ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐξεγείρω ἐπὶ Βαβυλῶνα καὶ ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας Χαλδαίους ἄνεμον καύσωνα διαφθείροντα.
Αυτά λέγει ο Κυριος· Ιδού εγώ εξαπολύω εναντίον της Βαβυλώνος και όλων των κατοίκων της χώρας Χαλδαίων καυστικόν καταστρεπτικόν άνεμον.
2 καὶ ἐξαποστελῶ εἰς Βαβυλῶνα ὑβριστάς, καὶ καθυβρίσουσιν αὐτὴν καὶ λυμανοῦνται τὴν γῆν αὐτῆς· οὐαὶ ἐπὶ Βαβυλῶνα κυκλόθεν ἐν ἡμέρᾳ κακώσεως αὐτῆς.
Θα εξαπολύσω δηλαδή εναντίον της Βαβυλώνος ανθρώπους αλαζονικούς και αναιδείς, οι οποίοι θα την εξευτελίσουν και θα λεηλατήσουν και θα καταστρέψουν την χώραν αυτής. Αλλοίμονον εις την Βαβυλώνα κατά την ημέραν των συμφορών της, όταν οι εχθροί της την περικυκλώσουν!
3 τεινέτω ὁ τείνων τὸ τόξον αὐτοῦ καὶ περιθέσθω ᾧ ἐστιν ὅπλα αὐτῷ, καὶ μὴ φείσησθε ἐπὶ τοὺς νεανίσκους αὐτῆς καὶ ἀφανίσατε πᾶσαν τὴν δύναμιν αὐτῆς·
Ο χειριστής του τόξου ας το εντείνη εναντίον αυτής, εκείνος που έχει όπλα ας τα περιβληθή. Μη λυπηθήτε ούτε τα νέα βλαστάρια της, εξολοθρεύσατε όλην την εις άνδρας δύναμίν της.
4 καὶ πεσοῦνται τραυματίαι ἐν γῇ Χαλδαίων καὶ κατακεκεντημένοι ἔξωθεν αὐτῆς.
Θα πέσουν νεκροί εις την χώραν των Χαλδαίων και κατατρυπημένοι από τας μαχαίρας έξω από τα τείχη της,
5 διότι οὐκ ἐχήρευσεν Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδας ἀπὸ Θεοῦ αὐτῶν, ἀπὸ Κυρίου παντοκράτορος, ὅτι ἡ γῆ αὐτῶν ἐπλήσθη ἀδικίας ἀπὸ τῶν ἁγίων Ἰσραήλ.
Και θα επέλθη αύτη η δικαία τιμωρία, διότι ο ισραηλιτικός και ο Ιουδαϊκός λαός δεν απωρφανίσθησαν και δεν εγκατελείφθησαν από τον Θεόν των, από τον Κυριον και παντοκράτορα. Η δε γη των Χαλδαίων εγέμισεν από αδικίας εναντίον των αγίων προσώπων και τόπων του Ισραηλιτικού λαού.
6 φεύγετε ἐκ μέσου Βαβυλῶνος καὶ ἀνασῴζετε ἕκαστος τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, καὶ μὴ ἀπορριφῆτε ἐν τῇ ἀδικίᾳ αὐτῆς, ὅτι καιρὸς ἐκδικήσεως αὐτῆς ἐστι παρὰ Κυρίου, ἀνταπόδομα αὐτὸς ἀνταποδίδωσιν αὐτῇ.
Ισραηλίται, φύγετε εκ μέσου της Βαβυλώνος. Ο καθένας σας ας σώση την ζωήν του, δια να μη απορριφθήτε και εξαφανισθήτε και σεις μαζή με τας αδικίας και τους αδίκους της πόλεως αυτής, διότι έφθασε πλέον ο καιρός της εκ μέρους του Κυρίου τιμωρίας της. Αυτός θα ανταποδώση εις αυτήν την δικαίαν ανταπόδοσιν, την πρέπουσαν τιμωρίαν.
7 ποτήριον χρυσοῦν Βαβυλὼν ἐν χειρὶ Κυρίου μεθύσκον πᾶσαν τὴν γῆν· ἀπὸ τοῦ οἴνου αὐτῆς ἐπίοσαν ἔθνη, διὰ τοῦτο ἐσαλεύθησαν.
Εις τα χέρια του Κυρίου ήτο η Βαβυλών χρυσό ποτήρι, που εμέθυεν όλην την οικουμένην. Από τον οίνον αυτής έπιαν όλα τα έθνη. Δια τούτο εμέθυσαν και εκλονίσθησαν και ετρίκλιζαν.
8 καὶ ἄφνω ἔπεσε Βαβυλὼν καὶ συνετρίβη· θρηνεῖτε αὐτήν, λάβετε ρητίνην τῇ διαφθορᾷ αὐτῆς, εἴ πως ἰαθήσεται.
Και αιφνιδίως η Βαβυλών έπεσε και συνετρίβη. Θρηνήσατε δι' αυτήν, πάρετε βάλσαμον ιαματικόν δια τας πληγάς της, μήπως τυχόν και θεραπευθή.
9 ἰατρεύσαμεν τὴν Βαβυλῶνα, καὶ οὐκ ἰάθη· ἐγκαταλίπωμεν αὐτὴν καὶ ἀπέλθωμεν ἕκαστος εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ, ὅτι ἤγγικεν εἰς οὐρανὸν τὸ κρίμα αὐτῆς, ἐξῇρεν ἕως τῶν ἄστρων.
Οι άνθρωποί της θα πουν· “εχρησιμοποιήσαμεν δια την Βαβυλώνα ιατρικά βότανα και δεν εθεραπεύθη. Λοιπόν, ας την εγκαταλείψωμεν και ο καθένας από ημάς ας απέλθη εις την χώραν του. Διότι αι αδικίαι της ανέβησαν μέχρις στον ουρανόν, έφθασαν έως εις τα άστρα”.
10 ἐξήνεγκε Κύριος τὸ κρίμα αὐτοῦ· δεῦτε καὶ ἀναγγείλωμεν ἐν Σιὼν τὰ ἔργα Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν.
Ο δε Κυριος εξέδωκε την δικαίαν του απόφασιν, καταστροφής της Βαβυλώνος, απελευθερώσεως δε ημών των Ισραηλιτών. Εμπρός, λέγουν οι Ιουδαίοι, να αναγγείλωμεν εις την Σιών τα έργα του Κυρίου και Θεού ημών.
11 παρασκευάζετε τὰ τοξεύματα, πληροῦτε τὰς φαρέτρας. ἤγειρε Κύριος τὸ πνεῦμα βασιλέως Μήδων, ὅτι εἰς Βαβυλῶνα ἡ ὀργὴ αὐτοῦ τοῦ ἐξολοθρεῦσαι αὐτήν, ὅτι ἐκδίκησις Κυρίου ἐστίν, ἐκδίκησις λαοῦ αὐτοῦ ἐστιν.
Ετοιμάσατε τα τόξα σας, λέγει ο Θεός, προς τούς εχθρούς της Βαβυλώνος, γεμίσατε τας θήκας με βέλη. Ο Κυριος εξήγειρε το πνεύμα του βασιλέως των Μηδων, διότι η οργή του στρέφεται εναντίον της Βαβυλώνος, δια να την εξολοθρεύση. Αυτή είναι η παρά Κυρίου τιμωρία· είναι εκδίκησις εναντίον των εχθρών του λαού του.
12 ἐπὶ τειχέων Βαβυλῶνος ἄρατε σημεῖον, ἐπιστήσατε φαρέτρας, ἐγείρατε φυλακάς, ἑτοιμάσατε ὅπλα, ὅτι ἐνεχείρησε καὶ ποιήσει Κύριος ἃ ἐλάλησεν ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας Βαβυλῶνα,
Σεις οι Βαβυλώνιοι, λέγει ο Κυριος, ετοιμασθήτε προς πόλεμον, υψώσατε σημαίαν επάνω εις τα τείχη της Βαβυλώνος, ετοιμάσατε τας φαρέτρας, εγκαταστήσατε φρουράς, ετοιμάσατε τα όπλα, διότι ο Κυριος κατήρτισε το σχέδιόν του και απεφάσισε να κάμη εκείνα, τα οποία είχεν είπει εναντίον των κατοίκων της Βαβυλώνος·
13 κατασκηνοῦντας ἐφ' ὕδασι πολλοῖς καὶ ἐπὶ πλήθει θησαυρῶν αὐτῆς· ἥκει τὸ πέρας σου ἀληθῶς εἰς τὰ σπλάγχνα σου.
εναντίον αυτών, που κατοικούν κοντά εις τα πολλά ύδατα του ποταμού Ευφράτου, και στο πλήθος των θησαυρών της. Εχει φθάσει πλέον το τέλος σου, ω Βαβυλών, έως εις αυτά τα σπλάγχνα σου !
14 ὅτι ὤμοσε Κύριος κατὰ τοῦ βραχίονος αὐτοῦ· διότι πληρώσω σε ἀνθρώπων ὡσεὶ ἀκρίδων, καὶ φθέγξονται ἐπὶ σὲ οἱ καταβαίνοντες. ~
Διότι ωρκίσθη ο Κυριος στον παντοδύναμον βραχίονά του και είπε· “Θα σε γεμίσω από ανθρώπους εχθρούς σου, οι οποίοι θα είναι τόσοι πολλοί, όπως τα σμήνη των ακρίδων. Θα κραυγάζουν εναντίον σου όλοι εκείνοι, οι οποίοι θα επέλθουν κατά σου”.
15 Κύριος ποιῶν γῆν ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτοῦ, ἑτοιμάζων οἰκουμένην ἐν τῇ σοφίᾳ αὐτοῦ, ἐν τῇ συνέσει αὐτοῦ ἐξέτεινε τὸν οὐρανόν,
Ο Κυριος είναι αυτός, που εδημιούργησε την γην εν τη παντοδυναμία του. Αυτός ετοιμάζει και στερεώνει την οικουμένην εν τη πανσοφία του. Αυτός έχει απλώσει τον έναστρον ουρανόν εν τη συνέσει του.
16 εἰς φωνὴν ἔθετο ἦχος ὕδατος ἐν οὐρανῷ καὶ ἀνήγαγε νεφέλας ἀπ' ἐσχάτου τῆς γῆς, ἀστραπὰς εἰς ὑετὸν ἐποίησε καὶ ἐξήγαγε φῶς ἐκ θησαυρῶν αὐτοῦ.
Βροντά αυτός με την παντοδύναμον φωνήν του και ήχός υδάτων ακούεται στον ουρανόν· υψώνει νέφη αυτό τα άκρα της γης, έκαμε τας αστραπάς προδρόμους της βροχής, έβγαλε φως από τους απεράντους θησαυρούς του.
17 ἐματαιώθη πᾶς ἄνθρωπος ἀπὸ γνώσεως, κατῃσχύνθη πᾶς χρυσοχόος ἀπὸ τῶν γλυπτῶν αὐτοῦ, ὅτι ψευδῆ ἐχώνευσαν, οὐκ ἔστι πνεῦμα ἐν αὐτοῖς·
Κενή και ματαία είναι κάθε σοφία και γνώσις του ανθρώπου ενώπιόν του. Κατεντροπιασμένος μένει κάθε χρυσοχόος από τα γλυπτά αυτού έργα. Διότι ψεύτικα πράγματα έκαμαν οι χρυσοχόοι, αφού δεν υπάρχει εις αυτά πνεύμα.
18 μάταιά ἐστιν, ἔργα μεμωκημένα, ἐν καιρῷ ἐπισκέψεως αὐτῶν ἀπολοῦνται.
Ματαια, κενά και άχρηστα είναι τα είδωλα, αξία εμπαιγμού και θα καταστραφούν, όταν ο Θεός τα επισκεφθή εν τη δικαία οργή του.
19 οὐ τοιαύτη μερὶς τῷ Ἰακώβ, ὅτι ὁ πλάσας τὰ πάντα αὐτός ἐστι κληρονομία αὐτοῦ, Κύριος ὄνομα αὐτῷ. ~
Οι Ισραηλίται όμως δεν θα έχουν την ιδίαν τύχην, διότι ο ποιητής των πάντων Κυριος είναι η κληρονομία των. Κυριος είναι το Ονομα του.
20 Διασκορπίζεις σύ μοι σκεύη πολέμου, καὶ διασκορπιῶ ἐν σοὶ ἔθνη καὶ ἐξαρῶ ἐκ σοῦ βασιλεῖς
Ο εχθρός της Βαβυλώνος λέγει· “συ, Κυριε, έδωκες εις εμέ όπλα δια τον πόλεμον, και εγώ δια σου και προς χάριν σου θα διασκορπίσω τα εχθρικά έθνη, θα καταστρέψω με την δύναμίν σου βασιλείς,
21 καὶ διασκορπιῶ ἐν σοὶ ἵππον καὶ ἐπιβάτην αὐτοῦ καὶ διασκορπιῶ ἐν σοὶ ἅρματα καὶ ἀναβάτας αὐτῶν
θα διασκορπίσω προς χάριν σου ίππον και, αναβάτην, θα διασκορπίσω με την δύναμίν σου τα πολεμικά άρματα και εκείνους που επιβαίνουν εις αυτά.
22 καὶ διασκορπιῶ ἐν σοὶ νεανίσκον καὶ παρθένον καὶ διασκορπιῶ ἐν σοὶ ἄνδρα καὶ γυναῖκα
Με την δύναμίν σου θα διασκορπίσω νεαρούς άνδρας και παρθένους, ωρίμους άνδρας και γυναίκας.
23 καὶ διασκορπιῶ ἐν σοὶ ποιμένα καὶ τὸ ποίμνιον αὐτοῦ καὶ διασκορπιῶ ἐν σοὶ γεωργὸν καὶ τὸ γεώργιον αὐτοῦ καὶ διασκορπιῶ ἐν σοὶ ἡγεμόνας καὶ στρατηγούς σου.
Δια σου διασκορπίζω ποιμένας και τα ποίμνια αυτών, γεωργούς και τα γεωργούμενα εδάφη. Με την δύναμίν σου διασκορπίζω ηγεμόνας και τους στρατηγούς αυτών”.
24 καὶ ἀνταποδώσω τῇ Βαβυλῶνι καὶ πᾶσι τοῖς κατοικοῦσι Χαλδαίοις πάσας τὰς κακίας αὐτῶν, ἃς ἐποίησαν ἐπὶ Σιὼν κατ' ὀφθαλμοὺς ὑμῶν, λέγει Κύριος.
Θα ανταποδώσω, λέγει ο Κυριος την δικαίαν τιμωρίαν εναντίον της Βαβυλώνος και εναντίον όλων εκείνων, οι οποίοι κατοικούν την Χαλδαίαν δια τας κακίας αυτών, τας οποίας διέπραξαν εναντίον της Σιών, ενώπιον των οφθαλμών σας.
25 ἰδοὺ ἐγὼ πρός σε, τὸ ὄρος τὸ διεφθαρμένον, τὸ διαφθεῖρον πᾶσαν τὴν γῆν, καὶ ἐκτενῶ τὴν χεῖρά μου ἐπὶ σὲ καὶ κατακυλιῶ σε ἐπὶ τῶν πετρῶν καὶ δώσω σε ὡς ὄρος ἐμπεπυρισμένον·
Ιδού εγώ είμαι εναντίον σου, Βαβυλών, όρος διεφθαρμένον, που διέφθειρες όλην την οικοαμένην. Θα απλώσω τιμωρόν την χείρα μου εναντίον σου, θα σε κυλίσω επάνω στους βράχους, θα σε μεταβάλω εις όρος κατεστραμμένον από πυρκαϊάν.
26 καὶ οὐ μὴ λάβωσιν ἀπὸ σοῦ λίθον εἰς γωνίαν καὶ λίθον εἰς θεμέλιον, ὅτι εἰς ἀφανισμὸν ἔσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, λέγει Κύριος.
Τοσον μεγάλη θα είναι η καταστροφή σου, ώστε οι άνθρωποι δεν θα μπορέσουν να πάρουν από σε ούτε λίθον, δια να τον χρησιμοποιήσουν ως ακρογωνιαίον εις θεμελίωσιν οικοδομήματος, διότι θα έχης παραδοθή ειίς αιώνιον αφανισμόν, λέγει ο Κυριος.
27 Ἄρατε σημεῖον ἐπὶ τῆς γῆς, σαλπίσατε ἐν ἔθνεσι σάλπιγγι, ἁγιάσατε ἐπ' αὐτὴν ἔθνη, παραγγείλατε ἐπ' αὐτὴν βασιλείαις Ἀραρὰτ παρ' ἐμοῦ καὶ τοῖς Ἀσχαναζαίοις, ἐπιστήσατε ἐπ' αὐτὴν βελοστάσεις, ἀναβιβάσατε ἐπ' αὐτὴν ἵππον ὡς ἀκρίδων πλῆθος.
Υψώσατε σημαίαν επάνω εις την γην, σαλπίσατε με σάλπιγγα προς όλα τα έθνη, προπαρασκευάσατε εξ ονόματός μου όλα τα έθνη, παραγγείλατε εξ ονόματός μου να έλθουν εναντίον της αι βασιλείαι του Αραράτ, και οι Ασχαναζαίοι. Στήσατε εναντίον αυτής πολεμικάς μηχανάς, που ρίπτουν βέλη, οδηγήσατε και εξαπολύσατε εναντίον αυτής ιππικόν, όπως αι ακρίδες κατά το πλήθος.
28 ἀναβιβάσατε ἐπ' αὐτὴν ἔθνη, τὸν βασιλέα τῶν Μήδων καὶ πάσης τῆς γῆς, τοὺς ἡγουμένους αὐτοῦ καὶ πάντας τοὺς στρατηγοὺς αὐτοῦ.
Οδηγήσατε εναντίον αυτής έθνη, τον βασιλέα των Μηδων και όλης της οικουμένης, τους άρχοντας αυτού και όλους τους στρατηγούς του.
29 ἐσείσθη ἡ γῆ καὶ ἐπόνεσε, διότι ἐξανέστη ἐπὶ Βαβυλῶνα λογισμὸς Κυρίου τοῦ θεῖναι τὴν γῆν Βαβυλῶνος εἰς ἀφανισμὸν καὶ μὴ κατοικεῖσθαι αὐτήν.
Εσείσθη και συνεστράφη από πόνον όλη η γη, διότι ο Κυριος εξηγέρθη εναντίον της Βαβυλώνος. Απεφάσισε την καταστροφήν της και τον αφανισμόν της, ώστε να μη κατοικηθή πλέον.
30 ἐξέλιπε μαχητὴς Βαβυλῶνος τοῦ πολεμεῖν, καθήσονται ἐκεῖ ἐν περιοχῇ, ἐθραύσθη ἡ δυναστεία αὐτῶν, ἐγενήθησαν ὡσεὶ γυναῖκες, ἐνεπυρίσθη τὰ σκηνώματα αὐτῆς, συνετρίβησαν οἱ μοχλοὶ αὐτῆς.
Ελειψαν πλέον μαχηταί της Βαβυλώνος, δια να συνεχίσουν τον πόλεμον. Καθονται εκεί περικυκλωμένοι, συνετρίβη η δύναμις των, έγιναν δειλοί ώσαν γυναίκες, επυρπολήθησαν και εκάησαν αι οικίαι αυτής, συνετρίβησαν οι μοχλοί των πυλών της πόλεως.
31 διώκων εἰς ἀπάντησιν διώκοντος διώξεται καὶ ἀναγγέλλων εἰς ἀπάντησιν ἀναγγέλλοντος τοῦ ἀναγγεῖλαι τῷ βασιλεῖ Βαβυλῶνος, ὅτι ἑάλωκεν ἡ πόλις αὐτοῦ,
Ο ένας αγγελιοφόρος τρέχει κατόπιν του άλλου έρχεται δρομέως κατόπιν του άλλου, δια να αναγγείλουν στον βασιλέα της Βαβυλώνος, ότι η πόλις αυτού εκυριεύθη.
32 ἀπ' ἐσχάτου τῶν διαβάσεων αὐτοῦ ἐλήφθησαν, καὶ τὰ συστήματα αὐτῶν ἐνέπρησαν ἐν πυρί, καὶ ἄνδρες αὐτοῦ οἱ πολεμισταὶ ἐξέρχονται.
Ολαι και αι τελευταίαι δίοδοι εις διάσωσιν αυτού έχουν καταληφθή από τον εχθρόν. Τα οχυρωματικά έργα παρεδόθησαν στο πυρ και οι πολεμισταί αυτού εξέρχονται από τα οχυρώματα, δια να παραδοθούν.
33 διότι τάδε λέγει Κύριος· οἶκοι βασιλέως Βαβυλῶνος ὡς ἅλων ὥριμος ἁλοηθήσονται· ἔτι μικρὸν καὶ ἥξει ὁ ἄμητος αὐτῆς.
Αυτά έγιναν, διότι αυτά λέγει ο Κυριος· Τα ανάκτορα του βασιλέως της Βαβυλώνος θα αλωνισθούν στο αλώνι ωσάν το ώριμο σιτάρι. Ολίγος χρόνος ακόμη, και θα έλθη ο καιρός του θερισμού και του αλωνισμού της.
34 κατέφαγέ με, ἐμερίσατό με, κατέλαβέ με σκεῦος λεπτόν, Ναβουχοδονόσορ βασιλεὺς Βαβυλῶνος· κατέπιέ με ὡς δράκων, ἔπλησε τὴν κοιλίαν αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς τρυφῆς μου ἔξωσέ με·
“Ο Ναβουχοδονόσορ, ο βασιλεύς της Βαδυλώνος, λέγει η Ιερουσαλήμ, με κατέφαγε, με διεμέλισε ωσάν σκεύος λεπτόν και αδύνατον, με κατέπιεν ως δρακών, εγέμισε την κοιλίαν, με έδιωξε και με έβγαλε μακρυά από τον τόπον της τρυφής και της ησυχίας μου.
35 οἱ μόχθοι μου καὶ αἱ ταλαιπωρίαι μου εἰς Βαβυλῶνα. ἐρεῖ κατοικοῦσα Σιών· καὶ τὸ αἷμά μου ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας Χαλδαίους, ἐρεῖ Ἱερουσαλήμ·
Οι μόχθοι και οι κόποι μου έχουν μεταφερθή εις Βαβυλώνα. Θα είπουν οι κάτοικοι της Σιών· Το αίμά μου θα πέση επάνω στους κατοίκους της Χαλδαίας και θα τους καταστρέψη, θα πη η Ιερουσαλήμ”.
36 διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ κρινῶ τὴν ἀντίδικόν σου καὶ ἐκδικήσω τὴν ἐκδίκησίν σου καὶ ἐρημώσω τὴν θάλασσαν αὐτῆς καὶ ξηρανῶ τὴν πηγὴν αὐτῆς.
Δια τούτο αυτά λέγει ο Κυριος· Ιδού, εγώ θα κρίνω και θα καταδικάσω την αντιδικόν σου Βαβυλώνα, θα εκδικάσω την δικαίαν σου υποθεσιν και θα ερημώσω την θάλασσαν της Βαβυλώνος. Θα ξηράνω τας πηγάς αυτής.
37 καὶ ἔσται Βαβυλὼν εἰς ἀφανισμόν, καὶ οὐ κατοικηθήσεται.
Και η Βαβυλών θα παραδοθή εις όλεθρον και εξαφανισμόν και δεν θα κατοικηθή πλέον.
38 ὅτι ἅμα ὡς λέοντες ἐξηγέρθησαν καὶ ὡς σκύμνοι λεόντων.
Διότι οι Βαβυλώνιοι εξηγέρθησαν ωσάν λέοντες, ως νεαροί σκύμνοι λεόντων.
39 ἐν τῇ θερμασίᾳ αὐτῶν δώσω πότημα αὐτοῖς καὶ μεθύσω αὐτούς, ὅπως καρωθῶσι καὶ ὑπνώσωσιν ὕπνον αἰώνιον καὶ οὐ μὴ ἐξεγερθῶσι, λέγει Κύριος·
Επάνω στον πυρετον της πολεμικής των δράσεως και ορμής, εγώ θα δώσω εις αυτούς ποτόν μεθυστικόν, θα τους μεθύσω, δια να ναρκωθούν, να κοιμηθούν τον αιώνιον ύπνον, τον ύπνον του θανάτου και να μη εξυπνήσουν πλέον, λέγει ο Κυριος
40 καταβιβάσω αὐτοὺς ὡς ἄρνας εἰς σφαγὴν καὶ ὡς κριοὺς μετ' ἐρίφων.
Θα τους οδηγήσω εις την σφαγήν, όπως οδηγούνται στο σφαγείον τα αρνία και τα κριάρια μαζή με τα ερίφια.
41 πῶς ἑάλω καὶ ἐθηρεύθη τὸ καύχημα πάσης τῆς γῆς; πῶς ἐγένετο Βαβυλὼν εἰς ἀφανισμὸν ἐν τοῖς ἔθνεσιν;
Οι άνθρωποι θα είπουν· “πωςς εκυριεύθη και συνελήφθη ως θήραμα το καύχημα όλης της οικουμένης; Πως παρεδόθη η ένδοξος Βαβυλών εις αφανισμόν μεταξύ των εθνών;
42 ἀνέβη ἐπὶ Βαβυλῶνα ἡ θάλασσα ἐν ἤχῳ κυμάτων αὐτῆς, καὶ κατεκαλύφθη.
Η θάλασσα με την βοήν των κυμάτων της ανέβηκεν επάνω εις την Βαβυλώνα και την κατεκάλυψε.
43 ἐγενήθησαν αἱ πόλεις αὐτῆς ὡς γῆ ἄνυδρος καὶ ἄβατος, οὐ κατοικήσει ἐν αὐτῇ οὐδὲ εἷς, οὐδὲ μὴ καταλύσει ἐν αὐτῇ υἱὸς ἀνθρώπου.
Αι πόλεις της έγιναν ωσάν τόπος άνυδρος και αβατος. Ούτε ένας πλέον δεν θα κατοικήση εις αυτήν. Κανείς υιός ανθρώπου δεν θα στήση, έστω και προσωρινόν, το κατάλυμα του εις αυτήν !
44 καὶ ἐκδικήσω ἐπὶ Βαβυλῶνα καὶ ἐξοίσω ἃ κατέπιεν ἐκ τοῦ στόματος αὐτῆς, καὶ οὐ μὴ συναχθῶσι πρὸς αὐτὴν ἔτι τὰ ἔθνη·
Θα τιμωρήσω την Βαβυλώνα και θα βγάλω από το στόμα της εκείνα, τα οποία είχε καταπίει, και τα έθνη δεν θα συγκεντρωθούν πλέον προς αυτήν
49 καὶ ἐν Βαβυλῶνι πεσοῦνται τραυματίαι πάσης τῆς γῆς.
Εις την Βαβυλώνα θα πέσουν νεκροί άνθρωποι από όλην την οικουμένην.
50 ἀνασῳζόμενοι ἐκ γῆς πορεύεσθε καὶ μὴ ἵστασθε· οἱ μακρόθεν, μνήσθητε τοῦ Κυρίου, καὶ Ἱερουσαλὴμ ἀναβήτω ἐπὶ τὴν καρδίαν ὑμῶν.
Οσοι διασωθήτε, φύγετε από την χώραν αυτήν, μη στέκεσθε ούτε στιγμήν. Οσοι ευρίσκεσθε μακράν ενθυμηθήτε τον Κυριον. Η Ιερουσαλήμ ας ανεβή εις την διάνοιαν και την καρδίαν σας.
51 ᾐσχύνθημεν, ὅτι ἠκούσαμεν ὀνειδισμὸν ἡμῶν, κατεκάλυψεν ἀτιμία τὸ πρόσωπον ἡμῶν, εἰσῆλθον ἀλλογενεῖς εἰς τὰ ἅγια ἡμῶν, εἰς οἶκον Κυρίου.
Και οι Ισραηλίται απαντούν· “ησχύνθημεν, διότι ηκούσαμεν εξευτελισμούς και ύβρεις εκ μέρους των εχθρών μας. Το πρόσωπόν μας το εσκέπασεν η καταφρόνησις και η εντροπή. Αλλοεθνείς εισήλθον εις τα άγια ημών, στον ναόν του Κυρίου”.
52 διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ ἐκδικήσω ἐπὶ τὰ γλυπτὰ αὐτῆς, καὶ ἐν πάσῃ τῇ γῇ αὐτῆς πεσοῦνται τραυματίαι.
Δια τούτο ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει ο Κυριος, και θα τιμωρήσω εγώ τα γλυπτά είδωλα της Βαβυλώνος, και εις όλην την χώραν της θα πέσουν νεκροί.
53 ὅτι ἐὰν ἀναβῇ Βαβυλὼν ὡς ὁ οὐρανὸς καὶ ὅτι ἐὰν ὀχυρώσῃ τὰ τείχῃ ἰσχύϊ αὐτῆς, παρ' ἐμοῦ ἥξουσιν ἐξολοθρεύοντες αὐτήν, λέγει Κύριος.
Διότι, έστω και αν η Βαβυλών ανυψωθή έως στον ουρανόν, έστω και εάν εις μεγάλην δύναμιν και αντοχήν οχυρώση τα τείχη της θα έλθουν άνθρωποι αποστελλόμενοι παρ' εμού εναντίον της, οι οποίοι θα εξολοθρεύσουν αυτήν, λέγει Κυριος.
54 φωνὴ κραυγῆς ἐν Βαβυλῶνι, καὶ συντριβὴ μεγάλη ἐν γῇ Χαλδαίων,
Μεγάλη κραυγή ηκούσθη εις την Βαβυλώνα, μεγάλη καταστροφή και αφανισμός ηπλώθη εις την γην των Χαλδαίων!
55 ὅτι ἐξωλόθρευσε Κύριος τὴν Βαβυλῶνα καὶ ἀπώλεσεν ἀπ' αὐτῆς φωνὴν μεγάλην ἠχοῦσαν ὡς ὕδατα πολλά, ἔδωκεν εἰς ὄλεθρον φωνὴν αὐτῆς.
Διότι εξολόθρευσε Κυριος την Βαβυλώνα, κατέστρεψε τον μεγάλον θόρυβον της πολυκοσμίας της, που αντηχούσεν, όπως βουίζουν πολλά ύδατα. Παρέδωκεν εις καταστροφήν τον πολυάνθρωπον θόρυβον της.
56 ὅτι ἦλθεν ἐπὶ Βαβυλῶνα ταλαιπωρία, ἑάλωσαν οἱ μαχηταὶ αὐτῆς, ἐπτόηται τὸ τόξον αὐτῶν, ὅτι ὁ Θεὸς ἀνταποδίδωσιν αὐτοῖς.
Εξέσπασεν εναντίον της Βαβυλώνας συμφορά. Οι πολεμισταί άνδρες της συνελήφθησαν αιχμάλωτοι, οι τοξόται της κατελήφθησαν από πανικόν, διότι ο Θεός ανταπέδωσεν εις αυτούς κατά τας πράξεις αυτών.
57 Κύριος ἀνταποδίδωσιν αὐτῷ τὴν ἀνταπόδοσιν· καὶ μεθύσει μέθῃ τοὺς ἡγεμόνας αὐτῆς καὶ τοὺς σοφοὺς αὐτῆς καὶ τοὺς στρατηγοὺς αὐτῆς, λέγει ὁ βασιλεύς, Κύριος παντοκράτωρ ὄνομα αὐτῷ.
Ο Κυριος απέδωκεν εις αυτούς την δικαίαν ανταπόδοσιν, με μέθην μεγάλην εμέθυσε τους ηγεμόνας της και τους σοφούς της και τους στρατηγούς της, λέγει ο βασιλεύς του οποίου το όνομα είναι Κυριος παντοκράτωρ.
58 τάδε λέγει Κύριος· τεῖχος Βαβυλῶνος ἐπλατύνθη, κατασκαπτόμενον κατασκαφήσεται, καὶ αἱ πύλαι αὐτῆς αἱ ὑψηλαὶ ἐμπυρισθήσονται, καὶ οὐ κοπιάσουσι λαοὶ εἰς κενόν, καὶ ἔθνη ἐν ἀρχῇ ἐκλείψουσιν.
Αυτά λέγει ο Κυριος· Το τείχος της Βαβυλώνος έγινε μέγα και πλατύ, αλλά θα καταστραφή, θα κρημνισθή εκ θεμελίων. Αι πύλαι της πόλεως αυτής, που ήσαν υψηλαί, θα παραδοθούν στο πυρ. Οι λαοί, που θα επιτεθούν εναντίον της, δεν θα κοπιάσουν επί ματαίω. Ομως μαζή με αυτήν και άλλα έθνη ισχυρά επίσης θα σβήσουν.
59 Ὁ λόγος, ὃν ἐνετείλατο Κύριος Ἱερεμίᾳ τῷ προφήτῃ εἰπεῖν τῷ Σαραίᾳ υἱῷ Νηρίου, υἱοῦ Μαασαίου, ὅτε ἐπορεύετο παρὰ Σεδεκίου βασιλέως Ἰούδα εἰς Βαβυλῶνα, ἐν τῷ ἔτει τῷ τετάρτῳ τῆς βασιλείας αὐτοῦ, καὶ Σαραίας ἄρχων δώρων.
Αυτός είναι ο λόγος, τον οποίον ο Κυριος εδωσεν ως εντολήν στον Ιερεμίαν τον προφήτην, να είπη στον Σαραίαν, υιόν Νηρίου, υιού Μαασαίου, όταν αυτός επορεύετο εις την Βαβυλώνα εκ μέρους του Σεδεκίου βασιλέως του Ιούδα, κατά το τέταρτον έτος της βασιλείας αυτού, δια να μεταφέρη και προσφέρη δώρα.
60 καὶ ἔγραψεν Ἱερεμίας πάντα τὰ κακά, ἃ ἥξει ἐπὶ Βαβυλῶνα, ἐν βιβλίῳ ἑνί, πάντας τοὺς λόγους τούτους τοὺς γεγραμμένους ἐπὶ Βαβυλῶνα.
Ο Ιερεμίας έγραψεν εις ένα βιβλίον όλας τας συμφοράς, αι οποίαι θα επήρχοντο εναντίον της Βαβυλώνος, όλους αυτούς τους λόγους, οι οποίοι είχαν γραφή εναντίον της Βαβυλώνος.
61 καὶ εἶπεν Ἱερεμίας πρὸς Σαραίαν· ὅταν ἔλθῃς εἰς Βαβυλῶνα, καὶ ὄψῃ καὶ ἀναγνώσῃ πάντας τοὺς λόγους τούτους
Ο Ιερεμίας είπε προς τον Σαραίαν· “όταν φθάσης εις την Βαβυλώνα, θα φροντίσης να αναγνώσης όλους αυτούς τους λόγους
62 καὶ ἐρεῖς· Κύριε Κύριε, σὺ ἐλάλησας ἐπὶ τὸν τόπον τοῦτον τοῦ ἐξολοθρεῦσαι αὐτὸν καὶ τοῦ μὴ εἶναι ἐν αὐτῷ κατοικοῦντας ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους, ὅτι ἀφανισμὸς εἰς τὸν αἰῶνα ἔσται.
και θα είπης· Κυριε, Κυριε, συ ελάλησες εναντίον του τόπου αυτού, ότι δηλαδή θα τον εξολοθρεύσης, ώστε να μη απομείνουν εις αυτόν κάτοικοι, από ανθρώπου έως κτήνους. Και ότι ο όλεθρος και ο εξαφανισμός του θα είναι παντοτεινός.
63 καὶ ἔσται ὅταν παύσῃ τοῦ ἀναγινώσκειν τὸ βιβλίον τοῦτο, καὶ ἐπιδήσεις ἐπ' αὐτὸ λίθον καὶ ρίψεις αὐτὸ εἰς μέσον τοῦ Εὐφράτου
Οταν δε τελείωσης και παύσης την ανάγνωσιν του βιβλίου αυτού, θα δέσης επάνω εις αυτό λίθον και θα το ρίψης στο μέσον του ποταμού Ευφράτου
64 καὶ ἐρεῖς· οὕτως καταδύσεται Βαβυλὼν καὶ οὐ μὴ ἀναστῇ ἀπὸ προσώπου τῶν κακῶν, ὧν ἐγὼ ἐπάγω ἐπ' αὐτήν.
και θα πης· Ετσι θα καταβυθισθή και η Βαβυλών εις συμφοράς και όλεθρον και δεν θα αναλάβη ποτέ από όλας τας συμφοράς της, τας οποίας εγώ επιφέρω εναντίον της.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα