκείνοι οι οποίοι εξανίστανται εναντίον μου, να απολεσθούν, όπως οι παράνομοι.
8 καὶ τίς γάρ ἐστιν ἐλπὶς ἀσεβεῖ ὅτι ἐπέχει; πεποιθὼς ἐπὶ Κύριον ἄρα σωθήσεται;
Διότι, ποία άλλη ελπίς υπάρχει στον ασεβή έκτος από τα πλούτη, τα οποία παρανόμως απέκτησε και κατακρατεί; Εάν επικαλεσθή με κάποιαν πίστιν και ελπίδα τον Κυριον, τάχα θα σωθή;
9 ἦ τὴν δέησιν αὐτοῦ εἰσακούσεται ὁ Θεός; ἢ ἐπελθούσης αὐτῷ ἀνάγκης
Η μήπως ο Θεός θα ακούση και θα κάμη δεκτήν την δέησίν του; Η όταν επέλθη εναντίον του θλίψις και περιπέτεια,
10 μὴ ἔχει τινὰ παρρησίαν ἔναντι αὐτοῦ; ἢ ὡς ἐπικαλεσαμένου αὐτοῦ εἰσακούσεται αὐτοῦ,
μήπως θα έχη αυτός παρρησίαν ενώπιον του Θεού; Η μήπως ο Θεός θα ακούση και θα κάμη δεκτήν την προσευχήν του, όταν τον επικαλεσθή;
11 ἀλλὰ δὴ ἀναγγελῶ ὑμῖν τί ἐστιν ἐν χειρὶ Κυρίου, ἅ ἐστι παρὰ Παντοκράτορι, οὐ ψεύσομαι.
Αλλά θα αναγγείλω και θα καταστήσω γνωστόν εις σας, τι υπάρχει στο παντοδύναμον χέρι του Κυρίου· όσα είναι εις την πανσθενή εξουσίάν του Παντοκράτορας. Οχι ψεύδη, αλλά την καθαράν αλήθειαν θα είπω. Εγώ θα σας ομιλήσω την αλήθειαν του Θεού,
12 ἰδοὺ πάντες οἴδατε ὅτι κενὰ κενοῖς ἐπιβάλλετε.
διότι ιδού, σεις με όσα λέγετε, προσθέτετε αδειανά και κούφια λόγια επάνω εις τα κούφια.
13 αὕτη ἡ μερὶς ἀνθρώπου ἀσεβοῦς παρὰ Κυρίου, κτῆμα δὲ δυναστῶν ἐλεύσεται παρὰ Παντοκράτορος ἐπ᾿ αὐτούς.
Ιδού ποίον είναι το μερίδιον και το κατάντημα του ασεβούς ανθρώπου εκ μέρους του Κυρίου. Αυτό είναι το απόκτημα, που από τον Παντοκράτορα θα έλθη στους εκβιαστάς και τυράννους.
14 ἐὰν δὲ πολλοὶ γένωνται οἱ υἱοὶ αὐτοῦ, εἰς σφαγὴν ἔσονται· ἐὰν δὲ καὶ ἀνδρωθῶσι, προσαιτήσουσιν·
Εάν γίνουν πολλά και πληθυνθούν τα τέκνα των ασεβών, θα είναι προορισμένα δια την σφαγήν. Εάν δε και γίνουν άνδρες, θα καταντήσουν εις πτωχείαν, ώστε να επαιτούν δια να ζήσουν.
15 οἱ δὲ περιόντες αὐτοῦ ἐν θανάτῳ τελευτήσουσι, χήρας δὲ αὐτῶν οὐδεὶς ἐλεήσει.
Οσοι δε διαφύγουν τον βίαιον θάνατον του ασεβούς πατρός των, θα αποθάνουν από σκληράν και οδυνηράν ασθένειαν. Τας χήρας των δε κανείς δεν θα τας ευσπλαγχνισθή.
16 ἐὰν συναγάγῃ ὥσπερ γῆν ἀργύριον, ἴσα δὲ πηλῷ ἑτοιμάσῃ χρυσίον,
Εάν κανείς από αυτούς συγκεντρώση πολύ αργύριον ωσάν το χώμα της γης και συσσωρεύση χρυσόν ωσάν την λάσπην,
17 ταῦτα πάντα δίκαιοι περιποιήσονται, τὰ δὲ χρήματα αὐτοῦ ἀληθινοὶ καθέξουσιν.
όλα αυτά θα περιέλθουν εις την κυριότητα των δικαίων. Τα χρήματά του θα γίνουν κτήμα των ειλικρινών και εντίμων ανθρώπων.
18 ἀπέβη δὲ οἱ οἶκος αὐτοῦ ὥσπερ σῆτες καὶ ὥσπερ ἀράχνη.
Θα καταντήση δε το σπίτι του ασεβούς σαν τον σκόρον και σαν τον ιστόν της αράχνης.
19 πλούσιος κοιμηθήσεται καὶ οὐ προσθήσει, ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ διήνοιξε, καὶ οὐκ ἔστι.
Ο ασεβής θα πέση να κοιμηθή πλούσιος την εσπέραν, και το πρωϊ θα εξυπνήση πτωχός. Δεν θα επανίδη τα πλούτη του. Καθώς θα ανοίξη το πρωϊ τα μάτια του, θα τα αναζήτηση και δεν θα υπάρχουν πλέον.
20 συνήντησαν αὐτῷ ὥσπερ ὕδωρ αἱ ὀδύναι, νυκτὶ δὲ ὑφείλετο αὐτὸν γνόφος·
Τον συνήντησαν και τον περιέβαλαν θλίψεις και πόνοι σαν πλημμύρα ύδατος. Κατά το διάστημα δε της νυκτός έξαφνα τον κατέλαβε και τον αφήρπασε σύννεφον σκοτεινόν.
21 ἀναλήψεται δὲ αὐτὸν καύσων καὶ ἀπελεύσεται, καὶ λικμήσει αὐτὸν ἐκ τοῦ τόπου αὐτοῦ.
Θα τον πάρη και θα τον σηκώση καυστικός άνεμος, θα φύγη από τον τόπον, θα τον σηκώση και θα τον λυχνίση σαν άχυρον μακράν από την κατοικίαν του.
22 καὶ ἐπιρρίψει ἐπ᾿ αὐτὸν καὶ οὐ φείσεται, ἐκ χειρὸς αὐτοῦ φυγῇ φεύξεται.
Ο Θεός θα ρίψη επάνω στον ασεβή τιμωρίας και πόνους, δεν θα τον λυπηθή. Αυτός δε θα καταβάλη κάθε προσπάθειαν να διαφύγη από την τιμωρόν χείρα του Θεού, αλλά ματαίως.
23 κροτήσει ἐπ᾿ αὐτοὺς χεῖρας αὐτοῦ καὶ συριεῖ αὐτὸν ἐκ τοῦ τόπου αὐτοῦ.
Θα επιδοκιμάση και θα χειροκρότηση ο Κυριος την τιμωρίαν των ασεβών. Με συριγμούς χλευασμού θα εκδιώξη τον ασεβή από τον τόπον στον οποίον εζούσεν ασφαλής.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα