ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΟΥΤΩΣ εἶπε Κύριος· οὐαὶ ἐπὶ Ναβαῦ, ὅτι ὤλετο· ἐλήφθη Καριαθαίμ, ᾐσχύνθη Ἀμὰθ καὶ ἡττήθη.
Εναντίον της χώρας Μωάβ - Ετσι είπεν ο Κυριος· Αλλοίμονον εις την Ναβαύ, διότι θα παραδοθή εις όλεθρον. Εκυριεύθη η Καριαθέμ, ενικήθη και κατεντροπιάσθη η Αμάθ.
2 οὐκ ἔστιν ἔτι ἰατρεία Μωάβ, γαυρίαμα ἐν Ἐσεβών· ἐλογίσαντο ἐπ' αὐτὴν κακά· ἐκόψαμεν αὐτὴν ἀπὸ ἔθνους, καὶ παῦσιν παύσεται, ὄπισθέν σου βαδιεῖται μάχαιρα.
Καμμία θεραπεία δεν υπάρχει πλέον δια την Μωάβ, Εσβησεν η δόξα και το καύχημα της Εσεβών. Οι εχθροί της εσχεδίασαν και απεφάσισαν εναντίον της κακά. Ειπαν· “θα κατακόψωμεν αυτήν, ώστε να μη υπάρχη πλέον μεταξύ των εθνών”. Ασφαλώς και βεβαίως θα τερματισθή η ύπαρξίς της. Η μάχαιρα η καταστρεπτική θα σε ακολουθή, χώρα Μωάβ, κατά πόδας.
3 ὅτι φωνὴ κεκραγότων ἐξ Ὠρωναίμ, ὄλεθρος καὶ σύντριμμα μέγα·
Ακούονται θρηνώδεις κραυγαί ανθρώπων, οι οποίοι κραυγάζουν εις Ωρωναίμ· “μεγάλος ο όλεθρος και μεγάλη η συντριβή σου”!
4 συνετρίβη Μωάβ, ἀναγγείλατε εἰς Ζογόρα,
“Η Μωάδ κατεστράφη, αναγγείλατε αυτό εις Ζογόρα”.
5 ὅτι ἐπλήσθη Ἀλὼθ ἐν κλαυθμῷ, ἀναβήσεται κλαίων ἐν ὁδῷ Ὠρωναίμ, κραυγὴν συντρίμματος ἠκούσατε·
Η Αλώθ εγέμισεν από θρήνους και κλαυθμούς. Ενώπιον της μεγάλης καταστροφής κάθε άνθρωπος θα ανεβή κλαίων την οδόν προς Ωρωναίμ. Ηκούσατε την κραυγήν της συντριβής της.
6 φεύγετε καὶ σώσατε τὰς ψυχὰς ὑμῶν καὶ ἔσεσθε ὥσπερ ὄνος ἄγριος ἐν ἐρήμῳ.
Φεύγετε και σώσατε την ζωήν σας· γενήτε ωσάν οι άγριοι όνοι εις την έρημον.
7 ἐπειδὴ ἐπεποίθεις ἐν ὀχυρώμασί σου, καὶ σὺ συλληφθήσῃ· καὶ ἐξελεύσεται Χαμὼς ἐν ἀποικίᾳ καὶ οἱ ἱερεῖς αὐτοῦ καὶ οἱ ἄρχοντες αὐτοῦ ἅμα.
Θα κυριευθής και συ, επειδή είχες στηρίξει την πεποίθησίν σου εις τα οχυρώματά σου και οχι εις εμέ. Ο ειδωλικός θεός σου Χαμώς θα απαχθή εις αιχμαλωσίαν και οι ιερείς του μαζή με τους άρχοντάς του.
8 καὶ ἥξει ὄλεθρος ἐπὶ πᾶσαν πόλιν, καὶ πόλις οὐ μὴ σωθῇ, καὶ ἀπολεῖται ὁ αὐλών, καὶ ἐξολοθρευθήσεται ἡ πεδινή, καθὼς εἶπε Κύριος.
Ολεθρος θα επέλθη εις κάθε πόλιν. Καμμία πόλις δεν θα διασωθή από την καταστροφήν. Θα καταστραφή ο αυλών, η κοιλάς αυτή του Ιορδάνου· θα εξολοθρευθή η απέραντος πεδινή περιοχή της Μωάβ, όπως είπεν ο Κυριος.
9 δότε σημεῖα τῇ Μωάβ, ὅτι ἁφῇ ἀναφθήσεται, καὶ πᾶσαι αἱ πόλεις αὐτῆς εἰς ἄβατον ἔσονται· πόθεν ἔνοικος αὐτῇ;
Δωσατε πειστικά σημεία εις την Μωάβ, ότι εξαπαντος θα παραδοθή στο καταστρεπτικός πυρ. Ολαι αι πόλεις της θα γίνουν άβατοι από τους ανθρώπους και έρημοι. Από που θα έλθη κάτοικος εις αυτήν;
10 ἐπικατάρατος ὁ ποιῶν τὰ ἔργα Κυρίου ἀμελῶς, ἐξαίρων μάχαιραν αὐτοῦ ἀφ' αἵματος.
Επικατάρατος είναι εκείνος, ο οποίος πράττει τα έργα του Κυρίου αμελώς. Επικατάρατος εκείνος, ο οποίος, παρά την διαταγήν του Κυρίου, αναστέλλει την μάχαιράν του από την σφαγήν των εχθρών.
11 ἀνεπαύσατο Μωὰβ ἐκ παιδαρίου καὶ πεποιθὼς ἦν ἐπὶ τῇ δόξῃ αὐτοῦ, οὐκ ἐνέχεεν ἐξ ἀγγείου εἰς ἀγγεῖον καὶ εἰς ἀποικισμὸν οὐκ ᾤχετο· διὰ τοῦτο ἔστη γεῦμα αὐτοῦ ἐν αὐτῷ, καὶ ὀσμὴ αὐτοῦ οὐκ ἐξέλιπε.
Απ' αρχής της υπάρξεώς της η Μωάβ, έζη εν ησυχία και ειρήνη. Είχε πεποίθησιν εις την δόξαν και την δύναμίν της. Δεν εξεκενώθη από ένα δοχείον εις άλλο ο λαός της δεν ωδηγήθη αιχμάλωτος εις την εξορίαν. Εμεινεν ώσαν οίνος αμετακίνητος, που διετήρησε την ευχάριστον γεύσιν του και δεν έχασε την ευωδίαν του!
12 διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἡμέραι αὐτοῦ ἔρχονται, φησὶ Κύριος, καὶ ἀποστελῶ αὐτῷ κλίνοντας, καὶ κλινοῦσιν αὐτὸν καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ λεπτυνοῦσι καὶ τὰ κέρατα αὐτοῦ συγκόψουσι.
Δια τούτο ιδού, λέγει ο Κυριος, έρχονται ημέραι, κατά τας οποίας εγώ θα αποστείλω μεταγγιστάς, οι οποίοι θα μεταγγίσουν τον οίνον· τα δε πήλινα σκεύη, εις τα οποία εφυλάσσετο, θα τα συντρίψουν. Οι εχθροί θα κατακόψουν όλην την δύναμιν της Μωάβ.
13 καὶ καταισχυνθήσεται Μωὰβ ἀπὸ Χαμώς, ὥσπερ κατῃσχύνθη οἶκος Ἰσραὴλ ἀπὸ Βαιθὴλ ἐλπίδος αὐτῶν πεποιθότες ἐπ' αὐτοῖς.
Οι Μωαβίται θα κατεντροπιασθούν δια το άψυχον και ανίκανον να τους σώση είδωλον του Χαμώς, όπως κατεντροπιάσθησαν οι Ισραηλίται από την Βαιθήλ, όπου είχαν στηρίξει την ελπίδα των αυτοί, που επίστευαν εις τα είδωλα.
14 πῶς ἐρεῖτε· ἰσχυροί ἐσμεν καὶ ἄνθρωπος ἰσχύων εἰς τὰ πολεμικά;
Και λοιπόν, σεις οι Μωαβίται πως θα πήτε· “είμεθα ισχυροί και κάθε άνδρας από μας είναι δυνατός εις τα πολεμικά όπλα”;
15 ὤλετο Μωὰβ πόλις αὐτοῦ, καὶ ἐκλεκτοὶ νεανίσκοι αὐτοῦ κατέβησαν εἰς σφαγήν·
Ιδού, ότι όλαι αι πόλεις της χώρας Μωάβ παρεδόθησαν στον όλεθρον. Οι εκλεκτοί δε νέοι άνδρες της ωδηγήθησαν εις σφαγήν.
16 ἐγγὺς ἡμέρα Μωὰβ ἐλθεῖν, καὶ πονηρία αὐτοῦ ταχεῖα σφόδρα.
Η ημέρα καταδίκης της Μωάβ πλησιάζει να έλθη και η σύμφορά της έρχεται πολύ ταχέως.
17 κινήσατε αὐτῷ, πάντες κυκλόθεν αὐτοῦ, πάντες εἰδότες ὄνομα αὐτοῦ· εἴπατε· πῶς συνετρίβη βακτηρία εὐκλεής, ράβδος μεγαλώματος;
Συγκλονισθήτε και κλαύσατε δια τον όλεθρον της Μωάβ όλοι οι γύρω από αυτήν λαοί. Ολοι όσοι την εγνωρίζατε, είπατε· “πως συνετρίβη η ένδοξος βακτηρία, η ισχυρά αυτή ράβδος;”
18 κατάβηθι ἀπὸ δόξης καὶ κάθισον ἐν ὑγρασίᾳ, καθημένη Δαιβών· ἐκτριβήσεται, ὅτι ὤλετο Μωάβ, ἀνέβη εἰς σὲ λυμαινόμενος ὀχύρωμά σου.
Σεις, οι κάτοικοι της Δαιβών, κατεβήτε από την δόξαν σας, καθίσατε κάτω στο υγρόν έδαφος. Η Δαιβών θα καταστραφή, αφού εχάθη ολόκληρος η περιοχή Μωάβ. Επήλθεν εναντίον σου εκείνος, ο οποίος θα καταστρέψη και θα συλήση τα οχυρωματά σου.
19 ἐφ' ὁδοῦ στῆθι καὶ ἔπιδε, καθημένη ἐν Ἀροήρ, καὶ ἐρώτησον φεύγοντα καὶ σῳζόμενον καὶ εἰπόν· τί ἐγένετο;
Σεις, που κατοικείτε εις την Αροήρ,. σταθήτε στον δρόμον σας και ερωτήσατε αυτούς, που πανικόβλητοι φεύγουν και προσπαθούν να σωθούν, και ειπέτε τους· “τι συνέβη”;
20 κατῃσχύνθη Μωάβ, ὅτι συνετρίβη· ὀλόλυξον καὶ κέκραξον, ἀνάγγειλον ἐν Ἀρνών, ὅτι ὤλετο Μωάβ·
Θα σας απαντήσουν· “η Μωάβ κατεντροπιάσθη, διότι συνετρίβη και κατεστράφη”. Θρηνήσατε, κραυγάσατε, αναγγείλατε εις την Αρνών, ότι εξωλοθρεύθη η Μωάβ...
21 καὶ κρίσις ἔρχεται εἰς τὴν γῆν Μεισὼρ ἐπὶ Χελὼν καὶ Ρεφὰς καὶ Μωφὰθ
Δικαία κρίσις και τιμωρία επέρχεται εναντίον της χώρας Μεισώρ και των, πόλεών της Χελών, Ρεφάς, Μωφάθ,
22 καὶ ἐπὶ Δαιβὼν καὶ ἐπὶ Ναβαῦ καὶ ἐπ' οἶκον Δαιβλαθαὶμ
εναντίον της Δαίδων και της Ναβαύ, εναντίον των απογόνων Δαιβλαθαίμ.
23 καὶ ἐπὶ Καριαθαὶμ καὶ ἐπ' οἶκον Γαιμὼλ καὶ ἐπ' οἶκον Μαὼν
Εναντίον της Καριαθαίμ και των απογόνων Γαιμώλ, εναντίον του οίκου Μαών,
24 καὶ ἐπὶ Καριὼθ καὶ ἐπὶ Βοσὸρ καὶ ἐπὶ πάσας τὰς πόλεις Μωὰβ τὰς πόρρω καὶ τὰς ἐγγύς.
εναντίον της Καριώθ και της Βοσόρ και εναντίον όλων των πόλεων της χώρας Μωάβ, αι οποίαι ευρίσκονται μακράν και πλησίον.
25 κατεάχθη κέρας Μωάβ, καὶ τὸ ἐπίχειρον αὐτοῦ συνετρίβη.
Εσπασεν η δύναμις της Μωάβ, συνετρίβησαν τα πολεμικά όπλα εις τα χέρια του λαού της.
26 μεθύσατε αὐτόν, ὅτι ἐπὶ Κύριον ἐμεγαλύνθη· καὶ ἐπικρούσει Μωὰβ ἐν χειρὶ αὐτοῦ καὶ ἔσται εἰς γέλωτα καὶ αὐτός.
Σεις, οι επιδρομείς, οι Χαλδαίοι, μεθύσατε τον λαόν της Μωάβ με τον οίνον του θυμού του Κυρίου, διότι ο λαός αυτός υψώθη και αυθαδίασεν εναντίον του Κυρίου του. Οι Μωαβίται εχειροκροτούσαν με χαράν δια τον όλεθρον του Ιούδα, αλλά και οι ίδιοι θα γίνουν αντικείμενον γέλωτος και εμπαιγμού.
27 καὶ εἰ μὴ εἰς γελοιασμὸν ἦν σοι Ἰσραήλ; ἢ ἐν κλοπαῖς σου εὑρέθη, ὅτι ἐπολέμεις αὐτόν;
Μηπως ο ισραηλιτικός λαός δεν έγινε δια σε αντικείμενον χλευασμού και γέλωτος; Διατί αυτό; Μηπως και τον συνέλαβες ως κλέπτην της περιουσίας σου και δια τούτο επολεμούσες εναντίον του;
28 κατέλιπον τὰς πόλεις καὶ ᾤκησαν ἐν πέτραις οἱ κατοικοῦντες Μωάβ, ἐγενήθησαν ὥσπερ περιστεραί νοσσεύουσαι ἐν πέτραις στόματι βοθύνου.
Ετιμωρήθησαν οι Μωαβίται, δια τούτο και εγκατέλειψαν τας πόλεις των και κατώκησαν στους βράχους. Εγιναν ωσάν περιστεραί, αι οποίαι έχουν κατασκευάσει τας φωλεάς των εις τας οπάς αποτόμων βράχων.
29 ἤκουσα ὕβριν Μωάβ, ὕβρισε λίαν ὕβριν αὐτοῦ καὶ ὑπερηφανίαν αὐτοῦ, καὶ ὑψώθη ἡ καρδία αὐτοῦ.
Ηκουσα την αλαζονείαν των Μωαβιτών. Κατελήφθη από πολλήν υπερηφάνειαν και αναίδειαν. Υψώθη εγωϊστικώς η καρδία του λαού αυτού.
30 ἐγὼ δὲ ἔγνων ἔργα αὐτοῦ· οὐχὶ τὸ ἱκανὸν αὐτοῦ, οὐχ οὕτως ἐποίησε.
Εγώ γνωρίζω τα έργα της αλαζονείας και επιδείξεώς του. Ο εγωισμός του και αι φιλοδοξίαι του ήσαν ανώτερα από την άξίαν και τα έργα του.
31 διὰ τοῦτο ἐπὶ Μωὰβ ὀλολύζετε πάντοθεν, βοήσατε ἐπ' ἄνδρας κειράδας αὐχμοῦ·
Δια τούτο θρηνείτε από παντού δια τον όλεθρον της Μωάβ. Κραυγάσατε με πόνον δια τους αιχμαλώτους, των οποίων εις ένδειξιν καταφρονήσεως εξύρισαν την κεφαλήν και τον πώγωνα και τους εγκατέλειψαν εις στέρησιν.
32 ὡς κλαυθμὸν Ἰαζὴρ ἀποκλαύσομαί σοι, ἄμπελος Σεβημά, κλήματά σου διῆλθε θάλασσαν, Ἰαζὴρ ἥψαντο· ἐπὶ ὀπώραν σου, ἐπὶ τρυγηταῖς σου ὄλεθρος ἐπέπεσε.
Οπως κλαίει η Ιαζήρ την καταστροφήν της, θα κλαύσω και εγώ δια σε αμπελοφόρε Σεβημά. Τα κλήματά σου επεξετάθησαν έως την Νεκράν Θαλασσαν, έφθασαν εις την Ιαζήρ. Εις τας οπώρας των δένδρων σου και στον τρυγητόν των αμπέλων σου επέπεσεν όλεθρος.
33 συνεψήθη χαρμοσύνη καὶ εὐφροσύνη ἐκ τῆς Μωαβίτιδος καὶ οἶνος ἦν ἐπὶ ληνοῖς σου· πρωΐ οὐκ ἐπάτησαν οὐδὲ δείλης, οὐκ ἐποίησαν αἰδάδ.
Εκάησαν και εξηφανίσθησαν χαρά και ευφροσύνη από την χώραν Μωάβ. Ο οίνος ευρίσκετο ακόμα στους ληνούς, όταν επέδραμον οι εχθροί. Αλλα ούτε το πρωί ούτε το απόγευμα επάτησαν πλέον τας σταφυλάς οι Μωαβίται. Δεν έβγαλαν τας συνήθεις χαρμοσύνους κραυγάς δια τον τρυγητόν και το πάτημα των σταφυλών.
34 ἀπὸ κραυγῆς Ἐσεβὼν ἕως Ἐλεαλὴ αἱ πόλεις αὐτῶν ἔδωκαν φωνὴν αὐτῶν, ἀπὸ Ζογὸρ ἕως Ὠρωναὶμ καὶ Ἀγλάθ-Σαλισία, ὅτι καὶ τὸ ὕδωρ Νεβρεὶν εἰς κατάκαυμα ἔσται.
Από την κραυγήν της Εσεβών έως την Ελεαλή, όλαι αι πόλεις αφήκαν κραυγάς οδύνης και πόνου. Από Ζογόρ έως Ωρωναίμ και από Αγλαθ-Σαλισία, διότι και αυτά τα πηγαία ύδατα της Νεβρείν παρεδόθησαν εις πυρκαϊάν, εις καταστροφήν, και η χώρα έμεινε άνυδρος και ξηρά.
35 καὶ ἀπολῶ τὸν Μωάβ, φησὶ Κύριος, ἀναβαίνοντα ἐπὶ τὸν βωμὸν καὶ θυμιῶντα θεοῖς αὐτοῦ.
Θα εξολοθρεύσω τους Μωαβίτας, λέγει ο Κυριος, κάθε άνθρωπον, ο οποίος ανεβαίνει προς τους βωμούς και προσφέρει θυμίαμα στους ειδωλικους θεούς του.
36 διὰ τοῦτο καρδία μου, Μωάβ, ὥσπερ αὐλοὶ βομβήσουσι, καρδία μου ἐπ' ἀνθρώπους κειράδας ὥσπερ αὐλὸς βομβήσει· διὰ τοῦτο ἃ περιεποιήσατο, ἀπώλετο ἀπὸ ἀνθρώπου.
Δια τούτο η καρδία μου, ω χώρα Μωάβ, βομβεί, ως εάν πολλοί αυλοί αναδίδουν ήχον. Η καρδία μου θα αποδώση βόμβον ωσάν αυλός, δι' ανθρώπους αιχμαλώτους, τους οποίους εις καταφρόνησιν έχουν κουρεύσει και ξυρίσει. Εκείνα τα οποία επί τόσον χρόνον η χώρα Μωάβ είχεν αποκτήσει και περιποιηθή, κατεστράφησαν από τους εχθρούς.
37 πᾶσαν κεφαλὴν ἐν παντὶ τόπῳ ξυρηθήσονται, καὶ πᾶς πώγων ξυρηθήσεται, καὶ πᾶσαι χεῖρες κόψονται, καὶ ἐπὶ πάσης ὀσφύος σάκκος.
Εις κάθε τόπον θα ξυρίσουν την κεφαλήν των ανθρώπων της Μωάβ· θα ξυρισθή και το γένειάν των· θα κατακοπούν τα χέρια των και όλαι αι οσφύες των θα περιζωσθούν πένθιμον σάκκινον ένδυμα.
38 καὶ ἐπὶ πάντων τῶν δωμάτων Μωὰβ καὶ ἐπὶ ταῖς πλατείαις αὐτῆς, ὅτι συνέτριψα τὸν Μωάβ, φησὶ Κύριος, ὡς ἀγγεῖον, οὗ οὐκ ἔστι χρεία αὐτοῦ.
Ολολυγμός και θρήνος θα ακούεται επάνω εις όλα τα δώματα της Μωάβ και εις τας πλατείας αυτής, διότι εγώ συνέτριψα την χώραν Μωάβ, λέγει Κυριος, όττως συντρίβει κανείς ένα πήλινον αγγείον, που δεν το χρειάζεται πλέον.
39 πῶς κατήλλαξε; πῶς ἔστρεψε νῶτον Μωάβ; ᾐσχύνθη καὶ ἐγένετο Μωὰβ εἰς γέλωτα καὶ ἐγκότημα πᾶσι τοῖς κύκλῳ αὐτῆς.
Πως κατετροπώθη η Μωάβ; Πως οι άνδρες της έστρεψαν πανικόβλητοι τα νώτα των στους εχθρούς; Κατεντροπιάσθη, έγινεν η χώρα Μωάβ περίγελως, αντικείμενον της οργής όλων των κύκλω αυτής.
40 ὅτι οὕτως εἶπε Κύριος·
Διότι έτσι είπεν ο Κυριος·
41 ἐλήφθη Ἀκκαριώθ, καὶ τὰ ὀχυρώματα συνελήφθη·
εκυριεύθη η Ακκαριώθ και τα οχυρώματα αυτής κατελήφθησαν.
42 καὶ ἀπολεῖται Μωὰβ ἀπὸ ὄχλου, ὅτι ἐπὶ τὸν Κύριον ἐμεγαλύνθη.
Η Μωάβ θα καταστροφή ανάμεσα από τους λαούς, διότι υπερηφανεύθη εναντίον του Κυρίου.
43 παγὶς καὶ φόβος καὶ βόθυνος ἐπὶ σοί, καθήμενος Μωάβ·
Παγίδες και φόβοι και λάκκοι υπάρχουν δια σας, που κατοικείτε την χώραν Μωάβ.
44 ὁ φεύγων ἀπὸ προσώπου τοῦ φόβου ἐμπεσεῖται εἰς τὸν βόθυνον, καὶ ὁ ἀναβαίνων ἐκ τοῦ βοθύνου συλληφθήσεται ἐν τῇ παγίδι, ὅτι ἐπάξω ταῦτα ἐπὶ Μωὰβ ἐν ἐνιαυτῷ ἐπισκέψεως αὐτῆς.
Εκείνος, ο οποίος θα διαφύγη τον φόβον και τον κίνδυνον εκ μέρους των ανθρώπων, θα πέση στον λάκκον· και εκείνος ο οποιος ανεβαίνει από τον λάκκον, θα συλληφθή εις την παγίδα αιχμάλωτος. Αυτά θα επιφέρω εναντίον της Μωάβ κατά τον χρόνον, που θα την επισκεφθώ προς δικαίαν τιμωρίαν της.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα