ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 (Μασ. ΜΘ, 1-5) ΟΥΤΩΣ εἶπε Κύριος· μὴ υἱοὶ οὐκ εἰσὶν ἐν Ἰσραήλ, ἢ παραληψόμενος οὐκ ἔστιν αὐτοῖς; διατί παρέλαβε Μελχὸλ τὴν Γαλαάδ, καὶ ὁ λαὸς αὐτῶν ἐν πόλεσιν αὐτῶν ἐνοικήσει;
Εναντίον των Αμμωνιτων - Ετσι ωμίλησε και είπεν ο Κυριος· Μηπως έλειψαν και δεν υπάρχουν απόγονοι του Ισραήλ εις την χώραν; Μηπως δεν υπάρχει μεταξύ αυτών ούτε ένας κληρονόμος Ισραηλίτης; Διατί τότε ο Μελχόλ, θεός ψευδής των Αμμωνιτών, κατέλαβε την χώραν Γαλαάδ, και ο λαός αυτών των Αμμωνιτών κατοικεί εις τας πόλεις των Ισραηλιτών;
2 διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, φησὶ Κύριος, καὶ ἀκουτιῶ ἐπὶ Ραββὰθ θόρυβον πολέμων, καὶ ἔσονται εἰς ἄβατον καὶ εἰς ἀπώλειαν, καὶ βωμοὶ αὐτῆς ἐν πυρὶ κατακαυθήσονται, καὶ παραλήψεται Ἰσραὴλ τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ.
Δια τούτο ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει ο Κυριος, και θα κάμω να ακουσθή πολεμικός θόρυβος εναντίον της Ραββάθ, της πρωτευούσης των Αμμωνιτών. Η χώρα θα παραδοθή εις την καταστροφήν, θα γίνη έρημος και άβατος. Οι βωμοί της θα παραδοθούν στο πυρ και θα κατακαούν, ο δε ισραηλιτικός λαός θα παραλάβη την αρχικήν του κληρονομίαν.
3 ἀλάλαξον Ἐσεβών, ὅτι ὤλετο Γαΐ· κεκράξατε θυγατέρες Ραββάθ, περιζώσασθε σάκκους καὶ κόψασθε, ὅτι Μελχὸλ βαδιεῖται ἐν ἀποικίᾳ, οἱ ἱερεῖς αὐτοῦ καὶ οἱ ἄρχοντες αὐτοῦ ἅμα.
Κραύγασε και θρήνησε, Εσεβών, πόλις των Μωαβιτών, διότι κατεστράφη η Γαϊ! Κράξατε και ολολύξατε θυγατέρες Ραββάθ, φορέσατε και ζωσθήτε σάκκινα ενδύματα πένθους. Αρχίσατε κοπετούς και θρήνους, διότι ο ψευδοθεός Μελχόλ θα μεταφερθή εις εξορίαν, όπως επίσης και οι ιερείς αυτού και οι άρχοντες των Αμμωνιτών μαζή
4 τί ἀγαλλιᾶσθε ἐν τοῖς πεδίοις Ἐνακείμ, θύγατερ ἰταμίας, ἡ πεποιθυῖα ἐπὶ θησαυροῖς αὐτῆς, ἡ λέγουσα· τίς εἰσελεύσεται ἐπ' ἐμέ;
Διατί χαίρετε και ευφραίνεσθε εις τας πεδιάδας των γιγάντων, σκληροί και εγωπαθείς κάτοικοι της περιοχής; Σεις, οι οποίοι έχετε στηρίξει την πεποίθησίν σας στους θησαυρούς της ισχύος σας και του πλούτου σας και οι οποίοι λέγετε· Ποιός θα τολμήση να έλθη εναντίον μας και να εισελθη εις την χώραν μας;
5 ἰδοὺ ἐγὼ φέρω φόβον ἐπὶ σέ, εἶπε Κύριος, ἀπὸ πάσης τῆς περιοίκου σου, καὶ διασπαρήσεσθε ἕκαστος εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἔσται ὁ συνάγων.
Ιδού, εγώ θα επιφέρω εναντίον σας φόβον, είπεν ο Κυριος, και θα φοβηθήτε εκ μέρους όλων των γειτονικών σας περιοχών. Τρομαγμένοι θα διασκορπισθήτε ο καθένας προς ιδικήν του κατεύθυνσιν και δεν θα υπάρχη άνθρωπος, ο οποίος να σας συγκρατήση και να σας συγκεντρώση.
6 Τῇ Κηδὰρ τῇ βασιλίσσῃ τῆς αὐλῆς, ἣν ἐπάταξε Ναβουχοδονόσορ βασιλεὺς Βαβυλῶνος. (Μασ. ΜΘ, 28-33) Οὕτως εἶπε Κύριος· ἀνάστητε καὶ ἀνάβητε ἐπὶ Κηδὰρ καὶ πλήσατε τοὺς υἱοὺς Κεδέμ·
Εις την φυλήν των σκηνιτών της Κηδάρ, η οποία εβασιλευε και εκυριαρχούσεν εις την περιοχήν εκείνην, την οποίαν εκτύπησεν ο Ναβουχοδονόσορ ο βασιλεύς της Βαβυλώνος, απευθύνονται οι κατωτέρω λόγοι· (Μασ. Μθ', 28-33). Ετσι είπεν ο Κυριος· Σηκωθήτε και επέλθετε εναντίον της Κηδάρ, κτυπήσατε και καταστρέψατε τους υιούς της Κεδέμ.
7 σκηνὰς αὐτῶν καὶ τὰ πρόβατα αὐτῶν λήψονται, ἱμάτια αὐτῶν καὶ πάντα τὰ σκεύη αὐτῶν καὶ καμήλους αὐτῶν λήψονται ἑαυτοῖς· καὶ καλέσατε ἐπ' αὐτοὺς ἀπώλειαν κυκλόθεν.
Οι εχθροί των θα πάρουν τας σκηνάς και τα πρόβατα των και τα ενδύματά των και όλα τα σκεύη των και τας καμήλους αυτών. Ολα θα τα πάρουν δια τον εαυτόν των. Προσκαλέσατε εναντίον των εχθρών σας τους κύκλω λαούς προς καταστροφήν των.
8 φεύγετε λίαν, βαθύνατε εἰς κάθισιν, καθήμενοι ἐν τῇ αὐλῇ, ὅτι ἐβουλεύσατο ἐφ' ὑμᾶς βασιλεὺς Βαβυλῶνος βουλὴν καὶ ἐλογίσατο ἐφ' ὑμᾶς λογισμόν.
Φυγετε ταχέως και μακράν. Αναζητήσατε καταφύγιον και ασφάλειαν εις βαθείς λάκκους σεις, οι οποίοι κατοικείτε την περιοχήν αυτήν. Διότι ο βασιλεύς της Βαβυλώνος εσκέφθη και έλαβεν εναντίον σας αποφασιν· κατέστρωσε σχέδιον καταστροφής σας.
9 ἀνάστηθι καὶ ἀνάβηθι ἐπ' ἔθνος εὐσταθοῦν, καθήμενον εἰς ἀναψυχήν, οἷς οὐκ εἰσὶ θύραι, οὐ βάλανοι, οὐ μοχλοί, μόνοι καταλύουσι.
Εθνος εχθρικόν ας εξεγερθή και ας επέλθη εναντίον άλλου έθνους, εναντίον των νομάδων, που ζουν ήσυχοι και αμέριμνοι εις τας περιοχάς των, στους οποίους δεν υπάρχουν θύραι, ούτε δοκάρια από σκληράν δρυν και μοχλοί ασφαλείας των πυλών. Μονοι των και άνευ συμμάχων κατοικούν.
10 καὶ ἔσονται κάμηλοι αὐτῶν εἰς προνομὴν καὶ πλῆθος κτηνῶν αὐτῶν εἰς ἀπώλειαν· καὶ λικμήσω αὐτοὺς παντὶ πνεύματι κεκαρμένους πρὸ προσώπου αὐτῶν, ἐκ παντὸς πέραν αὐτῶν οἴσω τὴν τροπὴν αὐτῶν, εἶπε Κύριος.
Τας καμήλους αυτών θα τας αρπάσουν και θα τας πάρουν λείαν οι εχθροί των. Υό πλήθος των κατουκιδίων ζωών των θα παραδοθή εις όλεθρον. Θα λιχνίσω προς κάθε άνεμον και θα διασκορπίσω αυτούς, που έχουν κουρευμένα τα πρόσωπα των. Από όλα τα όριά των θα φέρω εναντίον των εχθρούς, λέγει ο Κυριος.
11 καὶ ἔσται ἡ αὐλὴ διατριβὴ στρουθῶν καὶ ἄβατος ἕως αἰῶνος, οὐ μὴ καθίσῃ ἐκεῖ ἄνθρωπος, καὶ οὐ μὴ κατοικήσῃ ἐκεῖ υἱὸς ἀνθρώπου.
Θα γίνη δε η βασιλική αυλή και η περιοχή των τόπος διαμονής στρουθίων, άβατος από ανθρώπους δια παντός. Δεν θα καθίση εκεί ανθρώπους! Δεν θα εγκατασταθή εκεί υιός ανθρώπου!
12 Τῇ Δαμασκῷ. (Μασ. ΜΘ, 23-27) Κατῃσχύνθη Ἠμὰθ καὶ Ἀρφάδ, ὅτι ἤκουσαν ἀκοὴν πονηράν· ἐξέστησαν, ἐθυμώθησαν, ἀναπαύσασθαι οὐ μὴ δύνωνται.
Εναντίον της Δαμασκού (Μασ. Μθ', 23-27). Η Ημάθ και η Αρφάδ έχουν καταισχυνθή, διότι ήκουσαν μίαν τρομεράν είδησιν. Εξεπλάγησαν, ανεστατώθησαν, δεν ημπορούν να ευρουν ησυχίαν.
13 ἐξελύθη Δαμασκός, ἀπεστράφη εἰς φυγήν, τρόμος ἐπελάβετο αὐτῆς.
Παρέλυσεν η Δαμασκός. Οι κάτοικοί της ετράπησαν πανικόβλητοι εις φυγήν. Τρόμος κατέλαβεν αυτούς.
14 πῶς οὐχὶ ἐγκατέλιπε πόλιν ἐμήν; κώμην ἠγάπησαν·
Διατί όμως οι κάτοικοι της Δαμασκού, καίτοι προειδοποιήθησαν, δεν εγκατέλειψαν την πόλιν μου; Διότι ηγάπησαν την πόλιν αυτήν.
15 διὰ τοῦτο πεσοῦνται νεανίσκοι ἐν πλατείαις σου, καὶ πάντες οἱ ἄνδρες οἱ πολεμισταί σου πεσοῦνται, φησὶ Κύριος·
Δια τούτο, ω Δαμασκός, οι νεαροί άνδρες σου θα πέσουν νεκροί και τραυματίαι εις τας πλατείας σου, όπως επίσης και όλοι οι άνδρες σου οι πολεμισταί θα πέσουν νεκροί κατά τας μάχας, λέγει ο Κυριος.
16 καὶ καύσω πῦρ ἐν τείχει Δαμασκοῦ, καὶ καταφάγεται ἄμφοδα υἱοῦ Ἄδερ.
Φωτιά θα ανάψω επάνω εις τα τείχη της Δαμασκού, η οποία θα καταφάγη τας οδούς της χώρας και τα ανάκτορα των βασιλέων της.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα