ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δὲ Σωφὰρ ὁ Μιναῖος λέγει·
Ελαβε τον λόγον ο Σωφάρ ο Μιναίος και είπε·
2 οὐχ οὕτως ὑπελάμβανον ἀντερεῖν σε ταῦτα, καὶ οὐχὶ συνίετε μᾶλλον ἢ καὶ ἐγώ.
“δεν επίστευα, ότι συ θα αντέλεγες έτσι και απαντών θα έλεγες αυτά τα λόγια. Δεν καταλαβαίνεις συ καλύτερον, παρ' όσον εγώ.
3 παιδείαν ἐντροπῆς μου ἀκούσομαι, καὶ πνεῦμα ἐκ τῆς συνέσεως ἀποκρίνεταί μοι.
Τας κατηγορίας σου, με τας οποίας ηθέλησες να με κάμης να εντραπώ, τας ήκουσα. Υπάρχει όμως και μέσα εις εμέ πνεύμα συνέσεως, που δίδει αποκρίσεις, δια να απαντήσω προς σέ.
4 μὴ ταῦτα ἔγνως ἀπὸ τοῦ ἔτι, ἀφ᾿ οὗ ἐτέθη ἄνθρωπος ἐπὶ τῆς γῆς;
Μηπως αυτά, που θα πω, τα έμαθες συ από τα παλαιότατα χρόνια, από την εποχήν, που επλάσθη και ετοποθετήθη ο άνθρωπος επάνω εις την γην;
5 εὐφροσύνη γὰρ ἀσεβῶν πτῶμα ἐξαίσιον, χαρμονὴ δὲ παρανόμων ἀπώλεια,
Οτι δηλαδή η χαρά και η καλοζωΐα των ασεβών καταλήγει εις απαισίαν κατάπτωσιν. Η πολλή δε και θορυβώδης χαρά των παρανόμων θα είναι απώλειά των και καταστροφή·
6 ἐὰν ἀναβῇ εἰς οὐρανὸν αὐτοῦ τὰ δῶρα, ἡ δὲ θυσία αὐτοῦ νεφῶν ἅψηται·
έστω και αν τα δώρα των ασεβών φθάσουν μέχρι του ουρανού ενώπιον του Θεού, ο δε καπνός της ανοίας των εγγίση τα σύννεφα. Η τιμωρία του Θεού θα εκσπάση κατά του ασεβούς.
7 ὅταν γὰρ δοκῇ ἤδη κατεστηρίχθαι, τότε εἰς τέλος ἀπολεῖται· οἱ δὲ εἰδότες αὐτὸν ἐροῦσι· ποῦ ἐστιν;
Διότι, όταν ο ασεβής πιστεύση ότι είναι καλά στερεωμένος επί της γης, τότε θα εκσπάση εναντίον του η οριστική καταστροφή. 'Εκεινοι δε οι οποίοι τον εγνώριζαν, θα πουν· Που είναι τώρα ο ασεβής;
8 ὥσπερ ἐνύπνιον ἐκπετασθὲν οὐ μὴ εὑρεθῇ, ἔπτη δὲ ὥσπερ φάσμα νυκτερινόν.
Ωσάν το όνειρον, που επέταξε και διελύθη, έτσι και αυτός δεν θα ευρεθή. Εφυγε και διελύθη σαν νυκτερινό φάντασμα.
9 ὀφθαλμὸς παρέβλεψε καὶ οὐ προσθήσει, καὶ οὐκέτι προσνοήσει αὐτὸν ὁ τόπος αὐτοῦ.
Τα μάτια, τα οποία έως τώρα, ίσως και με κάποιον φθόνον, τον έβλεπαν, δεν πρόκειται να τον ιδούν και πάλιν. Η χώρα, μέσα εις την οποίαν υπερήφανος και ευτυχισμένος αυτός εζούσε, δεν θα τον ξαναϊδή πλέον.
10 τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ ὀλέσαισαν ἥττονες, αἱ δὲ χεῖρες αὐτοῦ πυρσεύσαισαν ὀδύνας.
Τα παιδιά του θα τα εξολοθρεύσουν κατώτεροί του και ασθενέστεροί του. Με τα ίδια του τα χέρια θα ανάψη την φωτιά των πόνων και των θλίψεών του.
11 ὀστᾶ αὐτοῦ ἐνεπλήσθησαν νεότητος αὐτοῦ, καὶ μετ᾿ αὐτοῦ ἐπὶ χώματος κοιμηθήσεται.
Τα οστά του διαποτισμένα από ασθενείας των ασωτιών της νεότητός του θα ταφούν και αυτά μαζή του στο χώμα του τάφου.
12 ἐὰν γλυκανθῇ ἐν στόματι αὐτοῦ κακία, κρύψει αὐτὴν ὑπὸ τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ·
Οταν αισθανθή την ύπουλον γλυκύτητα της αμαρτίας στο στόμα του, θα την κρύψη κάτω από την γλώσσαν του δια να την απολαμβάνη, τάχα, όσον το δυνατόν μακρότερον.
13 οὐ φείσεται αὐτῆς καὶ οὐκ ἐγκαταλείψει αὐτὴν καὶ συνάξει αὐτὴν ἐν μέσῳ τοῦ λάρυγγος αὐτοῦ,
Με απληστίαν θα ρουφά την γλυκύτητα της αμαρτίας. Δεν θα την εγκαταλείψη. Θα την φέρη επιμελώς μέσα στον λάρυγγά του, δια να την απομυζά συνεχώς.
14 καὶ οὐ μὴ δυνηθῇ βοηθῆσαι ἑαυτῷ· χολὴ ἀσπίδος ἐν γαστρὶ αὐτοῦ.
Η δολία όμως αυτή γλυκύτης της αμαρτίας δεν θα ημπορέση να τον βοηθήση προς μίαν ευτυχισμένην ζωήν, αλλά θα γίνη μέσα εις την κοιλίαν του δηλητήριον οχιάς.
15 πλοῦτος ἀδίκως συναγόμενος ἐξεμεθήσεται, ἐξ οἰκίας αὐτοῦ ἐξελκύσει αὐτὸν ἄγγελος,
Πλούτος, ο οποίος συνήχθη και απεθησαυρίσθη με αδικίας, θα γίνη εμετός. Ο τιμωρός άγγελος θα τον σύρη και θα τον πετάξη έξω από το σπίτι του.
16 θυμὸν δὲ δρακόντων θηλάσειεν, ἀνέλοι δὲ αὐτὸν γλῶσσα ὄφεως.
Θα πίη το δηλητήριον φοβερών όφεων. Θα δηλητηρίαση και θα νεκρώση αυτόν γλώσσα φιδιού.
17 μὴ ἴδοι ἄμελξιν νομάδων, μηδὲ νομὰς μέλιτος καὶ βουτύρου.
Δεν θα ιδή το άρμεγμα εις τας αγέλας των ζώων του. Ούτε θα χαρή από την διανομήν μέλιτος και βουτύρου.
18 εἰς κενὰ καὶ μάταια ἐκοπίασε, πλοῦτον ἐξ οὗ οὐ γεύσεται, ὥσπερ στρίφνος ἀμάσητος, ἀκατάποτος·
Κούφια και μάταια εκοπίασε δι' όλα αυτά. Δεν θα απολαύση τα αδικοσυναγμένα πλούτη του. Τα πλούτη του θα ομοιάζουν σαν το σκληρόν και αμάσητον κρέας, που δεν καταπίνεται.
19 πολλῶν γὰρ δυνατῶν οἴκους ἔθλασε, δίαιταν δὲ ἥρπασε, καὶ οὐκ ἔστησεν.
Διότι αυτός πολλών πλουσίων και ισχυρών ανθρώπων έσπασε τα σπίτια. Αγαθά δια τα οποία δεν εκοπίασε, και σπίτι το οποίον ο ίδιος δεν οικοδόμησεν, ήρπασε, σαν να ήσαν ιδικά του.
20 οὐκ ἔστιν αὐτοῦ σωτηρία τοῖς ὑπάρχουσιν, ἐν ἐπιθυμίᾳ αὐτοῦ οὐ σωθήσεται.
Δεν θα υπάρξη δι' αυτόν ευτυχία και σωτηρία από τα πολλά υπάρχοντα του. Δεν θα εύρη χαράν και σωτηρίαν εις αυτά, τα οποία επεθύμησε και απέκτησε.
21 οὐκ ἔστιν ὑπόλειμμα τοῖς βρώμασιν αὐτοῦ, διὰ τοῦτο οὐκ ἀνθήσει αὐτοῦ τὰ ἀγαθά.
Δεν θα υπάρξη κάποιο υπόλειμμα από τα τρόφιμα του. Δια τούτο δεν θα ανθήσουν και δεν θα καρποφορήσουν τα αγαθά του.
22 ὅταν δὲ δοκῇ ἤδη πεπληρῶσθαι, θλιβήσεται, πᾶσα δὲ ἀνάγκη ἐπ᾿ αὐτὸν ἐπελεύσεται.
Οταν δε πιστεύση ότι είναι γεμάτος και χορτάτος από τα αγαθά, τότε θα εκσπάση εναντίον του η θλίψις. Καθε στέρησις και ταλαιπωρία θα τον καταλάβη.
23 εἴ πως πληρῶσαι γαστέρα αὐτοῦ, ἐπαποστεῖλαι ἐπ᾿ αὐτὸν θυμὸν ὀργῆς, νίψαι ἐπ᾿ αὐτὸν ὀδύνας·
Θα φθάση εις τέτοιαν στέρησιν και ανάγκην, ώστε να διερωτάται, πως θα μπορέση να γεμίση την αδειανήν κοιλίαν του. Ο Κυριος θα εξαποστείλη εναντίον του τον θυμόν της μεγάλης οργής του, θα τον περιλούση με πόνους και θλίψεις.
24 καὶ οὐ μὴ σωθῇ ἐκ χειρὸς σιδήρου, τρώσαι αὐτὸν τόξον χάλκειον·
Δεν θα ημπορέση να διασωθή από χέρι, που κρατεί σιδηράν μάχαιραν. Θα τον τραυματίση και θα τον διαπεράση βέλος, που ρίπτεται από χάλκινον τόξον.
25 διεξέλθοι δὲ διὰ σώματος αὐτοῦ βέλος, ἀστραπαὶ δὲ ἐν διαίταις αὐτοῦ· περιπατήσαισαν ἐπ᾿ αὐτῷ φόβοι,
Το βέλος θα διατρυπήση το σώμα του από το ένα άκρον έως το άλλο. Θα του επιφέρη τραύμα διαμπερές. Αστραπαί και κεραυνοί θα πέσουν εις την ιδιοκτησιάν του. Φοβοι αλλεπάλληλοι θα χορεύουν μέσα του και θα τον τυραννούν.
26 πᾶν δὲ σκότος αὐτῷ ὑπομείναι· κατέδεται αὐτὸν πῦρ ἄκαυστον, κακώσαι δὲ αὐτοῦ ἐπήλυτος τὸν οἶκον.
Ολο το σκοτάδι θα κατοικήση εντός αυτού. Μεγάλη παντοτεινή άσβεστη φωτιά θα τον κατακαίη. Θα καταστρέψη το σπίτι του επιδρομεύς, που θα έχη έλθει αυτό ξένην περιοχήν.
27 ἀνακαλύψαι δὲ αὐτοῦ ὁ οὐρανὸς τὰς ἀνομίας, γῆ δὲ ἐπανασταίη αὐτῷ.
Θα αποκαλύψη δε και θα κάμη ολοφάνερες ο ουρανός τας έως τώρα αποκρύφους μεγάλας ανομίας του. Η δε γη θα επαναστάτήση εναντίον του εξ αιτίας των ανομιών του.
28 ἑλκύσαι τὸν οἶκον αὐτοῦ ἀπώλεια εἰς τέλος, ἡμέρα ὀργῆς ἐπέλθοι αὐτῷ.
Η ολοκληρωτική καταστροφή, σαν άλλος μαγνήτης, θα τραβήξη και θα εξολοθρεύση τον οίκον του. Θα επέλθη εναντίον του η ημέρα της οργής του Κυρίου.
29 αὕτη ἡ μερὶς ἀνθρώπου ἀσεβοῦς παρὰ Κυρίου, καὶ κτῆμα ὑπαρχόντων αὐτῷ παρὰ τοῦ ἐπισκόπου.
Αυτό θα είναι το μερίδιον, που θα πάρη ο ασεβής από τον Κυριον. Αυτό θα είναι το κατάντημα των υπαρχόντων του από Εκείνον, ο οποίος επιβλέπει και παρακολουθεί τα πάντα, από τον Παντεπόπτην Θεόν.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα