ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος·
Κατά των Φιλισταίων - Αυτά λέγει ο Κυριος·
2 ἰδοὺ ὕδατα ἀναβαίνει ἀπὸ βορρᾶ καὶ ἔσται εἰς χειμάρρουν κατακλύζοντα καὶ κατακλύσει γῆν καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς, πόλιν καὶ τοὺς κατοικοῦντας ἐν αὐτῇ· καὶ κεκράξονται οἱ ἄνθρωποι, καὶ ἀλαλάξουσιν ἅπαντες οἱ κατοικοῦντες τὴν γῆν.
Ιδού, αναβαίνουν από τον βορράν ύδατα, ωσάν χείμαρροι κατακλύζοντες τα πάντα. Θα πλημμυρίσουν την γην και ο,τι υπάρχει επάνω εις αυτήν, τας πόλεις και τους κατοίκους αυτών. Οι άνθρωποι θα εκβάλουν κραυγάς, θα αλαλάξουν θρηνολογούντες όλοι, όσοι κατοικούν εις την γην.
3 ἀπὸ φωνῆς ὁρμῆς αὐτοῦ, ἀπὸ τῶν ὁπλῶν τῶν ποδῶν αὐτοῦ καὶ ἀπὸ σεισμοῦ τῶν ἁρμάτων αὐτοῦ, ἤχου τροχῶν αὐτοῦ οὐκ ἐπέστρεψαν πατέρες ἐφ' υἱοὺς αὐτῶν ἀπὸ ἐκλύσεως χειρῶν αὐτῶν
Από τας κραυγάς των επερχομένων με ορμήν εχθρών, από τας οπλάς των ποδών του ιππικού του και από τον μεγάλον πάταγον των πολεμικών αρμάτων του, από τον θόρυβον των τροχοφόρων οχημάτων, κατετρόμαξαν τόσον πολύ και οι γονείς, ώστε δεν εγύρισαν πίσω εις αναζήτησιν των παιδιών των, διότι παρέλυσαν τα χέρια των.
4 ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἐπερχομένῃ τοῦ ἀπολέσαι πάντας τοὺς ἀλλοφύλους. καὶ ἀφανιῶ τὴν Τύρον καὶ τὴν Σιδῶνα καὶ πάντας τοὺς καταλοίπους τῆς βοηθείας αὐτῶν, ὅτι ἐξολοθρεύσει Κύριος τοὺς καταλοίπους τῶν νήσων.
Αυτά θα γίνουν κατά την ημέραν, που έρχεται, δια να καταστρέψη ο Κυριος όλους τους Φιλισταίους. Τοτε θα εξαφανίσω, λέγει ο Κυριος, την Τυρον και την Σιδώνα και όλους τους βοηθούς των, που έχουν απομείνει. Ο Κυριος θα εξολοθρεύση επίσης και τους εναπομείναντος εις τας νήσους.
5 ἥκει φαλάκρωμα ἐπὶ Γάζαν, ἀπερρίφη Ἀσκάλων καὶ οἱ κατάλοιποι Ἐνακίμ.
Η Γαζα θα αποψιλωθή, θα ομοιάζη προς φαλακράν κεφαλήν· θα απορριφθή η Ασκάλων, όπως επίσης και οι απομείναντες γίγαντες Ενακίμ.
6 ἕως τίνος κόψεις, ἡ μάχαιρα τοῦ Κυρίου; ἕως τίνος οὐχ ἡσυχάσεις; ἀποκατάστηθι εἰς τὸν κολεόν σου, ἀνάπαυσαι καὶ ἐπάρθητι.
Συ, μάχαιρα του Κυρίου, έως πότε θα κατακόπτης; Εως πότε δεν θα ησυχασης; Εμπα εις την θήκην σου, στάσου και αναπαύσου!
7 πῶς ἡσυχάσει; καὶ Κύριος ἐνετείλατο αὐτῇ ἐπὶ τὴν Ἀσκάλωνα καὶ ἐπὶ τὰς παραθαλασσίους, ἐπὶ τὰς καταλοίπους, ἐπεγερθῆναι. Τῇ Ἰδουμαίᾳ (Μασ. ΜΘ, 7-22). Τάδε λέγει Κύριος· οὐκ ἔστιν ἔτι σοφία ἐν Θαιμάν, ἀπώλετο βουλὴ ἐκ συνετῶν, ᾤχετο σοφία αὐτῶν,
Πως όμως θα ησυχάση; Διότι ο Κυριος την διέταξε, να επέλθη εναντίον της Ασκάλωνος, όλων των παραλίων μερών και των πόλεων, που απέμειναν. Εναντίον της Ιδουμαίας (Μασ. Μθ', 7-22). Αυτά λέγει ο Κυριος· Δεν υπάρχει πλέον σοφία εις την Θαιμάν. Εχάθη η σοφή συμβουλή των συνετών ανθρώπων, έφυγε πλέον η σοφία των.
8 ἠπατήθη ὁ τόπος αὐτῶν. βαθύνατε εἰς κάθισιν οἱ κατοικοῦντες ἐν Δαιδάν, ὅτι δύσκολα ἐποίησεν· ἤγαγον ἐπ' αὐτὸν ἐν χρόνῳ, ᾧ ἐπεσκεψάμην ἐπ' αὐτόν.
Εις την απάτην και την πλάνην εβυθίσθη ο τόπος. Οι κάτοικοι της Δαιδάν, κατεβήτε προς ασφάλειάν σας εις βάθη κρυπτών, μείνατε εκεί, διότι εις δύσκολον θέσιν προμηνύουσαν όλεθρον σας έφερεν ο Θεός. Επέφερα εναντίον της Ιδουμαίας καταστροφήν εις χρόνον, κατά τον οποίον την επεσκέφθην, δια να αποδώσω εις αυτήν την δικαίαν τιμωρίαν.
9 ὅτι τρυγηταὶ ἦλθόν σοι, οἳ οὐ καταλείψουσί σοι κατάλειμμα· ὡς κλέπται ἐν νυκτὶ ἐπιθήσουσι χεῖρα αὐτῶν.
Ιδού, ήλθαν οι τρυγηταί, οι εχθροί σου, οι οποίοι θα περισυλλέξουν και θα καταστρέψουν τα πάντα και δεν θα αφήσουν τίποτε δια σέ. Οπως αιφνιδίως έρχονται οι κλέπται κατά τον καιρόν της νυκτός, έτσι θα επέλθουν και θα επιβάλουν τας χείρας των εναντίον σου οι εχθροί σου.
10 ὅτι ἐγὼ κατέσυρα τὸν Ἡσαῦ, ἀνεκάλυψα τά κρυπτὰ αὐτῶν, κρυβῆναι οὐ μὴ δύνωνται· ὤλοντο διά χεῖρα ἀδελφοῦ αὐτοῦ καὶ γείτονος αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἔστιν
Εγώ έσυρα προς τα κάτω και εταπείνωσα τον Ησαύ, απεκάλυψα τα κρησφύγετα των Ιδουμαίων, ώστε να μη ημπορούν να αποκρυβούν. Εξωλοθρεύθησαν με τα χέρια των αδελφών των και των γειτόνων των,
11 ὑπολείπεσθαι ὀρφανόν σου, ἵνα ζήσητε· καὶ ἐγὼ ζήσομαι, καὶ αἱ χῆραι ἐπ' ἐμὲ πεποίθασιν.
και δεν απέμεινεν ούτε ένα ορφανόν ιδικόν σου, ώστε να το αναζήσετε. Εγώ όμως θα είμαι ο αιωνίως ζων, και αι χήραι, αι οποίαι έχουν στηρίξει εις εμέ την πεποίθησίν των, θα ζουν εν ασφαλεία.
12 ὅτι τάδε εἶπε Κύριος· οἷς οὐκ ἦν νόμος πιεῖν τὸ ποτήριον, ἔπιον· καὶ σὺ ἀθῳωμένη οὐ μὴ ἀθῳωθῇς, ὅτι πίνων πίεσαι·
Αυτά είπεν ο Κυριος· Εκείνοι οι Ιουδαίοι, στους οποίους ο Νομος της θείας δικαιοσύνης δεν επέβαλε να πιουν το ποτήριον του ολέθρου, το έπιαν. Συ, λοιπόν, η Ιδουμαία κατ' ουδένα λόγον δεν θα απαλλαγής από το ποτήριον αυτό. Οπωσδήποτε θα το πίης δια τας αμαρτίας σου.
13 ὅτι κατ' ἐμαυτοῦ ὤμοσα, λέγει Κύριος, ὅτι εἰς ἄβατον καὶ εἰς ὀνειδισμὸν καὶ εἰς κατάρασιν ἔσῃ ἐν μέσῳ αὐτῆς, καὶ πᾶσαι αἱ πόλεις αὐτῆς ἔσονται ἔρημοι εἰς αἰῶνα.
Ωρκίσθηκα στον εαυτόν μου, λέγει ο Κυριος, ότι θα είσαι εν ίμέσω των άλλων χωρών αντικείμενον χλευασμού και κατάρας και όλαι αι πόλεις σου θα μείνουν έρημοι δια παντός.
14 ἀκοὴν ἤκουσα παρὰ Κυρίου, καὶ ἀγγέλους εἰς ἔθνη ἀπέστειλε· συνάχθητε καὶ παραγένεσθε εἰς αὐτήν, ἀνάστητε εἰς πόλεμον.
Ηκουσα από τον Κυριον πληροφορίαν, λέγει ο Ιερεμίας, ότι απέστειλεν αγγελιαφόρους εις τα έθνη να είπουν· Συγκεντρωθήτε, ελάτε εναντίον της Ιδουμαίας, εξεγερθήτε εις πόλεμον κατ' αυτής.
15 μικρὸν ἔδωκά σε ἐν ἔθνεσιν, εὐκαταφρόνητον ἐν ἀνθρώποις.
Μικρόν έθνος σε κατέστησα μεταξύ των άλλων εθνών, ω Ιδουμαία, άξιον καταφροήσεως εν μέσω των ανθρώπων.
16 ἡ παιγνία σου ἐνεχείρησέ σοι, ἰταμία καρδίας σου κατέλυσε τρυμαλιὰς πετρῶν, συνέλαβεν ἰσχὺν βουνοῦ ὑψηλοῦ· ὅτι ὕψωσεν ὥσπερ ἀετὸς νοσσιὰν αὐτοῦ, ἐκεῖθεν καθελῶ σε·
Η ασύνετος και παιγνιώδης ζωη σου σε παρέδωσεν, η εγωϊστική καρδία σου σε έκαμε να αναζητής καταλύματα εις τας οπάς των βράχων. Κατέλαβες απρόσιτον υψηλόν ορος· επάνω εις τα υψώματα εθεμελίωσες κατοικίας, όπως ο αετός την φωλεάν του. Αλλα και από εκεί εγώ θα σε κρημνίσω.
17 καὶ ἔσται ἡ Ἰδουμαία εἰς ἄβατον, πᾶς ὁ παραπορευόμενος ἐπ' αὐτὴν συριεῖ.
Η Ιδουμαία θα γίνη χώρα έρημος και άβατος, καθένας, που θα διέρχεται δια μέσου αυτής, θα συρίζη από έκπληξιν εις βάρος της.
18 ὥσπερ κατεστράφη Σόδομα καὶ Γόμορρα καὶ αἱ πάροικοι αὐτῆς, εἶπε Κύριος παντοκράτωρ, οὐ μὴ καθίσει ἐκεῖ ἄνθρωπος, καὶ οὐ μὴ κατοικήσει ἐκεῖ υἱὸς ἀνθρώπου.
Οπως κατεστράφησαν τα Σοδομα και τα Γομμορα και αι πλησίον αυτών πόλεις, είπεν ο Κυριος, ο παντοκράτωρ, έτσι θα καταστραφή και θα ερημωθή η Ιδουμαία. Δεν θα έγκατασταθή εκεί άνθρωπος, δεν θα κατοικήσουν πλέον εκεί υιοί ανθρώπων.
19 ἰδοὺ ὥσπερ λέων ἀναβήσεται ἐκ μέσου τοῦ Ἰορδάνου εἰς τόπον Αἰθάμ, ὅτι ταχὺ ἐκδιώξω αὐτοὺς ἀπ' αὐτῆς· καὶ τοὺς νεανίσκους ἐπ' αὐτὴν ἐπιστήσατε, ὅτι τίς ὥσπερ ἐγώ; καὶ τίς ἀντιστήσεταί μοι; καὶ τίς οὗτος ποιμήν, ὃς στήσεται κατὰ πρόσωπόν μου;
Ιδού, όπως ανεβαίνει ορμητικός και άγριος ο λέων ανάμεσα από την κοιλάδα του Ιορδάνου στον τόπον Αιθάμ, κατά παρόμοιον τρόπον θα επέλθη και ο εχθρός εναντίον της. Διότι εγώ δια των εχθρών θα εκδιώξω τους Ιδουμαίους από την χώραν αυτήν. Ετοιμάσατε και εξαπολύσατε εναντίον αυτής τους νεαρούς πολεμιστάς σας, εχθροί της Ιδουμαίας. Ποιός άλλος είναι όπως εγώ, λέγει ο Κυριος; Ποιός ημπορεί να αντισταθή εις εμέ; Ποιός είναι ο ποιμήν και άρχων εκείνος, ο οποίος ημπορεί να σταθή όρθιος ενώπιόν μου;
20 διὰ τοῦτο ἀκούσατε βουλὴν Κυρίου, ἣν ἐβουλεύσατο ἐπὶ τὴν Ἰδουμαίαν, καὶ λογισμὸν αὐτοῦ, ὃν ἐλογίσατο ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας Θαιμάν· ἐὰν μὴ συμψηθῶσι τὰ ἐλάχιστα τῶν προβάτων, ἐὰν μὴ ἀβατωθῇ ἐπ' αὐτοὺς κατάλυσις αὐτῶν·
Δια τούτο ακούσατε την απόφασίν του Κυρίου, την όποίαν έλαβεν εναντίον της Ιδουμαίας και το σχέδιόν του, το οποίον κατήρτισεν εναντίον των κατοίκων της Θαιμάν. Ασφαλώς και βεβαίως και τα ελάχιστα από τα απομείναντα πρόβατά της θα ψηθούν και θα φαγωθούν από τους εχθρούς. Εξάπαντος θα γίνη άβατον και ακατοίκητον το κατάλυμά των από τους κατοίκους του.
21 ὅτι ἀπὸ φωνῆς πτώσεως αὐτῶν ἐφοβήθη ἡ γῆ, καὶ κραυγή σου ἐν θαλάσσῃ ἠκούσθη.
Από τον κρότον της πτώσεως και συντριβής των Ιδουμαίων ετρόμαξεν η γη. Η θρηνώδης κραυγή σου έφθασε μέχρι της θαλάσσης.
22 ἰδοὺ ὥσπερ ἀετὸς ὄψεται καὶ ἐκτενεῖ τὰς πτέρυγας ἐπ' ὀχυρώματα αὐτῆς· καὶ ἔσται ἡ καρδία τῶν ἰσχυρῶν τῆς Ἰδουμαίας ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ὡς καρδία γυναικὸς ὠδινούσης.
Ιδού, όπως ο αετός από τα ύψη επιβλέπει με ακρίβειαν το θήραμά του, εκτείνει τας πτέρυγας του και επιπίπτει κατ' αυτού, ετσι θα επιπέσουν όρμητικοί εναντίον των οχυρωμάτων της Ιδουμαίας οι εχθροί της. Και τότε, κατά την ημέραν εκείνην της επιδρομής, η καρδία των ισχυρών ανθρώπων της Ιδουμαίας θα είναι όπως η δειλή και πανικόβλητος καρδία γυναικός, που ευρίσκεται εις τας ωδίνας του τοκετού
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα