ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΔΙΑΤΙ δὲ Κύριον ἔλαθον ὧραι,
Διατί φαίνεται σαν να εξέφυγαν από την προσοχήν του Κυρίου αι ημέραι δικαιοσύνης και ανταποδόσεως;
2 ἀσεβεῖς δὲ ὅριον ὑπερέβησαν ποίμνιον σὺν ποιμένι ἁρπάσαντες;
Δια τούτο και οι ασεβείς κατεπάτησαν τα όρια της ποίμνης και απεθρασύνθησαν, ώστε να αρπάσουν ποίμνιον ολόκληρον μαζή με τον ποιμένα;
3 ὑποζύγιον ὀρφανῶν ἀπήγαγον καὶ βοῦν χήρας ἠνεχύρασαν.
Ελήστευσαν και επήραν τα υποζύγια των ορφανών τέκνων. Και άλλοι επήραν το βόϊδι της χήρας ως ενέχυρον δια το χρέος της.
4 ἐξέκλιναν ἀδυνάτους ἐξ ὁδοῦ δικαίας, ὁμοθυμαδὸν δὲ ἐκρύβησαν πρᾳεῖς γῆς.
Εξηνάγκασαν με τας πιέσεις και τας απειλάς των πολλούς αδυνάτους να απομακρυνθούν από τον δρόμον του καθήκοντος και της δικαιοσύνης. Αλλοι δε φιλήσυχοι και πράοι ένεκα του τρόμου, που αυτοί τους ενεπνεαν, εκρύβησαν όλοι μαζή.
5 ἀπέβησαν δὲ ὥσπερ ὄνοι ἐν ἀγρῷ ὑπὲρ ἐμοῦ ἐξελθόντες τὴν ἑαυτῶν τάξιν· ἡδύνθη αὐτῷ ἄρτος εἰς νεωτέρους.
Ωσάν άγριοι ατίθασοι όνοι εισώρμησαν στους αγρούς μου αντί εμού, δια να επιδοθούν στο ληστρικόν και καταστρεπτικόν έργον των. Δοκιμάζουν ηδονήν και ικανοποίησιν από τον άρτον και τα αγαθά, που αποκτούν και τα οποία δίδουν και εις τα τέκνα των.
6 ἀγρὸν πρὸ ὥρας οὐκ αὐτῶν ὄντα ἐθέρισαν· ἀδύνατοι ἀμπελῶνας ἀσεβῶν ἀμισθὶ καὶ ἀσιτὶ εἰργάσαντο.
Αγρόν, που δεν ήτο ιδικός των εθέρισαν προ της ώρας, δια να αρπάσουν τον σίτον. Αδύνατοι και απροστάτευτοι άνθρωποι, κάτω από την απειλήν και την βίαν, ειργάσθησαν χωρίς μισθόν και χωρίς φαγητόν στους αμπελώνας των ασεβών.
7 γυμνοὺς πολλοὺς ἐκοίμησαν ἄνευ ἱματίων, ἀμφίασιν δὲ ψυχῆς αὐτῶν ἀφείλαντο.
Απληστοι και άρπαγες ηνάγκασαν πολλούς να κοιμηθούν γυμνοί, χωρίς ενδύματα, διότι αφήρεσαν από αυτούς και το μοναδικόν των ένδυμα, με το οποίον επροστάτευαν την ζωήν των.
8 ἀπὸ ψεκάδων ὀρέων ὑγραίνονται, παρὰ τὰ μὴ ἔχειν ἑαυτοὺς σκέπην, πέτραν περιεβάλοντο.
Από τα παγωμένα σταλάγματα των βουνών και από την συνεχή βροχήν μουσκεύουν αυτοί, διότι δεν έχουν πλέον ρούχο να σκεπασθούν. Και αντί ενδυμάτων χρησιμοποιούν τα σπήλαια των βράχων.
9 ἥρπασαν ὀρφανὸν ἀπὸ μαστοῦ, ἐκπεπτωκότα δὲ ἐταπείνωσαν.
Παιδί ορφανόν από πατέρα το ήρπασαν από τον μητρικόν μαστόν, ξεπεσμένον δε και πτωχόν τον εξηυτέλισαν ακόμη περισσότερον.
10 γυμνοὺς δὲ ἐκοίμησαν ἀδίκως, πεινώντων δὲ τὸν ψωμὸν ἀφείλαντο.
Αδίστακτοι εις τας αδικίας των, ηνάγκασαν πολλούς να κοιμηθούν γυμνοί. Ηρπασαν το ψωμί από τους πεινασμένους.
11 ἐν στενοῖς ἀδίκως ἐνήδρευσαν, ὁδὸν δὲ δικαίαν οὐκ ᾔδεισαν.
Εστησαν ενέδρας εις στενάς διαβάσεις, δια να επιτεθούν αδίκως εναντίον των άλλων. Δεν εγνώρισαν και δεν ηθέλησαν να γνωρίσουν τον δίκαιον δρόμον.
12 οἳ ἐκ πόλεως καὶ οἴκων ἰδίων ἐξεβάλοντο, ψυχὴ δὲ νηπίων ἐστέναξε μέγα.
Οι πτωχοί και αδύνατοι εξεδιώκοντο από τας πόλεις και τα σπίτια των. Ενεκα δε τούτου και αυτά ακόμη τα νήπια, τέκνα των θυμάτων, ανελύοντο εις θρήνους και εξέβαλλαν μεγάλους στεναγμούς.
13 αὐτὸς δὲ διατί τούτων ἐπισκοπὴν οὐ πεποίηται; ἐπὶ γῆς ὄντων αὐτῶν καὶ οὐκ ἐπέγνωσαν, ὁδὸν δὲ δικαιοσύνης οὐκ ᾔδεισαν, οὐδὲ ἀτραποὺς αὐτῶν ἐπορεύθησαν.
Αυτός δε ο Κυριος, διατί δεν επρόσεξε τα εγκλήματα αυτά των ασεβών και δεν ανταπέδωσε κατά τα έργα των εις αυτούς; Ζουν εδώ εις την γην και δεν έρχονται εις καμμίαν επίγνωσιν και συναίσθησιν των εγκλημάτων των. Ποτέ δεν εγνώρισαν τους δρόμους της αρετής και της δικαιοσύνης. Ούτε δε εις τα στενά και δύσκολα δι' αυτούς μονοπάτια της δικαιοσύνης εβάδισαν.
14 γνοὺς δὲ αὐτῶν τὰ ἔργα παρέδωκεν αὐτοὺς εἰς σκότος, καὶ νυκτὸς ἔσται ὡς κλέπτης.
Εγνώρισεν όμως ο Κυριος τας διαθέσεις και την ποιότητα αυτών και παρεχώρησεν, ώστε να εργάζωνται στο σκότος, όπως κάθε κλέπτης εργάζεται εις καιρόν νυκτός.
15 καὶ ὀφθαλμὸς μοιχοῦ ἐφύλαξε σκότος λέγων· οὐ προνοήσει με ὀφθαλμός, καὶ ἀποκρυβὴν προσώπου ἔθετο.
Ο πονηρός οφθαλμός του μοιχού περιμένει και παραφυλάττει να έλθη το σκοτάδι και λέγει· Δεν θα με ιδή, ούτε θα με παρακολουθήση κανένα μάτι. Υπό το προσωπείον της υποκρισίας και αθωότητος κρύπτει τον πραγματικόν εαυτόν του.
16 διώρυξεν ἐν σκότει οἰκίας· ἡμέρας ἐσφράγισαν ἑαυτούς, οὐκ ἐπέγνωσαν φῶς.
Οι άπληστοι και άρπαγες, όταν το σκότος είχε πέσει, ετρύπησαν και διέρρηξαν οικίας, δια να τας λεηλατήσουν. Κατά δε την ημέραν εκρύβησαν, εκλείσθησαν κάπου και δεν εγνώρισαν το φως.
17 ὅτι ὁμοθυμαδὸν αὐτοῖς τὸ πρωΐ σκιὰ θανάτου, ὅτι ἐπιγνώσεται τάραχος σκιᾶς θανάτου.
Διότι από όλους αυτούς το πρωϊνόν φως θεορείται σκια θανατηφόρος. Διότι τους εργάτας αυτούς του σκότους τους καταλαμβάνει μεγάλη ταραχή, ως τρομερά σκια θανάτου, το φως της ημέρας.
18 ἐλαφρός ἐστιν ἐπὶ πρόσωπον ὕδατος, καταραθείη ἡ μερὶς αὐτῶν ἐπὶ γῆς, ἀναφανείη δὲ τὰ φυτὰ αὐτῶν
Κατορθώνει βέβαια ο ασεβής να επιπλέη, σαν φελλός επάνω εις την επιφάνειαν του ύδατος. Είθε να είναι κατηραμένον το μερίδιόν του στους αγρούς. Αγρια δε φυτά και άκαρπα να βλαστάνουν
19 ἐπὶ γῆς ξηρά· ἀγκαλίδα γὰρ ὀρφανῶν ἥρπασαν.
και να ξηραίνωνται εις τα χωράφια των. Διότι ήρπασαν δεμάτια σίτου και κριθής από τα χέρια των ορφανών.
20 εἶτ᾿ ἀνεμνήσθη αὐτοῦ ἡ ἁμαρτία, ὥσπερ δὲ ὁμίχλη δρόσου ἀφανὴς ἐγένετο· ἀποδοθείη δὲ αὐτῷ ἃ ἔπραξε, συντριβείη δὲ πᾶς ἄδικος ἴσα ξύλῳ ἀνιάτῳ.
Επειτα όμως από τα εγκλήματα και τας αρπαγάς αυτών, η αμαρτία των ήλθεν ενώπιον του Θεού. Και ο αμαρτωλός εξηφανίσθη σαν την ομίχλην, η οποία υπό τας ακτίνας του ηλίου διαλύεται εις δρόσον. Θα ανταποδοθούν εις αυτόν τα κακά, τα οποία διέπραξε, και κάθε άδικος θα καταστραφή, σαν ένα δένδρον άκαρπον και σάπιον.
21 στεῖραν δὲ οὐκ εὖ ἐποίησε καὶ γύναιον οὐκ ἠλέησε,
Αυτός ούτε εις στείραν και απροστάτευτον γυναίκα δεν έκαμε ποτέ καλόν και κάθε άλλην γυναίκα εγκαταλελειμμένην και πτωχήν δεν εσπλαγχνίσθη.
22 θυμῷ δὲ κατέστρεψεν ἀδυνάτους. ἀναστὰς τοιγαροῦν οὐ μὴ πιστεύσῃ κατὰ τῆς ἑαυτοῦ ζωῆς.
Επάνω στον σκληρόν και αδίστακτον θυμόν του κατέστρεψεν αδυνάτους. Λοιπόν, και όταν ακόμη είναι όρθιος και υγιής και θριαμβευτής, ας μη έχη πεποίθησιν δια την ασφάλειαν της ζωής του.
23 μαλακισθεὶς μὴ ἐλπιζέτω ὑγιασθῆναι, ἀλλὰ πεσεῖται νόσῳ·
Οταν δε ασθενήση, ας μη ελπίζη ότι θα θεραπευθή και θα αποκτήση πάλιν την υγείαν του. Διότι η ασθένειά του θα τον ρίψη κάτω και θα τον οδηγήση στον θάνατον.
24 πολλοὺς γὰρ ἐκάκωσε τὸ ὕψωμα αὐτοῦ, ἐμαράνθη δὲ ὥσπερ μολόχη ἐν καύματι ἢ ὥσπερ στάχυς ἀπὸ καλάμης αὐτόματος ἀποπεσών.
Επειδή πολλούς κατέθλιψε και εβασάνισέ με την σκληρότητα και αλαζονείαν του, θα μαρανθή, όπως μαραίνεται η μολόχα από την πολλήν θερμότητα, και θα πέση, όπως μερικές φορές πέφτει μόνον του το αποξηραμμένο στάχυ.
25 εἰ δὲ μή, τίς ἐστιν ὁ φάμενος ψευδῆ με λέγειν καὶ θήσει εἰς οὐδὲν τὰ ρήματά μου;
Εάν αυτά δεν είναι έτσι, όπως τα λέγω, ποιός είναι αυτός, που θα ισχυρισθή ότι λέγω ψεύματα και εις ουδέν θα υπολογιση τα λόγια μου αυτά;
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα