ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΕΠΙΚΑΤΑΡΑΤΟΣ ὁ ἄνθρωπος, ὃς τὴν ἐλπίδα ἔχει ἐπ' ἄνθρωπον καὶ στηρίζει σάρκα βραχίονος αὐτοῦ ἐπ' αὐτόν, καὶ ἀπὸ Κυρίου ἀποστῇ ἡ καρδία αὐτοῦ·
Επικατάρατος είναι ο άνθρωπος εκείνος, που έχει τας ελπίδας του εις άλλον άνθρωπον και στηρίζει την αδυναμίαν του εις αυτόν, η δε καρδία του έχει απομακρυνθή από τον Κυριον.
6 καὶ ἔσται ὡς ἡ ἀγριομυρίκη ἡ ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὐκ ὄψεται ὅταν ἔλθῃ τὰ ἀγαθά, καὶ κατασκηνώσει ἐν ἁλίμοις καὶ ἐν ἐρήμῳ, ἐν γῇ ἁλμυρᾷ, ἥτις οὐ κατοικεῖται.
Αυτός θα είναι ωσάν το αρμυρίκι εις την έρημον και όταν άκομα έλθουν τα αγαθά, δεν θα τα απολαύση. Θα κατοικήση εις παραθαλασσίους αγόνους περιοχάς, εις την έρημον, εις χώραν αλμυράν, η οποία δεν κατοικείται από ανθρώπους.
7 καὶ εὐλογημένος ὁ ἄνθρωπος, ὃς πέποιθεν ἐπὶ τῷ Κυρίῳ καὶ ἔσται Κύριος ἐλπὶς αὐτοῦ·
Εξ αντιθέτου ευλογημένος είναι ο άνθρωπος εκείνος, ο οποίος έχει στηρίζει την πεποίθησίν του στον Κυριον και η έλπις αυτού είναι ο Κυριος.
8 καὶ ἔσται ὡς ξύλον εὐθηνοῦν παρ' ὕδατα, καὶ ἐπὶ ἰκμάδα βαλεῖ ρίζαν αὐτοῦ καὶ οὐ φοβηθήσεται ὅταν ἔλθῃ καῦμα, καὶ ἔσται ἐπ' αὐτῷ στελέχη ἀλσώδη, ἐν ἐνιαυτῷ ἀβροχίας οὐ φοβηθήσεται καὶ οὐ διαλείψει ποιῶν καρπόν.
Αυτός θα ομοιάζη ωσσν το δένδρον, το οποίον ευδοκιμεί, μεγαλώνει και καρποφορεί πλησίον των υδάτων, διότι ρίπτει τας ρίζας του εις υγρόν έδαφος και δεν έχει να φοβηθή τίποτε, όταν επέλθουν καύματα. Πυκνοί θα είναι οι κλάδοι του, και εις περίοδον ακόμη ανομβρίας δεν θα φοβηθή τίποτε και δεν θα παύση ποτέ να δίδη καρπούς.
9 βαθεῖα ἡ καρδία παρά πάντα, καὶ ἄνθρωπός ἐστι· καὶ τίς γνώσεται αὐτόν;
Η καρδία του ανθρώπου είναι βαθεία και ανεξερεύνητος, περισσότερον από όλα τα άλλα πράγματα. Αυτός είναι ο άνθρωπος· και ποιός ημπορεί να γνωρίση εις βάθος και πλάτος αυτόν;
10 ἐγὼ Κύριος ἐτάζων καρδίας καὶ δοκιμάζων νεφροὺς τοῦ δοῦναι ἑκάστῳ κατὰ τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ καὶ κατὰ τοὺς καρποὺς τῶν ἐπιτηδευμάτων αὐτοῦ.
Εγώ μόνον είμαι ο Κυριος και Θεός, ο οποίος εξετάζω τας καρδίας των ανθρώπων και ερευνώ τους νεφρούς, δια να δίδω στον καθένα σύμφωνα με τους δρόμους και τους τρόπους της ζωής του και με τους καρπούς των έργων του.
11 ἐφώνησε πέρδιξ, συνήγαγεν ἃ οὐκ ἔτεκε· ποιῶν πλοῦτον αὐτοῦ οὐ μετὰ κρίσεως, ἐν ἡμίσει ἡμερῶν αὐτοῦ ἐγκαταλείψουσιν αὐτόν, καὶ ἐπ' ἐσχάτων αὐτοῦ ἔσται ἄφρων.
Ελάλησεν η πέρδικα και συνεκέντρωσε γύρω της παιδιά, τα οποία δεν εγέννησε. Ετσι και εκείνος, που θησαυρίζει πλουτη αδίκως, θα τον εγκαταλείψουν στο ήμισυ της ζωής του και αυτός εν τέλει θα αποδειχθή ασύνετος και αμυαλος.
12 θρόνος δόξης ὑψωμένος, ἁγίασμα ἡμῶν,
Ενδοξος θρόνος, στημένος υψηλά είναι ο άγιος ναός μας.
13 ὑπομονὴ Ἰσραήλ, Κύριε, πάντες οἱ καταλιπόντες σε καταισχυνθήτωσαν, ἀφεστηκότες ἐπὶ τῆς γῆς γραφήτωσαν, ὅτι ἐγκατέλιπον πηγὴν ζωῆς, τὸν Κύριον.
Συ, δέ, Κυριε, είσαι ελπίδα και η υπομονή του ισραηλιτικού λαού. Ολοι εκείνοι, οι οποίοι σε εγκατέλειψαν, θα καταισχυνθούν. Ωσάν γραμμένο στο χώμα όνομα, που σβήνεται και χάνεται, έτσι είναι οι νεκροί, αυτοί που απεμακρύνθησαν από σέ, διότι εγκατέλειψαν σέ, την πηγήν της ζωής, τον Κυριον.
14 ἴασαί με, Κύριε, καὶ ἰαθήσομαι· σῶσόν με, καὶ σωθήσομαι· ὅτι καύχημά μου σὺ εἶ.
Θεράπευσέ με, Κυριε, από τας σωματικάς και ψυχικάς ασθενείας και θα θεραπευθώ, σώσον με και θα σωθώ, διότι συ είσαι το καύχημά μου.
15 ἰδοὺ αὐτοὶ λέγουσι πρός με· ποῦ ἐστιν ὁ λόγος Κυρίου; ἐλθέτω.
Ιδού, αυτοί ειρωνικώς μου λέγουν· Που είναι αι υποσχέσεις και αι απειλαί του Κυρίου; Ας πραγματοποιηθούν!
16 ἐγὼ δὲ οὐκ ἐκοπίασα κατακολουθῶν ὀπίσω σου καὶ ἡμέραν ἀνθρώπου οὐκ ἐπεθύμησα, σὺ ἐπίστῃ· τὰ ἐκπορευόμενα διὰ τῶν χειλέων μου πρὸ προσώπου σού ἐστι.
Εγώ δεν εθεώρησα κόπον και δεν εκουράσθην να ακολουθώ όπισθέν σου, τηρών τας εντολάς σου, και ημέρας των ανθρώπων δεν επεθύμησα. Συ τα γνωρίζεις όλα αυτά. Οσα δε εξέρχονται από τα χείλη μου, είναι ενώπιόν σου φανερά.
17 μὴ γενηθῇς μοι εἰς ἀλλοτρίωσιν φειδόμενός μου ἐν ἡμέρᾳ πονηρᾷ.
Εις ημέραν συμφορών και θλίψεων μη φανής απέναντί μου, Κυριε, ξένος και αδιάφορος, αλλά δείξε προς εμέ το έλεός σου.
18 καταισχυνθήτωσαν οἱ διώκοντές με, καὶ μὴ καταισχυνθείην ἐγώ· πτοηθείησαν αὐτοί, καὶ μὴ πτοηθείην ἐγώ· ἐπάγαγε ἐπ' αὐτοὺς ἡμέραν πονηράν, δισσὸν σύντριμμα σύντριψον αὐτούς.
Ας κατεντροπιασθούν οι καταδιώκοντές με και ας μη καταισχυνθώ εγώ. Αυτοί ας καταληφθούν από τρόμον και δέος και οχι εγώ. Εξαπόστειλε έναντίον των ημέραν τιμωρίας και θλίψεως, σύντριψέ τους εξ ολοκλήρου και κατάστρεψε τους.
19 Τάδε λέγει Κύριος· βάδισον καὶ στῆθι ἐν ταῖς πύλαις υἱῶν λαοῦ σου, ἐν αἷς εἰσπορεύονται ἐν αὐταῖς βασιλεῖς Ἰούδα καὶ ἐν αἷς ἐκπορεύονται ἐν αὐταῖς, καὶ ἐν πάσαις ταῖς πύλαις Ἱερουσαλὴμ
Αυτά λέγει ο Κυριος· Πηγαινε και στάσου εις τας πύλας των ανθρώπων του λαού σου, δια των οποίων εισέρχονται οι βασιλείς του Ιούδα και δια των οποίων εξέρχονται, και εις όλας τας άλλας πύλας της Ιερουσαλήμ
20 καὶ ἐρεῖς αὐτοῖς· ἀκούσατε τὸν λόγον Κυρίου, βασιλεῖς Ἰούδα, καὶ πᾶσα Ἰουδαία καὶ πᾶσα Ἱερουσαλήμ, οἱ εἰσπορευόμενοι ἐν ταῖς πύλαις ταύταις·
και θα πης εις αυτούς· Βασιλείς του Ιουδαϊκού βασιλείου, όλη η χώρα της Ιουδαίας και όλοι οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, οι εισερχόμενοι δια των πυλών αυτών της πόλεως, ακούσατε τον λόγον του Κυρίου.
21 τάδε λέγει Κύριος· φυλάσσεσθε τὰς ψυχὰς ὑμῶν καὶ μὴ αἴρετε βαστάγματα ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων καὶ μὴ ἐκπορεύεσθε ταῖς πύλαις Ἱερουσαλὴμ
Αυτά λέγει ο Κυριος· προσέχετε τον εαυτόν σας και την ζωήν σας. Μη μεταφέρετε βάρη κατά την ημέραν των Σαββάτων, μη εξέρχεσθε από τας πύλας της Ιερουσαλήμ κατά την ημέραν αυτήν.
22 καὶ μὴ ἐκφέρετε βαστάγματα ἐξ οἰκιῶν ὑμῶν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων καὶ πᾶν ἔργον οὐ ποιήσετε· ἁγιάσατε τὴν ἡμέραν τῶν σαββάτων, καθὼς ἐνετειλάμην τοῖς πατράσιν ὑμῶν, καὶ οὐκ ἤκουσαν καὶ οὐκ ἔκλιναν τὸ οὖς αὐτῶν
Μη βγάλετε και μεταφέρετε φορτία από τας οικίας σας κατά την ημέραν των Σαββάτων και κανένα έργον δεν πρέπει να κάμνετε κατ' αυτήν. Αφιερώσατε τας ημέρας αυτάς του Σαββάτου στον Θεόν, όπως εγώ έδωσα εντολήν στους προγόνους σας, οι οποίοι όμως δεν ήκουσαν και δεν έκλιναν το αυτί των εις τα λόγιά μου.
23 καὶ ἐσκλήρυναν τὸν τράχηλον αὐτῶν ὑπὲρ τοὺς πατέρας αὐτῶν τοῦ μὴ ἀκοῦσαί μου καὶ τοῦ μὴ δέξασθαι παιδείαν.
Αυτοί εσκλήρυναν τον τράχηλόν των περισσότερον από τους πατέρας των, ώστε να μη υπακούσουν εις εμέ και να μη δεχθούν την σωτήριον δι' αυτούς παιδαγωγίαν.
24 καὶ ἔσται ἐὰν ἀκοῇ ἀκούσητέ μου, λέγει Κύριος, τοῦ μὴ εἰσφέρειν βαστάγματα διὰ τῶν πυλῶν τῆς πόλεως ταύτης ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων καὶ ἁγιάζειν τὴν ἡμέραν τῶν σαββάτων τοῦ μὴ ποιεῖν πᾶν ἔργον,
Εάν προσέξετε και ακούσετε τα λόγια μου και τα δεχθήτε, λέγει ο Κυριος, ώστε να μη μεταφέρετε φορτία δια μέσου των πυλών της πόλεως κατά τας ημέρας των Σαββάτων, εάν αγιάζετε την ημέραν του Σαββάτου ώστε να μη κάνετε έργον,
25 καὶ εἰσελεύσονται διὰ τῶν πυλῶν τῆς πόλεως ταύτης βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες καθήμενοι ἐπὶ θρόνου Δαυὶδ καὶ ἐπιβεβηκότες ἐφ' ἅρμασι καὶ ἵπποις αὐτῶν, αὐτοὶ καὶ οἱ ἄρχοντες αὐτῶν, ἄνδρες Ἰούδα καὶ οἱ κατοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ κατοικισθήσεται ἡ πόλις αὕτη εἰς τὸν αἰῶνα.
τότε θα εισέλθουν δια των πυλών της πόλεως αυτής βασιλείς και άρχοντες, οι οποίοι θα καθίσουν επάνω στον θρόνον Δαδίδ επιβαίνοντες επάνω εις πολεμικά άρματα και στους ίππους των· οι βασιλείς αυτοί και όλοι οι αυλικοί των, άνδρες Ιουδαίοι και όσοι κατοικούν την Ιερουσαλήμἴ η δε πόλις αυτή θα κατοικήται στον αιώνα.
26 καὶ ἥξουσιν ἐκ τῶν πόλεων Ἰούδα καὶ κυκλόθεν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐκ γῆς Βενιαμὶν καὶ ἐκ γῆς πεδινῆς καὶ ἐκ τοῦ ὄρους καὶ ἐκ τῆς πρὸς νότον φέροντες ὁλοκαυτώματα καὶ θυσίας καὶ θυμιάματα καὶ μαναὰ καὶ λίβανον, φέροντες αἴνεσιν εἰς οἶκον Κυρίου.
Και θα έρχωνται εις την Ιερουσαλήμ από τας άλλας πόλεις της περιοχής Ιούδα και όσοι κατοικούν γύρω από την Ιερουσαλήμ, άνθρωποι από την φυλην Βενιαμίν, από την πεδινήν περιοχήν, από τα όρη, από την χώραν που εκτείνεται προς νότον, φέροντες ολοκαυτώματα και άλλας θυσίας και θυμιάματα, δώρα και λιβάνι. Θα τα προσκομίζουν ως ευχαριστίαν και δοξολογίαν στον ναόν του Κυρίου.
27 καὶ ἔσται ἐὰν μὴ ἀκούσητέ μου τοῦ ἁγιάζειν τὴν ἡμέραν τῶν σαββάτων, τοῦ μὴ αἴρειν βαστάγματα καὶ μὴ εἰσπορεύεσθαι ταῖς πύλαις Ἱερουσαλὴμ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῶν σαββάτων, καὶ ἀνάψω πῦρ ἐν ταῖς πύλαις αὐτῆς, καὶ καταφάγεται ἄμφοδα Ἱερουσαλὴμ καὶ οὐ σβεσθήσεται.
Εάν όμως δεν με υπακούσετε, ώστε να σέβεσθε και να αγιάζετε την ημέραν του Σαββάτου, να μη σηκώνετε βάρη, να μη εισέρχεσθε και εξέρχεσθε από τας πύλας της Ιερουσαλήμ κατά την ημέραν των Σαββάτων, εγώ θα ανάψω φωτιάν εις τας πύλας της πόλεως αυτής, η οποία θα καταφάγη τας οδούς της Ιερουσαλήμ και δεν θα σβήση.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα