ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΟΥΤΩΣ εἶπε Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· λαβὲ τὸ ποτήριον τοῦ οἴνου τοῦ ἀκράτου τούτου ἐκ χειρός μου καὶ ποτιεῖς πάντα τὰ ἔθνη, πρὸς ἃ ἐγὼ ἀποστέλλω σε πρὸς αὐτούς,
Οσα προεφήτευσεν ο Ιερεμίας εναντίον όλων των εθνών (Μασ. ΚΕ', 15-38) - Κατ' αυτόν τον τρόπον ο Κυριος, ο Θεός του Ισραηλιτικού λαού, ωμίλησε προς τον Ιερεμίαν. Παρε από το χέρι μου το ποτήριον τούτο, που περιέχει άκρατον οίνον, και θα ποτίσης όλα τα έθνη, προς τα οποία εγώ θα σε αποστείλω.
2 καὶ πίονται καὶ ἐξεμοῦνται καὶ ἐκμανήσονται ἀπὸ προσώπου τῆς μαχαίρας, ἧς ἐγὼ ἀποστέλλω ἀνὰ μέσον αὐτῶν.
Θα πιουν από αυτόν, θα κάμουν εμετόν, θα περιέλθουν εις κατάστασιν αλλοφροσύνης, όταν αντικρύσουν την μάχαιραν την εχθρικήν, την οποίαν εγώ θα αποστείλω εναντίον των.
3 καὶ ἔλαβον τὸ ποτήριον ἐκ χειρὸς Κυρίου καὶ ἐπότισα τὰ ἔθνη, πρὸς ἃ ἀπέστειλέ με Κύριος ἐπ' αὐτά,
Ελαβον, λέγει ο Ιερεμίας, το ποτήριον από τα χέρια του Κυρίου και επότισα τα έθνη, προς τα οποία ο Κυριος με απέστειλε·
4 τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὰς πόλεις Ἰούδα καὶ βασιλεῖς Ἰούδα καὶ ἄρχοντας αὐτοῦ τοῦ θεῖναι αὐτὰς εἰς ἐρήμωσιν καὶ εἰς ἄβατον καὶ εἰς συριγμὸν
την Ιερουσαλήμ και τας πόλεις της περιοχής Ιούδα, τους βασιλείς και τους άρχοντας του βασιλείου του ιουδαϊκού, δια να γίνουν όλα αυτά έρημα, αδιάβατα, αντικείμενα εμπαικτικού συριγμού.
5 καὶ τὸν Φαραὼ βασιλέα Αἰγύπτου καὶ τοὺς παῖδας αὐτοῦ καὶ τοὺς μεγιστᾶνας αὐτοῦ
Επότισα επίσης τον Φαραώ, βασιλέα της Αιγύπτου, και τους μεγιστάνας αυτού,
6 καὶ πάντα τὸν λαὸν αὐτοῦ καὶ πάντας τοὺς συμμείκτους καὶ πάντας τοὺς βασιλεῖς ἀλλοφύλων, τὴν Ἀσκάλωνα καὶ τὴν Γάζαν καὶ τὴν Ἀκκάρων καὶ τὸ ἐπίλοιπον Ἀζώτου
όλον τον λαόν του, όλον τον σύμμικτον πληθυσμόν και όλους τους βασιλείς των Φιλισταίων, όπως επίσης την Ασκάλωνα, την Γαζαν, την Ακκαρών και τους λοιπούς κατοίκους της Αζώτου.
7 καὶ τὴν Ἰδουμαίαν καὶ τὴν Μωαβῖτιν καὶ τοὺς υἱοὺς Ἀμμὼν
Επότισα ακόμη την Ιδουμαίαν, την χώραν Μωάβ, τους Αμμωνίτας,
8 καὶ βασιλεῖς Τύρου καὶ βασιλεῖς Σιδῶνος καὶ βασιλεῖς τοὺς ἐν τῷ πέραν τῆς θαλάσσης
τους βασιλείς της Τυρου, τους βασιλείς της Σιδώνος, τους βασιλείς, οι οποίοι ευρίσκονται πέραν από την Μεσόγειον Θαλασσαν.
9 καὶ τὴν Δαιδὰν καὶ τὴν Θαιμὰν καὶ τὴν Ρῶς καὶ πᾶν περικεκαρμένον κατὰ πρόσωπον αὐτοῦ
Επότισα την Δαιδάν και την Θαιμάν και την Ρως και όλους εκείνους, οι οποίοι έχουν περικόψει το γένειον του προσώπου των εις τιμήν ειδωλικών θεών·
10 καὶ πάντας τοὺς συμμείκτους τοὺς καταλύοντας ἐν τῇ ἐρήμῳ
όλους τους αναμίκτους λαούς, οι οποίοι έχουν τα καταλύματά των εις την έρημον,
11 καὶ πάντας βασιλεῖς Αἰλὰμ καὶ πάντας βασιλεῖς Περσῶν
όλους τους βασιλείς Αιλάμ και όλους τους βασιλείς των Περσών,
12 καὶ πάντας βασιλεῖς ἀπὸ ἀπηλιώτου τοὺς πόρρω καὶ τοὺς ἐγγύς, ἕκαστον πρὸς τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, καὶ πάσας βασιλείας τὰς ἐπὶ προσώπου τῆς γῆς.
όλους τους βασιλείς προς τας ανατολικάς περιοχάς τους μακράν και τους πλησίον, τον ένα και τον άλλον, και όλας τας βασιλείας, που υπάρχουν στο πρόσωπον της γης.
13 καὶ ἐρεῖς αὐτοῖς· οὕτως εἶπε Κύριος παντοκράτωρ· πίετε καὶ μεθύσθητε καὶ ἐξεμέσετε καὶ πεσεῖσθε καὶ οὐ μὴ ἀναστῆτε ἀπὸ προσώπου τῆς μαχαίρας, ἧς ἐγὼ ἀποστέλλω ἀνὰ μέσον ὑμῶν.
Εις όλους αυτούς, του λέγει ο Θεός, θα είπης, έτσι ωμίλησεν ο Κυριος, ο παντοκράτωρ· Πιετε, μεθύσετε, κάμετε εμετόν, θα πέσετε εις την γην και δεν θα ημπορέσετε να εγερθήτε ενώπιον της εχθρικής μαχαίρας, την οποίαν εγώ αποστέλλω ανάμεσά σας.
14 καὶ ἔσται ὅταν μὴ βούλωνται δέξασθαι τὸ ποτήριον ἐκ τῆς χειρός σου ὥστε πιεῖν, καὶ ἐρεῖς· οὕτως εἶπε Κύριος· πιόντες πίεσθε·
Εάν τυχόν δεν θελήσουν να δεχθούν το ποτήριον αυτό από τα χέρια σου, ώστε να πίουν το περιεχόμενόν του, θα πης προς αυτούς· Ετσι είπεν ο Κυριος θέλοντες και μη θα πίετε από αυτό.
15 ὅτι ἐν πόλει, ἐν ᾗ ὠνομάσθη τὸ ὄνομά μου ἐπ' αὐτήν, ἐγὼ ἄρχομαι κακῶσαι, καὶ ὑμεῖς καθάρσει οὐ μὴ καθαρισθῆτε, ὅτι μάχαιραν ἐγὼ καλῶ ἐπὶ πάντας τοὺς καθημένους ἐπὶ τῆς γῆς.
Εφ' όσον εγώ έχω αρχίσει να στέλλω τιμωρίας και συμφοράς εναντίον πόλεως, η οποία φέρει το όνομά μου, εναντίον της Ιερουσαλήμ, σεις δεν θα υποστήτε την καθαρτήριον αυτήν τιμωρίαν; Θα τιμωρήσω και σας, διότι εγώ προσκαλώ την εχθρικήν μάχαιραν εναντίον όλων των αμαρτωλών κατοίκων της γης.
16 καὶ σὺ προφητεύσεις ἐπ' αὐτοὺς τοὺς λόγους τούτους καὶ ἐρεῖς· Κύριος ἀφ' ὑψηλοῦ χρηματιεῖ, ἀπὸ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ δώσει φωνὴν αὐτοῦ, λόγον χρηματιεῖ ἐπὶ τοῦ τόπου αὐτοῦ, καὶ αἰδὰδ ὥσπερ τρυγῶντες ἀποκριθήσονται· καὶ ἐπὶ καθημένους τὴν γῆν ἥκει ὄλεθρος
Θα προφητεύσης δε προς αυτούς ακόμη και τούτους τους λόγους· ο Κυριος από του ύψους του θρόνου του διαλαλεί τας αποφάσστου. Από τον ιερόν του οίκον, τον ναόν. θα δώση την φωνήν του, θα εκφράση τας αποφάσστου από τον Ιερόν τόπον· και ζωηραί κραυγαί ωσάν τας κραυγάς των τρυγώντων τας αμπέλους θα αποκριθούν. Εις τους κατοίκους της γης έρχεται πλέον ο όλεθρος.
17 ἐπὶ μέρος τῆς γῆς, ὅτι κρίσις τῷ Κυρίῳ ἐν τοῖς ἔθνεσι, κρίνεται αὐτὸς πρὸς πᾶσαν σάρκα, οἱ δὲ ἀσεβεῖς ἐδόθησαν εἰς μάχαιραν, λέγει Κύριος.
Εις τα πέρατα της γης θα φθάση η κραυγή της δικαίας αποφάσεώς του, διότι ο Κυριος καταδικάζει τα έθνη, στήνει κρίσιν και παίρνει καταδικαστικήν απόφασιν αυτός εναντίον κάθε ανθρώπου. Οι ασεβείς παρεδόθησαν και θα παραδοθούν εις την μάχαιραν του ολέθρου, λέγει ο Κυριος.
18 οὕτως εἶπε Κύριος· ἰδοὺ κακὰ ἔρχεται ἀπὸ ἔθνους ἐπὶ ἔθνος, καὶ λαῖλαψ μεγάλη ἐκπορεύεται ἀπ' ἐσχάτου τῆς γῆς.
Ούτως είπεν ο Κυριος· Ιδού, έρχονται σύμφοραί από ένα έθνος εις άλλο έθνος, θύελλα μεγάλη επέρχεται από τα άκρα της γης.
19 καὶ ἔσονται τραυματίαι ὑπὸ Κυρίου ἐν ἡμέρᾳ Κυρίου, ἐκ μέρους τῆς γῆς, καὶ ἕως εἰς μέρος τῆς γῆς· οὐ μὴ κατορυγῶσιν, εἰς κόπρια ἐπὶ προσώπου τῆς γῆς ἔσονται.
Θα θανατωθούν οι άνθρωποι από τον Κυριον κατά την ημέραν της δικαίας αποφάσεώς και τιμωρίας εκ μέρους του Κυρίου. Από το ένα άκρον της γης έως το άλλο άκρον τα πτώματά των δεν θα ταφούν. θα μείνουν, ως κόπρος εις λίπανσιν της γης.
20 ἀλαλάξατε, ποιμένες, καὶ κεκράξατε· καὶ κόπτεσθε οἱ κριοὶ τῶν προβάτων, ὅτι ἐπληρώθησαν αἱ ἡμέραι ὑμῶν εἰς σφαγήν, καὶ πεσεῖσθε ὥσπερ οἱ κριοὶ οἱ ἐκλεκτοί·
Ξεσπάσατε εις θρηνώδεις αλαλαγμούς άρχοντες του λαού, κραυγάσατε, θρηνήσατε με κοπετούς σεις, οι οποίοι, όπως οι κριοι δια τα πρόβατα, είσθε αρχηγοί των λαών, διότι συνεπληρώθησαν πλέον αι ημέραι σας δια την σφαγήν και θα πέσετε σφαζόμενοι, όπως οι εκλεκτοί, κριοι.
21 καὶ ἀπολεῖται φυγὴ ἀπὸ τῶν ποιμένων καὶ σωτηρία ἀπὸ τῶν κριῶν τῶν προβάτων.
Δεν θα υπάρξη κανείς τρόπος διαφυγής δια τους ποιμένας αυτούς, καμμία σωτηρία δια τους πνευματικούς αυτούς ηγέτας των λογικών προβάτων.
22 φωνὴ κραυγῆς τῶν ποιμένων καὶ ἀλαλαγμὸς τῶν προβάτων καὶ τῶν κριῶν, ὅτι ὠλόθρευσε Κύριος τὰ βοσκήματα αὐτῶν,
Θα ακουσθή θρηνώδης κραυγή των αρχόντων αυτών, αλαλαγμός φοβερός των προβάτων και των κριών, διότι ο Κυριος κατέστρεψε τας βοσκάς των, τας πόλεις εις τας οποίας έμεναν.
23 καὶ παύσεται τὰ κατάλοιπα τῆς εἰρήνης ἀπὸ προσώπου ὀργῆς θυμοῦ μου.
Και όση, τυχόν, ειρήνη είχε κάπου απομείνει εις την γην, θα παύση πλέον εξ αιτίας του ωργισμένου προσώπου του Κυρίου.
24 ἐγκατέλιπεν ὥσπερ λέων κατάλειμμα αὐτοῦ, ὅτι ἐγενήθη ἡ γῆ αὐτῶν εἰς ἄβατον ἀπὸ προσώπου τῆς μαχαίρας τῆς μεγάλης.
Ωσάν λέων αφήκε το κατάλοιπον της θήρας του. Ολη η χώρα των αμαρτωλών ανθρώπων έγινεν έρημος και άβατος εξ αιτίας της φοβεράς μαχαίρας του ολέθρου και της καταστροφής.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα