ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΛΟΓΟΣ Κυρίου ὃν ἐλάλησεν ἐπὶ Βαβυλῶνα.
Λογος Κυρίου, τον οποίον μίλησε ο προφήτης Ιερεμίας εναντίον της Βαβυλώνος.
2 Ἀναγγείλατε ἐν τοῖς ἔθνεσι καὶ ἀκουστὰ ποιήσατε καὶ μὴ κρύψητε, εἴπατε· ἑάλωκε Βαβυλών, κατῃσχύνθη Βῆλος ἡ ἀπτόητος, ἡ τρυφερὰ παρεδόθη Μαρωδάχ.
Αναγγείλατέ τα εις τα έθνη, καταστήσατε αυτά ακουστά και γνωστά και μη κρύψετε τίποτε. Είπατε· η Βαβυλών εκυριεύθη, κατησχύνθη ο πριν απτόητος, ο φιλήδονος ειδωλικός Θεός Βααλ, παρεδόθη ο Μαρωδάχ.
3 ὅτι ἀνέβη ἐπ' αὐτὴν ἔθνος ἀπὸ βορρᾶ· οὗτος θήσει τὴν γῆν αὐτῆς εἰς ἀφανισμόν, καὶ οὐκ ἔσται ὁ κατοικῶν ἐν αὐτῇ ἀπὸ ἀνθρώπου καὶ ἕως κτήνους.
Διότι επήλθεν εναντίον τις Βαβυλώνος έθνος από την περιοχήν του βορρά. Αυτό θα εξαφανίση και θα ερημώση την χώραν αυτήν. Δεν θα υπάρχη πλέον κανείς να κατοική εις αυτήν από ανθρώπου μέχρι κτήνους
4 ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις καὶ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἥξουσιν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ, αὐτοὶ καὶ οἱ υἱοὶ Ἰούδα ἐπὶ τὸ αὐτό· βαδίζοντες καὶ κλαίοντες πορεύσονται τὸν Κύριον Θεὸν αὐτῶν ζητοῦντες.
Κατά δε τας ημέρας εκείνας, κατά την εποχήν εκείνην, θα επιστρέψουν οι Ισραηλίται και οι Ιουδαίοι όλοι μαζή. Θα βαδίζουν κλαίοντες από την χαράν, θα πορεύωνται αναζητούντες Κυριον τον Θεόν των.
5 ἕως Σιὼν ἐρωτήσουσι τὴν ὁδόν, ὧδε γὰρ τὸ πρόσωπον αὐτῶν δώσουσι· καὶ ἥξουσι καὶ καταφεύξονται πρὸς Κύριον τὸν Θεόν, διαθήκη γὰρ αἰώνιος οὐκ ἐπιλησθήσεται.
Θα ερωτούν να μάθουν τον δρόμον μέχρι την Σιών, διότι θα έχουν στρέψει το πρόσωπόν των με κατεύθυνσιν προς αυτήν. Θα έλθουν, θα καταφύγουν προς τον Κυριον και Θεόν, διότι η διαθήκη, την οποίαν από αιώνων συνήψεν ο Θεός με τους προγόνους των, δεν θα λησμονηθή.
6 πρόβατα ἀπολωλότα ἐγενήθη ὁ λαός μου, οἱ ποιμένες αὐτῶν ἔξωσαν αὐτούς, ἐπὶ τὰ ὄρη ἀπεπλάνησαν αὐτούς, ἐξ ὄρους ἐπὶ βουνὸν ᾤχοντο, ἐπελάθοντο κοίτης αὐτῶν.
Διότι ο λαός μου έγινεν ωσάν πρόβατα απολωλότα. Οι αρχηγοί των τους εδίωξαν, τους παρεπλάνησαν επάνω εις τα όρη, από τα όρη εις τα βουνά έφευγαν, ελησμόνησαν την μάνδραν των.
7 πάντες οἱ εὑρίσκοντες αὐτοὺς ἀνήλισκον αὐτούς, οἱ ἐχθροὶ αὐτῶν εἶπαν· μὴ ἀνῶμεν αὐτούς· ἀνθ' ὧν ἥμαρτον τῷ Κυρίῳ νομὴ δικαιοσύνης τῷ συναγαγόντι τοὺς πατέρας αὐτῶν.
Ολοι όσοι τους εύρισκαν πλανωμένους και απροστάτευτους, τους εξώντωναν. Είπαν οι εχθροί των· ας μη τους αφήσωμεν πλέον να ζήσουν, διότι αυτοί ημάρτησαν ενώπιον του Κυρίου, ο οποίος αποδίδει πάντοτε δικαιοσύνην και ο οποίος είχε προσκαλέσει και συγκεντρώσει τους προγόνους των.
8 ἀπαλλοτριώθητε ἐκ μέσου Βαβυλῶνος καὶ ἀπὸ γῆς Χαλδαίων καὶ ἐξέλθατε καὶ γένεσθε ὥσπερ δράκοντες κατὰ πρόσωπον προβάτων.
Αποξενωθήτε και φύγετε εκ μέσου της Βαβυλώνος, από την χώραν των Χαλδαίων. Εξέλθετε και φανήτε απέναντι αυτών ωσάν δράκοντες εναντίον προβάτων,
9 ὅτι ἰδοὺ ἐγὼ ἐγείρω ἐπὶ Βαβυλῶνα συναγωγὰς ἐθνῶν ἐκ γῆς βορρᾶ, καὶ παρατάξονται αὐτῇ· ἐκεῖθεν ἁλώσεται, ὡς βολὶς μαχητοῦ συνετοῦ οὐκ ἐπιστρέψει κενή.
διότι ιδού, εγώ εξεγείρω και επιφέρω εναντίον της Βαβυλώνος πολυάριθμα έθνη από την γην του βορρά και θα πολεμήσουν εναντίον αυτής και θα την κυριεύσουν. Τα βέλη των εναντίον αυτής θα είναι ωσάν το βέλος του επιτηδείου πολεμιοτού, το οποίον ποτέ δεν ρίπτεται επί ματαίω.
10 καὶ ἔσται ἡ Χαλδαία εἰς προνομήν, πάντες οἱ προνομεύοντες αὐτὴν ἐμπλησθήσονται,
Η Χαλδαία θα παραδοθή εις λαφυραγωγίαν και όλοι όσοι την λεηλατήσουν, θα χορτάσουν από τα λάφυρά της.
11 ὅτι ηὐφραίνεσθε καὶ κατεκαυχᾶσθε διαρπάζοντες τὴν κληρονομίαν μου, διότι ἐσκιρτᾶτε ὡς βοΐδια ἐν βοτάνῃ καὶ ἐκερατίζετε ὡς ταῦροι.
Διότι, λέγει ο Κυριος προς τους Βαβυλωνίους, εδοκιμάζετε χαράν και αγαλλίασιν σεις και εκαυχησιολογείτε, όταν διηρπάζετε την κληρονομίαν μου, τον λαόν μου· διότι από την χαράν σας επηδούσατε ωσάν τα μοσχάρια εις την χλόην, εκτυπούσατε τους Ισραηλίτας όπως κτυπούν με τα κέρατα των οι μαινόμενοι ταύροι.
12 ᾐσχύνθη ἡ μήτηρ ὑμῶν σφόδρα, ἐνετράπη ἡ τεκοῦσα ὑμᾶς μήτηρ ἐπ' ἀγαθὰ ἐσχάτη ἐθνῶν ἔρημος.
Η μητέρα σας, η πατρίδα σας η Βαβυλών, κατησχύνθη παρά πολύ. Η μητέρα, που σας εγέννησε, κατεντροπιάσθηκε δια την στέρησιν των αγαθών. Κατήντησεν έρημος και τελευταία μεταξύ όλων των εθνών.
13 ἀπὸ ὀργῆς Κυρίου οὐ κατοικηθήσεται. καὶ ἔσται εἰς ἀφανισμὸν πᾶσα, καὶ πᾶς ὁ διοδεύων διὰ Βαβυλῶνος σκυθρωπάσει καὶ συριοῦσιν ἐπὶ πᾶσαν τὴν πληγὴν αὐτῆς.
Εξ αιτίας της δικαίας οργής του Κυρίου δεν θα κατοικηθή πλέον. Θα παραδοθή ολόκληρος εις αφανισμόν και ερήμωσιν. Και κάθε διαβάτης, που θα διέρχεται δια μέσου της Βαβυλώνος, θα σκυθρωπάζη και θα σφυρίζη με κατάπληξιν δια το μεγάλο αυτό κτύπημα του αφανισμού και της καταστροφής της.
14 παρατάξασθε ἐπὶ Βαβυλῶνα κύκλῳ, πάντες τείνοντες τόξον· τοξεύσατε ἐπ' αὐτήν, μὴ φείσησθε ἐπὶ τοῖς τοξεύμασιν ὑμῶν.
Παραταχθήτε εις μάχην εναντίον της Βαβυλώνας, κύκλω από αυτήν όλοι σεις, οι οποίοι χειρίζεσθε με επιτηδειότητα το τοξον. Κτυπήσατέ την με τα τόξα, μη λυπηθήτε τα βέλη σας.
15 κατακρατήσατε αὐτήν· παρελύθησαν αἱ χεῖρες αὐτῆς, ἔπεσαν αἱ ἐπάλξεις αὐτῆς καὶ κατεσκάφη τὸ τεῖχος αὐτῆς, ὅτι ἐκδίκησις παρὰ Θεοῦ ἐστιν· ἐκδικεῖτε ἐπ' αὐτήν· καθὼς ἐποίησε, ποιήσατε αὐτῇ.
Επικρατήσατε εναντίον αυτής, κυριεύσατέ την. Παρέλυσαν πλέον τα χέρια των κατοίκων της, εκρημνίσθησαν αι οχυραί επάλξεις της, κατεστράφησαν εκ θεμελίων τα τείχη της, διότι ήλθεν εναντίον αυτής η παρά Θεού δικαία τιμωρία. Τιμωρήσατέ την και σεις, όπως έκαμεν αυτή εναντίον λαών, που δεν της είχαν πταίσει εις τίποτε, έτσι πράξετε και σεις εναντίον της.
16 ἐξολοθρεύσασθε σπέρμα ἐκ Βαβυλῶνος, κατέχοντα δρέπανον ἐν καιρῷ θερισμοῦ· ἀπὸ προσώπου μαχαίρας Ἑλληνικῆς ἕκαστος εἰς τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀποστρέψουσι καὶ ἕκαστος εἰς τὴν γῆν αὐτοῦ φεύξεται.
Εξολοθρεύσατε κάθε απόγονον και βλαστόν της Βαβυλώνος μέχρις αυτού ακόμη, ο οποίος κρατεί το δρέπανόν του εν καιρώ θερισμού. Καθένας από τους μισθοφόρους πολεμιστάς της Βαβυλώνος, καθώς θα αντικρύζη την ελληνικήν μάχαιραν, θα επιστρέφη πανικόβλητος στον λαόν του. Ο καθένας από αυτούς θα φύγη δια την χώραν του.
17 Πρόβατον πλανώμενον Ἰσραήλ, λέοντες ἔξωσαν αὐτόν· ὁ πρῶτος ἔφαγεν αὐτὸν βασιλεὺς Ἀσσοὺρ καὶ οὗτος ὕστερον τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ βασιλεὺς Βαβυλῶνος.
Ωσάν πλανώμενον πρόβατον κατήντησεν ο λαός του Ισραήλ. Οι εχθροί του ωσάν λέοντες τον εξεδίωξαν από την χώραν του. Πρώτος ο βασιλεύς των Ασσυρίων κατέφαγεν αυτόν και έπειτα από αυτόν ο βασιλεύς της Βαβυλώνος κατέφαγε και αυτά ακόμη τα κόκκαλά του.
18 διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐκδικῶ ἐπὶ τὸν βασιλέα Βαβυλῶνος καὶ ἐπὶ τὴν γῆν αὐτοῦ, καθὼς ἐξεδίκησα ἐπὶ τὸν βασιλέα Ἀσσούρ.
Δια τούτο αυτά λέγει ο Κυριος· Ιδού, εγώ θα τιμωρήσω τον βασιλέα της Βαβυλώνος και όλην αυτού την χώραν, όπως ετιμώρησα τον βασιλέα των Ασσυρίων.
19 καὶ ἀποκαταστήσω τὸν Ἰσραὴλ εἰς τὴν νομὴν αὐτοῦ, καὶ νεμήσεται ἐν τῷ Καρμήλῳ καὶ ἐν ὄρει Ἐφραὶμ καὶ ἐν τῷ Γαλαὰδ καὶ πλησθήσεται ἡ ψυχὴ αὐτοῦ.
Επειτα θα επαναφέρω ελεύθερον και θα εγκαταστήσω εις την χώραν του τον Ισραήλ, εις την περιοχήν της βοσκής του. Αυτός θα απολαύση τους καρπούς του Καρμήλου και του όρους Εφραίμ και της περιοχής Γαλαάδ. Θα χορτάση από αγαθά, με το παραπάνω η ψυχή του.
20 ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις καὶ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ζητήσουσι τὴν ἀδικίαν Ἰσραήλ, καὶ οὐχ ὑπάρξει, καὶ τὰς ἁμαρτίας Ἰούδα, καὶ οὐ μὴ εὑρεθῶσιν, ὅτι ἵλεως ἔσομαι τοῖς ὑπολελειμμένοις ἐπὶ τῆς γῆς, λέγει Κύριος. ~
Κατά τας ημέρας εκείνας, κατά τον ευτυχή εκείνον καιρόν, θα αναζητούν οι άνθρωποι αμαρτίας του Ισραηλιτικού λαού και δεν θα υπάρχουν. Θα ζητούν παρανομίας του λαού του Ιούδα και δεν θα ευρίσκωνται. Διότι εγώ, λέγει Κυριος ο Θεός, θα είμαι ίλεως και σπλαγχνικός στους απομείναντας ανθρώπους του λαού μου επί της χώρας Ισραήλ.
21 Πικρῶς ἐπίβηθι ἐπ' αὐτὴν καὶ ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας ἐπ' αὐτήν· ἐκδίκησον, μάχαιρα, καὶ ἀφάνισον, λέγει Κύριος, καὶ ποίει κατὰ πάντα, ὅσα ἐντέλλομαί σοι.
Μαχαιρα εχθρική, ανέβα γεμάτη πικράν οργήν εναντίον των κατοίκων της Βαβυλώνος. Τιμώρησε αυτούς, ω μάχαιρα, εξαφάνισέ τους, λέγει ο Κυριος. Πράξε σύμφωνά με όλα εκείνα, τα οποία εγώ σε έχω διατάξει.
22 φωνὴ πολέμου καὶ συντριβὴ μεγάλη ἐν γῇ Χαλδαίων.
Φωνή πολέμου θα ακουσθή, συντριβή μεγάλη θα πραγματοποιηθή εις την χώραν των Χαλδαίων.
23 πῶς ἐκλάσθη καὶ συνετρίβη ἡ σφῦρα πάσης τῆς γῆς; πῶς ἐγενήθη εἰς ἀφανισμὸν Βαβυλὼν ἐν ἔθνεσιν;
Πως έσπασεν, ετεμαχίσθη και συνετρίβη αυτή η σφύρα, που εκτυπούσεν ανελέητα όλην την γην; Πως περιήλθεν εις όλεθρον και αφανισμόν η Βαβυλών εκ μέσου όλων των άλλων εθνών;
24 ἐπιθήσονταί σοι, καὶ ἁλώσῃ, ὦ Βαβυλών, καὶ οὐ γνώσῃ· εὑρέθης καὶ ἐλήφθης, ὅτι τῷ Κυρίῳ ἀντέστης.
Θα επιτεθούν εναντίον σου οι εχθροί και θα σε κυριεύσουν, ω Βαβυλών, χωρίς και συ να εννοήσης καλά-καλά ότι έφθασεν ο καιρός του εξαφανισμού σου. Ευρέθης από τους εχθρούς σου αδύνατος πλέον, εκυριεύθης από αυτούς· και τούτο, διότι συ πεισμόνως αντεστάθηκες στον Κυριον.
25 ἤνοιξε Κύριος τὸν θησαυρὸν αὐτοῦ καὶ ἐξήνεγκε τὰ σκεύη ὀργῆς αὐτοῦ, ὅτι ἔργον τῷ Κυρίῳ Θεῷ ἐν γῇ Χαλδαίων,
Ηνοιξεν ο Κυριος τον θησαυρόν του δικαίου θυμού του και έβγαλε τα καταστρεπτικά σκεύη της οργής του, διότι έργον καταστροφής θα πραγματοποίηση Κυριος ο Θεός εις την γην των Χαλδαίων.
26 ὅτι ἐληλύθασιν οἱ καιροὶ αὐτῆς. ἀνοίξατε τὰς ἀποθήκας αὐτῆς, ἐρευνήσατε αὐτὴν ὡς σπήλαιον καὶ ἐξολοθρεύσατε αὐτήν, μὴ γενέσθω αὐτῆς κατάλειμμα.
Εφθασαν πλέον οι καιροί του ολέθρου της. Ανοίξατε τας αποθήκας της, ερευνήσατέ τας, όπως ερευνάτε ένα σπήλαιον. Εξολοθρεύσατέ την, ας μη μείνη κανένα υπόλειμμα εις αυτήν.
27 ἀναξηράνατε αὐτῆς πάντας τοὺς καρπούς, καὶ καταβήτωσαν εἰς σφαγήν· οὐαὶ αὐτοῖς, ὅτι ἥκει ἡ ἡμέρα αὐτῶν καὶ καιρὸς ἐκδικήσεως αὐτῶν.
Ξηράνατε όλας τας καρποφόρους περιοχάς της, ας οδηγηθούν εις σφαγήν οι άνδρες και τα κτήνη της. Αλλοίμονον εις αυτούς, διότι έχει φθάσει πλέον η ημέρα των, ο καιρύς της τιμωρίας των εκ μέρους του Θεού.
28 φωνὴ φευγόντων καὶ ἀνασῳζομένων ἐκ γῆς Βαβυλῶνος τοῦ ἀναγγεῖλαι εἰς Σιὼν τὴν ἐκδίκησιν παρὰ Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν.
Φωνή φόβου και φρίκης ακούεται από εκείνους, οι οποίοι πανικόβλητοι φεύγουν και προσπαθούν να σωθούν μακράν από την χώραν της Βαβυλώνος. Αυτή όμως η φωνή αναγγέλλει εις την Σιών την τιμωρίαν της Βαβυλώνος, που ήλθεν εκ μέρους Κυρίου του Θεού μας.
29 παραγγείλατε ἐπὶ Βαβυλῶνα πολλοῖς, παντὶ ἐντείνοντι τόξον· παρεμβάλλετε ἐπ' αὐτὴν κυκλόθεν, μὴ ἔστω αὐτοῖς ἀνασῳζόμενος· ἀνταπόδοτε αὐτῇ κατὰ τὰ ἔργα αὐτῆς, κατὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, ποιήσατε αὐτῇ, ὅτι πρὸς Κύριον ἀντέστη Θεὸν ἅγιον τοῦ Ἰσραήλ.
Παραγγείλατε στους πολλούς εχθρούς της Βαβυλώνος να επέλθουν εναντίον της. Είπατε ιδιαιτέρως εις εκείνους, οι οποίοι χρησιμοποιούν με επιτυχίαν το τόξον· στρατοπεδεύσατε ολόγυρα από αυτήν, κανείς από τους κατοίκους της ας μη διασωθή. Ανταποδώσατε εις αυτήν κατά τα έργα της. Συμφωνα με όσας καταστροφάς επέφερε, πράξατε και σεις εις αυτήν, διότι αντεστάθηκε προς τον Κυριον τον Θεόν, τον άγιον του Ισραήλ.
30 διὰ τοῦτο πεσοῦνται οἱ νεανίσκοι αὐτῆς ἐν ταῖς πλατείαις αὐτῆς, καὶ πάντες οἱ ἄνδρες οἱ πολεμισταὶ αὐτῆς ριφήσονται, εἶπε Κύριος.
Δια την ασέβειάν της αυτήν όλοι οι νέοι της θα πέσουν νεκροί εις τας πλατείας της. Ολοι οι άνδρες αυτής, οι πολεμισταί θα ριφθούν σφαγμένα πτώματα εις την γην. Ετσι διέταξεν ο Κυριος.
31 ἰδοὺ ἐγὼ ἐπὶ σὲ τὴν ὑβρίστριαν, λέγει Κύριος, ὅτι ἥκει ἡ ἡμέρα σου καὶ ὁ καιρὸς ἐκδικήσεώς σου·
Ιδού, εγώ επέρχομαι εναντίον σου, της αλαζονικής πόλεως, λέγει ο Κυριος, διότι έφθασε πλέον η ημέρα σου, ο καιρός της δικαίας εκ μέρους μου τιμωρίας σου.
32 καὶ ἀσθενήσει ἡ ὕβρις σου καὶ πεσεῖται, καὶ οὐδεὶς ἔσται ὁ ἀνιστῶν αὐτήν· καὶ ἀνάψω πῦρ ἐν τῷ δρυμῷ αὐτῆς, καὶ καταφάγεται πάντα τὰ κύκλῳ αὐτῆς.
Η αλαζονεία και η υπερηφάνειά σου θα ταπεινωθή και θα πέση και κανείς δεν θα υπάρξη, που θα έχη την δύναμιν να την ανορθώση. Θα ανάψω πυρκαϊάν εις τα δάση της, η οποία και θα καταφάγη όλα τα γύρω από αυτήν.
33 Τάδε λέγει Κύριος· καταδεδυνάστευνται οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ καὶ οἱ υἱοὶ Ἰούδα ἅμα, πάντες οἱ αἰχμαλωτεύσαντες αὐτοὺς κατεδυνάστευσαν αὐτούς, ὅτι οὐκ ἠθέλησαν ἐξαποστεῖλαι αὐτούς.
Αυτά λέγει ο Κυριος· Εχουν καταδυναστευθή και ταλαιπωρηθή οι Ισραηλίται, και οι Ιουδαίοι μαζή με αυτούς. Ολοι εκείνοι οι οποίοι τους ενίκησαν και τους επήραν αιχμαλώτους, τους κατεδυνάστευαν, διότι δεν ήθελαν να τους στείλουν ελευθέρους εις την πατρίδα των.
34 καὶ ὁ λυτρούμενος αὐτοὺς ἰσχυρός, Κύριος παντοκράτωρ ὄνομα αὐτῷ· κρίσιν κρινεῖ πρὸς τοὺς ἀντιδίκους αὐτοῦ, ὅπως ἐξάρῃ τὴν γῆν, καὶ παροξυνεῖ τοῖς κατοικοῦσι Βαβυλῶνα.
Αλλα ο λυτρωτής των είναι ισχυρός. Κυριος παντοκράτωρ είναι το Ονομά του. Αυτός κρίνει την δίκαιον κρίσιν και καταδικάζει τους αντιτιθεμένους εις αυτόν, δια να ξεκαθαρίση την γην από τους τυράννους και τους δυνάστας, δια να συγκλονίση δε και ανατάραξη τους κατοίκους της Βαβυλώνος.
35 μάχαιραν ἐπὶ τοὺς Χαλδαίους καὶ ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας Βαβυλῶνα καὶ ἐπὶ τοὺς μεγιστᾶνας αὐτῆς καὶ ἐπὶ τοὺς συνετοὺς αὐτῆς·
Θα αποστείλη μάχαιραν ολέθρου εναντίον των Χαλδαίων και εναντίον όλων όσοι κατοικούν την Βαβυλώνα, εναντίον των αρχόντων αυτής και των σοφών της·
36 μάχαιραν ἐπὶ τοὺς μαχητὰς αὐτῆς, καὶ παραλυθήσονται· μάχαιραν ἐπὶ τοὺς ἵππους αὐτῶν καὶ ἐπὶ τὰ ἅρματα αὐτῶν·
μάχαιραν σφαγής και ολέθρου εναντίον των υπερασπιστών της και αυτοί θα παραλύσουν από τον φόβον· μάχαιραν εξοντώσεως εναντίον του ιππικού αυτών και των πολεμικών αρμάτων των.
37 μάχαιραν ἐπὶ τοὺς μαχητὰς αὐτῶν καὶ ἐπὶ τὸν σύμμεικτον τὸν ἐν μέσῳ αὐτῆς, καὶ ἔσονται ὡσεὶ γυναῖκες· μάχαιραν ἐπὶ τοὺς θησαυροὺς αὐτῆς, καὶ διασκορπισθήσονται.
Μαχαιραν θα στείλη ο Κυριος εναντίον όλων των μαχίμων ανδρών της και εναντίον του αναμίκτου λαού, που ευρίσκεται εν μέσω αυτής. Ολοι θα καταληφθούν από δειλίαν, θα γίνουν δειλοί, όπως αι γυναίκες. Μαχαιραν θα αποστείλη ο Κυριος εναντίον των θησαυροφυλακείων της και θα διασκορπισθούν οι εις αυτά κατάκλειστοι θησαυροί της.
38 ἐπὶ τῷ ὕδατι αὐτῆς ἐπεποίθει καὶ καταισχυνθήσονται, ὅτι γῆ τῶν γλυπτῶν ἐστι, καὶ ἐν ταῖς νήσοις, οὗ κατεκαυχῶντο.
Είχε πεποίθησιν εις τα ύδατα των ποταμών της και των πηγών, αλλά θα κατεντροπιασθή, διότι είναι χώρα και πατρίς των γλυπτών ειδώλων Θα κατεντροπιασθή και δια τας νήσους, δια τας οποίας εκαυχάτο.
39 διὰ τοῦτο κατοικήσουσιν ἰνδάλματα ἐν ταῖς νήσοις, καὶ κατοικήσουσιν ἐν αὐτῇ θυγατέρες σειρήνων· οὐ μὴ κατοικηθῇ οὐκέτι εἰς τὸν αἰῶνα.
Δια την αλαζονείαν της αυτήν θα τιμωρηθή. Φαντάσματα θα κατοικήσουν εις τας νήσους αυτάς. Γενεαί δαιμόνων της ερήμου θα κατοικήσουν εις την πρωτεύουσαν. Ανθρωποι δεν θα κατοικήσουν πλέον αυτήν στον αιώνα.
40 καθὼς κατέστρεψεν ὁ Θεὸς Σόδομα καὶ Γόμορρα καὶ τὰς ὁμορούσας αὐταῖς, εἶπε Κύριος, οὐ μὴ κατοικήσει ἐκεῖ ἄνθρωπος, καὶ οὐ μὴ παροικήσει ἐκεῖ υἱὸς ἀνθρώπου.
Οπως κατέστρεψεν ο Θεός και ερήμωσε τα Σοδομα και τα Γομορρα και τας συνορεύουσας με αυτάς πόλεις, είπεν ο Κυριος, έτσι θα καταστρέψη και την Βαβυλώνα και δεν θα κατοικήση πλέον εις αυτήν, άνθρωπος, ούτε και κανένας προσωρινός κάτοικος θα εγκατασταθή εις αυτήν.
41 ἰδοὺ λαὸς ἔρχεται ἀπὸ βορρᾶ, καὶ ἔθνος μέγα καὶ βασιλεῖς πολλοὶ ἐξεγερθήσονται ἀπ' ἐσχάτου τῆς γῆς,
Ιδού, έρχεται λαός πολύς από τον Βορράν, έθνος μέγα και βασιλείς πολλοί, θα εγερθούν από τα άκρα της γης εναντίον αυτής.
42 τόξον καὶ ἐγχειρίδιον ἔχοντες· ἰταμός ἐστι καὶ οὐ μὴ ἐλεήσῃ· ἡ φωνὴ αὐτῶν ὡς θάλασσα ἠχήσει, ἐφ' ἵπποις ἱππάσονται παρεσκευασμένοι, ὥσπερ πῦρ, εἰς πόλεμον πρὸς σέ, θύγατερ Βαβυλῶνος.
Αυτοί θα κρατούν τόξον και εγχειρίδιον. Σκληρός θα είναι ο λαός αυτός, δεν θα δείξη έλεος και ευσπλαγχνίαν δια κανένα. Η φωνή των πολεμιστών θα αντηχήση ως τρικυμισμένη θάλασσα, θα είναι έφιπποι με πλήρη εξοπλισμον. Ωσάν φωτιά θα επέλθουν εις πόλεμον εναντίον σου, Βαβυλών.
43 ἤκουσε βασιλεὺς Βαβυλῶνος τὴν ἀκοὴν αὐτῶν, καὶ παρελύθησαν αἱ χεῖρες αὐτοῦ· θλῖψις κατεκράτησεν αὐτοῦ, ὠδῖνες ὡς τικτούσης.
Επληροφορήθη ο βασιλεύς της Βαβυλώνος την φήμην αυτήν και παρέλυσαν τα χέρια του· τον εκυρίευσε θλίψις μεγάλη, ωδίνες ωσάν εκείνας, που δοκιμάζει η ετοιμόγεννη γυναίκα.
44 ἰδοὺ ὥσπερ λέων ἀναβήσεται ἀπὸ τοῦ Ἰορδάνου εἰς τόπον Αἰθάμ, ὅτι ταχέως ἐκδιώξω αὐτοὺς ἀπ' αὐτῆς καὶ πάντα νεανίσκον ἐπ' αὐτὴν ἐπιστήσω. ὅτι τίς ὥσπερ ἐγώ; καὶ τίς ἀντιστήσεταί μοι; καὶ τίς οὗτος ποιμήν, ὃς στήσεται κατὰ πρόσωπόν μου;
Ιδού, όπως αναβαίνει ο άγριος λέων από τον Ιορδάνην στον τόπον της Αιθάμ, έτσι επέρχονται οι εχθροί κατά της Βαβυλώνος, διότι ταχέως θα εκδιώξω πανικόβλητους τους Βαβυλωνίους από την πατρίδα των και θα εξεγείρω εναντίον αυτής νεαρούς πολεμιστάς. Διότι ποιός είναι τόσον ισχυρός, όπως είμαι εγώ; Ποιός ημπορεί ποτέ να αντισταθή εις την δύναμίν μου; Ποιός είναι αυτός ο άρχων λαών, ο οποίος θα τολμήση να σταθή ενώπιόν μου;
45 διὰ τοῦτο ἀκούσατε τὴν βουλὴν Κυρίου, ἣν βεβούλευται ἐπὶ Βαβυλῶνα, καὶ λογισμοὺς αὐτοῦ, οὓς ἐλογίσατο ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας Χαλδαίους· ἐὰν μὴ διαφθαρῇ τὰ ἀρνία τῶν προβάτων αὐτῶν, ἐὰν μὴ ἀφανισθῇ νομὴ ἀπ' αὐτῶν.
Δια τούτο ακούσατε την απόφασιν του Κυρίου, την οποίαν εσκέφθη και έλαβεν εναντίον της Βαβυλώνος, και τα σχέδια αυτού, τα οποία εσκέφθη εναντίον αυτών που κατοικούν την Χαλδαίαν. Ασφαλώς και βεβαίως και αυτά τα αρνία των Χαλδαίων θα εξολοθρευθούν. Οι βοσκότοποί των θα αφανισθούν.
46 ὅτι ἀπὸ φωνῆς ἁλώσεως Βαβυλῶνος σεισθήσεται ἡ γῆ, καὶ κραυγὴ ἐν ἔθνεσιν ἀκουσθήσεται.
Από την οχλοβοήν της πτώσεως της Βαβυλώνος θα σεισθή η γη, εις όλα τα έθνη θα ακουσθή η κραυγή.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα