ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΥΠΟΛΑΒΩΝ δὲ Ἰὼβ λέγει·
Ελαβε τον λόγον ο Ιωβ και είπε·
2 ἀκήκοα τοιαῦτα πολλά, παρακλήτορες κακῶν πάντες.
“πολλά σαν αυτά, που λέτε, έχω ακούσει έως τώρα. Ολοι σας είσθε κακοί παρηγορηταί.
3 τί γάρ; μὴ τάξις ἐστὶ ρήμασι πνεύματος; ἢ τί παρενοχλήσει σοι, ὅτι ἀποκρίνῃ;
Σας ερωτώ, μήπως υπάρχει καμμία τάξις η κανένας συνειρμός εις τα λόγια του αέρος; Η τι θα σε στενοχωρήση να αποκρίνεσαι έτσι, όπως τώρα ομιλείς;
4 κἀγὼ καθ᾿ ὑμᾶς λαλήσω, εἰ ὑπέκειτό γε ἡ ψυχὴ ὑμῶν ἀντὶ τῆς ἐμῆς· εἶτ᾿ ἐναλοῦμαι ὑμῖν ρήμασι, κινήσω δὲ καθ᾿ ὑμῶν κεφαλήν·
Και εγώ θα ημπορούσα να ομιλώ προς σας, εάν σεις ευρίσκεσθε εις την θέσιν μου και εγώ ευρισκόμην εις την θέσιν σας. Επειτα θα εφορμούσα εναντίον σας με τα λόγια και θα εκινούσα εμπαικτικώς την κεφαλήν μου εναντίον σας.
5 εἴη δὲ ἰσχὺς ἐν τῷ στόματί μου, κίνησιν δὲ χειλέων οὐ φείσομαι.
Τοτε θα είχα μεγάλην δύναμιν στο στόμα μου, δεν θα ελυπόμουνα δε ούτε και θα περιώριζα τα λόγια των χειλέων μου.
6 ἐὰν γὰρ λαλήσω, οὐκ ἀλγήσω τὸ τραῦμα· ἐὰν δὲ καὶ σιωπήσω, τί ἔλαττον τρωθήσομαι;
Διότι όταν ωμιλούσα, δεν θα επονούσαν αι πληγαί μου, τας οποίας δεν θα είχα. Εάν δε εσιωπούσα, από τι είχα να πληγωθώ και βλαβώ;
7 νῦν δὲ κατάκοπόν με πεποίηκε, μωρόν, σεσηπότα,
Τωρα όμως ο Θεός με τας θλίψεις και τας δοκιμασίας του αυτάς με έχει κάμει καταβεβλημένον και αποκαρδιωμένον· μωρόν και με εξησθενημένας τας διανοητικάς μου δυνάμεις, άρρωστον και σάπιον.
8 καὶ ἐπελάβου μου, εἰς μαρτύριον ἐγενήθη· καὶ ἀνέστη ἐν ἐμοὶ τὸ ψεῦδός μου, κατὰ πρόσωπόν μου ἀνταπεκρίθη.
Με επιασε εις τα χέρια του ο Θεός και τα παθήματά μου έγιναν καταδικαστική μαρτυρία εις βάρος μου. Εσηκώθη εναντίον μου με ψευδολογίας ο φίλος μου, με κατηγόρησε κατά πρόσωπον εντόνως.
9 ὀργῇ χρησάμενος κατέβαλέ με, ἔβρυξεν ἐπ᾿ ἐμὲ τοὺς ὀδόντας, βέλη πειρατῶν αὐτοῦ ἐπ᾿ ἐμοὶ ἔπεσεν.
Οργήν εχρησιμοποίησεν εναντίον μου ο Κυριος. Με έρριξε κάτω, έτριξε τα δόντια του εναντίον μου. Τα λόγια του σαν βέλη πειρατών έπεσαν εναντίον μου και με κατετρύπησαν.
10 ἀκίσιν ὀφθαλμῶν ἐνήλατο, ὀξεῖ ἔπαισέ με εἰς τὰ γόνατα, ὁμοθυμαδὸν δὲ κατέδραμον ἐπ᾿ ἐμοί·
Επήδησεν ορμητικός εναντίον μου ενώ τα μάτια του, σαν να εξηκόντιζαν καρφιά εναντίον μου. Με οξείς και δριμείς πόνους εκτύπησε τα γόνατά μου. Ολοι οι εχθροί μου από κοινού και εκ συμφώνου επέπεσαν εναντίον μου.
11 παρέδωκε γάρ με ὁ Κύριος εἰς χεῖρας ἀδίκων, ἐπὶ δὲ ἀσεβέσιν ἔρριψέ με.
Διότι ο Κυριος με παρέδωκεν εις τα χέρια των αδίκων. Με έρριψεν ανίκανον και ανυπεράσπιστον εν μέσω ασεβών.
12 εἰρηνεύοντα διεσκέδασέ με, λαβών με τῆς κόμης διέτιλε, κατέστησέ με ὥσπερ σκοπόν.
Ενῷ εζούσα ειρηνικός και ασφαλής, ο Κυριος με άρπαξε ατό τα μαλλιά της κεφαλής, με κατεμάδησε, με έβαλε στόχον των κτυπημάτων του.
13 ἐκύκλωσάν με λόγχαις βάλλοντες εἰς νεφρούς μου, οὐ φειδόμενοι ἐξέχεαν εἰς τὴν γῆν τὴν χολήν μου·
Οι εχθροί μου με περιεκύκλωσαν, με εκτυπούσαν με τας λόγχας, διετρυπούσαν τους νεφρούς μου, χωρίς να αισθάνωνται κανένα οίκτον έχυναν εις την γην την χολήν μου.
14 κατέβαλόν με πτῶμα ἐπὶ πτώματι, ἔδραμον πρός με δυνάμενοι.
Με κτυπήματα επάνω εις τα κτυπήματα με έρριψαν κάτω, έτρεξαν εναντίον μου οι δυνατοί και οι ισχυροί, ενώ εγώ ήμουν αδύνατος.
15 σάκκον ἔρραψαν ἐπὶ βύρσης μου, τὸ δὲ σθένος μου ἐν γῇ ἐσβέσθη.
Μου ερραψαν τρίχινον σάκκον, δια να φορέσω στο πληγιασμένο σώμα μου. Η δύναμίς μου έσβησε και έπεσε κατά γης.
16 ἡ γαστήρ μου συγκέκαυται ἀπὸ κλαυθμοῦ, ἐπὶ δὲ βλεφάροις μου σκιά.
Η καρδία μου και τα στήθη μου εφλογίζοντο από τους κλαυθμούς, εις δε τα βλέφαρά μου έχει πέσει πλέον η σκια του θανάτου.
17 ἄδικον δὲ οὐδὲν ἦν ἐν χερσί μου, εὐχὴ δέ μου καθαρά.
Και όμως καμμίαν αδικίαν δεν είχαν διαπράξει τα χέρια μου. Η δε προσευχή μου ήτο πολύ καθαρά και άδολος.
18 γῆ, μὴ ἐπικαλύψῃ ἐφ᾿ αἵματι τῆς σαρκός μου, μηδὲ εἴη τόπος τῇ κραυγῇ μου.
Ω γη, ας μη σκεπάσης με χώματα το αίμα, που εχύθη από το νεκρούμενον σώμα μου! Εις κανένα τόπον ας μη υπάρξη σημείον να σταματήση η κραυγή μου, αλλά ας αντηχή πανταχού.
19 καὶ νῦν ἰδοὺ ἐν οὐρανοῖς ὁ μάρτυς μου, ὁ δὲ συνίστωρ μου ἐν ὑψίστοις.
Ιδού, μάρτυς της αθωοτητός μου και της αδικίας, που έχει γίνει εις βάρος μου, είναι ο Θεός ο κατοικών στους ουρανούς. Αυτός, που γνωρίζει μαζή με εμέ την ζωήν και τας πράξεις μου, υπάρχει εν υψίστοις.
20 ἀφίκοιτό μου ἡ δέησις πρὸς Κύριον, ἔναντι δὲ αὐτοῦ στάζοι μου ὁ ὀφθαλμός.
Είθε να φθάση η δέησίς μου στον Κυριον. Είθε ενώπιον του και επί παρουσίά του να στάζουν τα δάκρυα, που χύνονται από τα μάτια μου.
21 εἴη δὲ ἔλεγχος ἀνδρὶ ἔναντι Κυρίου καὶ υἱῷ ἀνθρώπου τῷ πλησίον αὐτοῦ.
Είθε να κριθή και δικασθή κανείς ενώπιον του Κυρίου, όπως κρίνεται ενώπιον του ανθρώπου, που είναι κοντά του.
22 ἔτη δὲ ἀριθμητὰ ἥκασιν, ὁδῷ δέ, ᾖ οὐκ ἐπαναστραφήσομαι, πορεύσομαι.
Τα καθωρισμένα από τον Θεόν έτη της ζωής μου συνεπληρώθησαν. Θα βαδίσω λοιπόν την οδόν, από την οποίαν και δεν θα επιστρέψω πλέον εις την γην.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα