ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 Ο λόγος ὁ γενόμενος παρὰ Κυρίου πρὸς Ἱερεμίαν λέγων·
Ο λόγος, τον οποίον απηύθυνεν ο Κυριος προς τον Ιερεμίαν λέγων·
2 ἀνάστηθι, καὶ κατάβηθι εἰς οἶκον τοῦ κεραμέως, καὶ ἐκεῖ ἀκούσῃ τοὺς λόγους μου.
Σηκω και κατέβα στο εργαστήριον του αγγειοπλάστου και εκεί θα ακούσης τους λόγους μου.
3 καὶ κατέβην εἰς τὸν οἶκον τοῦ κεραμέως, καὶ ἰδοὺ αὐτὸς ἐποίει ἔργον ἐπὶ τῶν λίθων·
Κατέβηκα στο εργαστήριον του αγγειοπλάστου και ιδού, αυτός έκαμνε την εργασίαν του μέ τους λιθίνους τροχούς.
4 καὶ ἔπεσε τὸ ἀγγεῖον, ὃ αὐτὸς ἐποίει ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ, καὶ πάλιν αὐτὸς ἐποίησεν αὐτὸ ἀγγεῖον ἕτερον, καθὼς ἤρεσεν ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ ποιῆσαι.
Επεσε δε το πήλινον αγγείον, το οποίον αυτός κατεσκεύαζε με τα χέρια του. Ο κεραμοποιός και πάλιν έκαμε άλλο αγγείον· το έκαμεν, όπως ήρεσεν εις αυτόν.
5 καὶ ἐγένετο λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Τοτε ο Κυριος απηύθυνε λόγον προς εμέ και μου είπε·
6 εἰ καθὼς ὁ κεραμεὺς οὗτος οὐ δυνήσομαι τοῦ ποιῆσαι ὑμᾶς, οἶκος Ἰσραήλ; ἰδοὺ ὡς ὁ πηλὸς τοῦ κεραμέως ὑμεῖς ἐστε ἐν ταῖς χερσί μου.
Μηπως και εγώ δεν ημπορώ να κάμω σας τους Ισραηλίτας, όπως έκαμεν ο κεραμεύς αυτός; Διότι, ιδού, εις τα χέρια μου σεις είσθε ώσαν τον πηλόν του κεραμέως.
7 πέρας λαλήσω ἐπὶ ἔθνος ἢ ἐπὶ βασιλείαν τοῦ ἐξᾶραι αὐτοὺς καὶ τοῦ ἀπολλύειν,
Εάν προαναγγείλω και αποφασίσω το τέλος ενός έθνους η ότι θα εξολοθρεύσω και θα εξαφανίσω μίαν βασιλείαν και τους πολίτας της,
8 καὶ ἐπιστραφῇ τὸ ἔθνος ἐκεῖνο ἀπὸ πάντων τῶν κακῶν αὐτῶν, καὶ μετανοήσω περὶ τῶν κακῶν, ὧν ἐλογισάμην τοῦ ποιῆσαι αὐτοῖς.
εάν εκείνο το έθνος επιστρέψη προς εμέ εν μετανοία, απαρνηθή δε και απομακρυνθή από όλας τας κακίας, εγώ θα αλλάξω γνώμην σχετικώς με τας θλίψεις και τιμωρίας, τας οποίας είχα σκεφθή να επιφέρω εναντίον των ανθρώπων του λαού αυτού.
9 καὶ πέρας λαλήσω ἐπὶ ἔθνος καὶ βασιλείαν τοῦ ἀνοικοδομεῖσθαι καὶ τοῦ καταφυτεύεσθαι,
Εάν εξ αντιθέτου ομιλήσω και αποφασίσω περί ενός έθνους και ενός βασιλείου, ότι θα ανοικοδομηθή, θα φυτευθή και θα προοδεύσ·η,
10 καὶ ποιήσωσι τὰ πονηρὰ ἐναντίον μου τοῦ μὴ ἀκούειν τῆς φωνῆς μου, καὶ μετανοήσω περὶ τῶν ἀγαθῶν, ὧν ἐλάλησα τοῦ ποιῆσαι αὐτοῖς.
οι δε άνθρωποι του έθνους αυτού πράξουν πονηρά ενώπιόν μου και δεν θέλουν να ακούσουν και να υπακούσουν εις την φωνήν μου, τότε θα αλλάξω γνώμην σχετικώς με τα αγαθά, που είχα προαναγγείλει, ότι θα αποστείλω εις αυτούς.
11 καὶ νῦν εἰπὸν πρὸς ἄνδρας Ἰούδα καὶ πρὸς τοὺς κατοικοῦντας Ἱερουσαλήμ· ἰδοὺ ἐγὼ πλάσσω ἐφ' ὑμᾶς κακὰ καὶ λογίζομαι ἐφ' ὑμᾶς λογισμόν· ἀποστραφήτω δὴ ἕκαστος ἀπὸ ὁδοῦ αὐτοῦ τῆς πονηρᾶς, καὶ καλλίονα ποιήσατε τά ἐπιτηδεύματα ὑμῶν.
Και τώρα ειπέ στους ανθρώπους του βασιλείου Ιούδα και προς τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ. Ιδού, εγώ παρασκευάζω εναντίον σας θλίψεις και τιμωρίας, μελετών σχέδια εις βάρος σας. Ας απομακρυνθή, λοιπόν, ο καθένας σας από τον δρόμον των πονηριών του και πράξατε έργα καλύτερα.
12 καὶ εἶπαν· ἀνδριούμεθα, ὅτι ὀπίσω τῶν ἀποστροφῶν ἡμῶν πορευσόμεθα καὶ ἕκαστος τὰ ἀρεστά τῆς καρδίας αὐτοῦ τῆς πονηρᾶς ποιήσομεν.
Εκείνοι όμως απήντησαν· Ημείς είμεθα ανδρείοι, δι' αύτό και θα προχωρήσωμεν εις τας παραβάσεις μας, και ο καθένας από ημάς θα πράξη ο,τι ευχαριστεί την πονηράν αυτού καρδίαν.
13 διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος· ἐρωτήσατε δὴ ἐν ἔθνεσι· τίς ἤκουσε τοιαῦτα φρικτά, ἃ ἐποίησε σφόδρα παρθένος Ἰσραήλ;
Δια τούτο αυτά λέγει ο Κυριος· Ερωτήσατε τα ειδωλολατρικά έθνη· ποιό από αυτά ήκουσε τέτοια φρικτά πράγματα, τα οποία τόσον πολύ διέπραξεν η θυγάτηρ μου αυτή, το έθνος Ισραήλ;
14 μὴ ἐκλείψουσιν ἀπὸ πέτρας μαστοὶ ἢ χιὼν ἀπὸ τοῦ Λιβάνου; μὴ ἐκκλινῇ ὕδωρ βιαίως ἀνέμῳ φερόμενον;
Μηπως θα λείψουν ποτέ αι πηγαί ύδατος από τους βράχους η τα χιόνια από το όρος Λιβανον; Μηπως και θα παρεκκλίνη το ύδωρ του ποταμού από την φυσικήν πορείαν του, έστώ και αν βίαιος άνεμος εκσπάση εις αυτό;
15 ὅτι ἐπελάθοντό μου ὁ λαός μου, εἰς κενὸν ἐθυμίασαν· καὶ ἀσθενήσουσιν ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν σχοίνους αἰωνίους τοῦ ἐπιβῆναι τρίβους οὐκ ἔχοντας ὁδὸν εἰς πορείαν
Ο Ισραηλιτικός όμώς λαός με ελησμόνησε, προσέφερε θυσίαν θυμιάματος εις τα κούφια και ψευδή είδωλα. Αυτοί πυ παρεκκλίνουν εις την ειδωλολατρείαν, θα αποκάμουν και θα παραλύσουν στους δρόμους των, διότι αφήκαν τας αιωνίους οδούς, δια να τραπούν εις μονοπάτια, που δεν είναι καν δρόμος και δεν διέρχονται από αυτά άνθρωποι.
16 τοῦ τάξαι τὴν γῆν αὐτῶν εἰς ἀφανισμὸν καὶ σύριγμα αἰώνιον· πάντες οἱ διαπορευόμενοι δι' αὐτῆς ἐκστήσονται καὶ κινήσουσι τὴν κεφαλὴν αὐτῶν.
Και το αποτέλεσμα είναι να καταντήση η χώρα αυτών εις όλεθρον, αιώνιον σφύριγμα καταπλήξεως και ειρωνείας εκ μέρους των ανθρώπων. Ολοι όσοι διέρχονται πλησίον αυτής θα μείνουν έκπληκτοι, θα κινούν με θλίψιν την κεφαλήν των
17 ὡς ἄνεμον καύσωνα διασπερῶ αὐτοὺς κατὰ πρόσωπον ἐχθρῶν αὐτῶν, δείξω αὐτοῖς ἡμέραν ἀπωλείας αὐτῶν.
Ωσάν τον καυστικόν άνεμον θα τους διασκορπίσω ενώπιον των εχθρών των. θα παρουσιάσω ενώπιόν των την ημέραν της καταστροφής των.
18 Καὶ εἶπαν· δεῦτε καὶ λογισώμεθα ἐπὶ Ἱερεμίαν λογισμόν, ὅτι οὐκ ἀπολεῖται νόμος ἀπὸ ἱερέως καὶ βουλὴ ἀπὸ συνετοῦ καὶ λόγος ἀπὸ προφήτου· δεῦτε καὶ πατάξωμεν αὐτὸν ἐν γλώσσῃ καὶ ἀκουσόμεθα πάντας τοὺς λόγους αὐτοῦ.
Οι εν Ιερουσαλήμ εχθροί του προφήτου είπαν· Ελάτε και ας σκεφθώμεν, τι πρέπει να κάμωμεν εναντίον του Ιερεμίου, διότι επί τέλους δεν εχάθη από ανάμεσα μας νόμος διδασκόμενος από ιερείς και σοφή συμβουλή από συνετόν άνθρωπον και λόγος προερχόμενος από προφήτην. Ας τον κτυπήσωμεν με τα ίδια του τα λόγια, ας ακούμε με προσοχήν όλους τους λόγους του και ας επισημαίνωμεν τους επιληψίμους.
19 εἰσάκουσόν μου, Κύριε, καὶ εἰσάκουσον τῆς φωνῆς τοῦ δικαιώματός μου.
Και ο προφήτης λέγει· Ακουσέ με, Κυριε, πρόσεξε την φωνήν μου, δια της οποίας ζητώ το δίκαιόν μου.
20 εἰ ἀνταποδίδοται ἀντὶ ἀγαθῶν κακά; ὅτι συνελάλησαν ρήματα κακὰ τῆς ψυχῆς μου καὶ τὴν κόλασιν αὐτῶν ἔκρυψάν μοι· μνήσθητι ἑστηκότος μου κατὰ πρόσωπόν σου τοῦ λαλῆσαι ὑπὲρ αὐτῶν ἀγαθά, τοῦ ἀποστρέψαι τὸν θυμόν σου ἀπ' αὐτῶν.
Πρέπει, λοιπόν, να ανταποδίδωνται αντί των αγαθών κακά; Διότι αυτοί συνεφώνησαν και απεφάσισαν κακά εναντίον της ζωής μου. Και το κακόν, που σκέπτονται εναντίον μου, μου το απέκρυψαν. Ενθυμήσου, Κυριε, ότι εγώ όρθιος ενώπιόν σου σε παρεκάλεσα δι' αυτούς, να τους στείλης αγαθά, να αποτρέψης από αυτούς την δικαίαν σου οργήν.
21 διὰ τοῦτο δὸς τοὺς υἱοὺς αὐτῶν εἰς λιμὸν καὶ ἄθροισον αὐτοὺς εἰς χεῖρας μαχαίρας· γενέσθωσαν αἱ γυναῖκες αὐτῶν ἄτεκνοι καὶ χῆραι, καὶ οἱ ἄνδρες αὐτῶν γενέσθωσαν ἀνῃρημένοι θανάτῳ καὶ οἱ νεανίσκοι αὐτῶν πεπτωκότες μαχαίρᾳ ἐν πολέμῳ.
Δια την αχαριστίαν των αυτήν και δια τα εγκληματικά των σχέδια παράδωσε τα παιδιά των εις λιμόν, συνάθροισέ τους προς σφαγήν από εχθρικάς μαχαίρας. Ας γίνουν και ας μείνουν αι γυναίκες των άτεκνοι και χήραι, οι άνδρες αυτών ας εξολοθρευθούν με θανατηφόρον ασθένειαν και οι νέοι αυτών άνδρες ας σφαγούν δια μαχαίρας κατά τον πόλεμον.
22 γενηθήτω κραυγὴ ἐν ταῖς οἰκίαις αὐτῶν, ἐπάξεις ἐπ' αὐτοὺς ληστὰς ἄφνω, ὅτι ἐνεχείρησαν λόγον εἰς σύλληψίν μου, καὶ παγίδας ἔκρυψαν ἐπ' ἐμέ.
Ας ακουσθούν κραυγαί πόνου και απελπισίας μέσα εις τα σπίτια των. Φέρε αιφνιδίως εναντίον αυτών ληστάς, διότι συνεφώνησαν και απεφάσισαν μεταξύ των να με συλλάβουν και έστησαν παγίδας εναντίον μου.
23 καὶ σύ, Κύριε, ἔγνως ἅπασαν τὴν βουλὴν αὐτῶν ἐπ' ἐμὲ εἰς θάνατον· μὴ ἀθῳώσῃς τὰς ἀδικίας αὐτῶν, καὶ τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν ἀπὸ προσώπου σου μὴ ἐξαλείψῃς· γενέσθω ἡ ἀσθένεια αὐτῶν ἐναντίον σου, ἐν καιρῷ θυμοῦ σου ποίησον ἐν αὐτοῖς.
Και συ, Κυριε, εγνώρισες όλην την εναντίον μου πονηράν σκέψιν και απόφασίν των, δια να με θανατώσουν. Μη αμνηστεύσης και μη άφησης ατιμωρήτους τας κακίας των. Μη σβήσης από εμπρός σου και εξαλείψης τας αμαρτίας των. Ασθενείς και αδύνατοι ας πέσουν ενώπιόν σου. Εις τον καιρόν του δικαίου σου θυμού πράξε τούτο εναντίον των.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα