ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ σὺ μὴ λάβῃς γυναῖκα, λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ,
Και συ, λέγει ο Θεός του Ισραήλ προς τον προφήτην, μη παρής γυναίκα ως σύζυγόν σου,
2 καὶ οὐ γεννηθήσεταί σοι υἱὸς οὐδὲ θυγάτηρ ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ.
δια να μη γεννηθή εις σε υιός, ούτε θυγάτηρ στον τόπον τούτον.
3 ὅτι τάδε λέγει Κύριος περὶ τῶν υἱῶν καὶ περὶ τῶν θυγατέρων τῶν γεννωμένων ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ καὶ περὶ τῶν μητέρων αὐτῶν τῶν τετοκυιῶν αὐτοὺς καὶ περὶ τῶν πατέρων αὐτῶν τῶν γεγεννηκότων αὐτοὺς ἐν τῇ γῇ ταύτῃ·
Διότι αυτά λέγει ο Κυριος δια τους υιούς και τας θυγατέρας, που θα γεννηθούν στον τόπον τούτον, δια τας μητέρας και τους πατέρας, οι οποίοι θα γεννήσουν τα παιδία αυτά εις την χώραν αυτήν·
4 ἐν θανάτῳ νοσερῷ ἀποθανοῦνται, οὐ κοπήσονται καὶ οὐ ταφήσονται· εἰς παράδειγμα ἐπὶ προσώπου τῆς γῆς ἔσονται καὶ τοῖς θηρίοις τῆς γῆς καὶ τοῖς πετεινοῖς τοῦ οὐρανοῦ· ἐν μαχαίρᾳ πεσοῦνται καὶ ἐν λιμῷ συντελεσθήσονται.
Με θανατηφόρον ασθένειαν θα αποθάνουν, δεν θα ευρεθούν άνθρωποι να θρηνήσουν με κοπετούς δι' αυτούς, ούτε και δια να τους θάψουν. Θα είναι άταφοι και εκτεθειμένοι ως παράδειγμα επάνω εις την γην, τροφή εις τα θηρία της περιοχής και εις τα πετεινά του ουρανού. Θα φονευθούν με εχθρικήν μάχαιραν, ενώ άλλοι θα εξολοθρευθούν δια του λιμού.
5 τάδε λέγει Κύριος· μὴ εἰσέλθῃς εἰς θίασον αὐτῶν καὶ μὴ πορευθῇς τοῦ κόψασθαι καὶ μὴ πενθήσῃς αὐτούς, ὅτι ἀφέστακα τὴν εἰρήνην μου ἀπὸ τοῦ λαοῦ τούτου.
Αυτά λέγει ο Κυριος στον προφήτην Ιερεμίαν· Μη εισέλθης εις τας συγκεντρώσεις των αμαρτωλών ανθρώπων. Μη πορευθής εις τας κηδείας των νεκρών, δια να θρηνήσης με κοπετούς και να πενθήσης δι' αυτούς, διότι εγώ έχω αποσύρει την ειρήνήν μου από τον λαόν τούτον.
6 οὐ μὴ κόψονται αὐτοὺς οὐδὲ ἐντομίδας οὐ μὴ ποιήσουσι καὶ οὐ ξυρηθήσονται,
Δεν θα ευρεθούν άνθρωποι να θρηνήσουν με κοπετούς και θρήνους αυτούς, ούτε να ξεσχίσουν τας σάρκας των από λύπην, ούτε και να ξυρισθούν οι πενθούντες.
7 καὶ οὐ μὴ κλασθῇ ἄρτος ἐν πένθει αὐτῶν εἰς παράκλησιν ἐπὶ τεθνηκότι, οὐ ποτιοῦσιν αὐτὸν ποτήριον εἰς παράκλησιν ἐπὶ πατρὶ καὶ μητρὶ αὐτοῦ.
Δεν θα κοπή και δεν θα διανεμηθή άρτος εις έκφρασιν του πένθους, όπως συνηθίζεται, εις παρηγορίαν των οικείων του νεκρού, ούτε θα πίουν ποτήριον οίνου εις παρηγορίαν του πατρός και της μητρός αυτών.
8 εἰς οἰκίαν πότου οὐκ εἰσελεύσῃ συγκαθίσαι μετ' αὐτῶν τοῦ φαγεῖν καὶ πιεῖν.
Εις οικίαν συμποσίου δεν θα εισέλθης να παρακαθήσης με τους συνδαιτυμόνας, να φάγης και να πίης με αυτούς.
9 διότι τάδε λέγει Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραήλ· ἰδοὺ ἐγὼ καταλύω ἐκ τοῦ τόπου τούτου ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν ὑμῶν καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις ὑμῶν φωνὴν χαρᾶς καὶ φωνὴν εὐφροσύνης, φωνὴν νυμφίου καὶ φωνὴν νύμφης.
Διότι αυτά λέγει ο Κυριος ο Θεός του Ισραήλ· Ιδού, εγώ καταπαύω και καταργώ από τον τόπον αυτόν, ενώπιον των οφθαλμών σας και επί των ημερών σας, φωνήν χαράς και φωνήν ευφροσύνης, φωνήν γαμβρού και φωνήν νύμφης.
10 καὶ ἔσται ὅταν ἀναγγείλῃς τῷ λαῷ τούτῳ ἅπαντα τὰ ρήματα ταῦτα καὶ εἴπωσι πρὸς σέ· διατί ἐλάλησε Κύριος ἐφ' ἡμᾶς πάντα τὰ κακὰ ταῦτα; τίς ἡ ἀδικία ἡμῶν; καὶ τίς ἡ ἁμαρτία ἡμῶν, ἣν ἡμάρτομεν ἔναντι Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν;
Οταν δε αναγγείλης στον λαόν αυτόν όλα τα λόγια αυτά και σε ερωτήσουν, διατί ο Κυριος είπε και απεφάσισε να επιφέρη εναντίον ημών όλας αυτάς τας συμφοράς; Ποία είναι η αδικία μας; Ποία η αμαρτία, την οποίαν διεπράξαμεν ενώπιον Κυρίου του Θεού μας;
11 καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· ἀνθ' ὧν ἐγκατέλιπόν με οἱ πατέρες ὑμῶν, λέγει Κύριος, καὶ ᾤχοντο ὀπίσω θεῶν ἀλλοτρίων, καὶ ἐδούλευσαν αὐτοῖς καὶ προσεκύνησαν αὐτοῖς καὶ ἐμὲ ἐγκατέλιπον καὶ τὸν νόμον μου οὐκ ἐφυλάξαντο·
Συ θα απαντήσης προς αυτούς· Επειδή οι πατέρες σας με εγκατέλειψαν, λέγει ο Κυριος, και έτρεξαν οπίσω από ξένους θεούς και υπετάγησαν και υπήκουσαν εις αυτούς και τους προσεκύνησαν, εμέ δέ με εγκατέλειψαν και τον Νομον μου δεν ετήρησαν,
12 καὶ ὑμεῖς ἐπονηρεύσασθε ὑπὲρ τοὺς πατέρας ὑμῶν καὶ ἰδοὺ ὑμεῖς πορεύεσθε ἕκαστος ὀπίσω τῶν ἀρεστῶν τῆς καρδίας ὑμῶν τῆς πονηρᾶς τοῦ μὴ ὑπακούειν μου.
αλλά και σεις εφανήκατε πονηρότεροι από τους πατέρας σας, διότι ιδού, καθένας από σας ακολουθείτε τας αμαρτωλάς επιθυμίας της διεφθαρμένης σας καρδίας, ώστε να μη υπακούετε εις εμέ·
13 καὶ ἀπορρίψω ὑμᾶς ἀπὸ τῆς γῆς ταύτης εἰς τὴν γῆν, ἣν οὐκ ᾔδειτε ὑμεῖς καὶ οἱ πατέρες ὑμῶν, καὶ δουλεύσετε ἐκεῖ θεοῖς ἑτέροις, οἳ οὐ δώσουσιν ὑμῖν ἔλεος.
δι' αυτό εγώ θα σας απορρίψω από την χώραν αυτήν και θα σας οδηγήσω εις άλλην χώραν, την οποίαν δεν εγνωρίζατε προηγουμένως, ούτε σεις ούτε οι πρόγονοί σας. Και θα δουλεύσετε εκεί εις ξένους θεούς, οι οποίοι δεν είναι εις θέσιν να σας λυπηθούν και να σας δώσουν έλεος.
14 Διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ οὐκ ἐροῦσιν ἔτι· ζῇ Κύριος ὁ ἀναγαγὼν τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ ἐκ γῆς Αἰγύπτου,
Δια τούτο ιδού, έρχονται ημέραι, λέγει ο Κυριος, και δεν θα λέγουν ορκιζόμενοι άνθρωποι “ζη Κυριος”, ο οποίος έβγαλε ελευθέρους τους Ισραηλίτας από την χώραν της Αιγύπτου·
15 ἀλλὰ ζῇ Κύριος, ὃς ἀνήγαγε τὸν οἶκον Ἰσραὴλ ἀπὸ γῆς βορρᾶ καὶ ἀπὸ πασῶν τῶν χωρῶν, οὗ ἐξώσθησαν ἐκεῖ· καί ἀποκαταστήσω αὐτοὺς εἰς τὴν γῆν αὐτῶν, ἣν ἔδωκα τοῖς πατράσιν αὐτῶν.
αλλά θα λέγουν “ζη Κυριος, ο οποίος εδγαλε τους Ισραηλίτας οπό την χώραν του βορρά και από όλας τας άλλας χώρας, εις τας οποίας είχαν εξορισθή. Και θα αποκαταστήσω τους εξορίστους Ισραηλίτας εις την χώραν των εκείνην, την οποίαν εγώ έδωκα κληρονομίαν στους προγόνους των.
16 ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τοὺς ἁλιεῖς τοὺς πολλούς, λέγει Κύριος, καὶ ἁλιεύσουσιν αὐτούς· καὶ μετὰ ταῦτα ἀποστελῶ τοὺς πολλοὺς θηρευτάς, καὶ θηρεύσουσιν αὐτοὺς ἐπάνω παντὸς ὄρους καὶ ἐπάνω παντὸς βουνοῦ καὶ ἐκ τῶν τρυμαλιῶν τῶν πετρῶν.
Ιδού, εγώ αποστέλλω, λέγει ο Κυριος, πολλούς αλιείς, εναντίον των, οι οποίοι και θα τους αλιεύσουν. Μετά ταύτα θα αποστείλω πολλούς κυνηγούς, οι οποίοι και θα τους κυνηγήσουν επάνω εις κάθε όρος και εις κάθε βουνόν και εις αυτάς ακόμη τας σχισμάς των βράχων, όπου θα έχουν κρυφθή.
17 ὅτι οἱ ὀφθαλμοί μου ἐπὶ πάσας τὰς ὁδοὺς αὐτῶν, καὶ οὐκ ἐκρύβη τὰ ἀδικήματα αὐτῶν ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν μου.
Τους εξώρισα, διότι οι οφθαλμοί μου είδον όλους τους αμαρτωλούς δρόμους της ζωής των και δεν απεκρύβησαν, αλλά είναι φανεραί αι αδικίαι των ενώπιον των οφθαλμών μου.
18 καὶ ἀνταποδώσω διπλᾶς τὰς κακίας αὐτῶν καὶ τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν, ἐφ' αἷς ἐβεβήλωσαν τὴν γῆν μου ἐν τοῖς θνησιμαίοις τῶν βδελυγμάτων αὐτῶν καὶ ἐν ταῖς ἀνομίαις αὐτῶν, ἐν αἷς ἐπλημμέλησαν τὴν κληρονομίαν μου.
Θα ανταποδώσω διπλασίας τιμωρίας δια τας κακίας των και τας αμαρτίας των, με τας οποίας εβεβήλωσαν την χώραν μου με τα θνησιμαία των βδελυρών ειδώλων των και με τας παρανομίας των, τας οποίας έπταισαν εις την χώραν μου.
19 Κύριε, σὺ ἰσχύς μου καὶ βοήθειά μου καὶ καταφυγή μου ἐν ἡμέρᾳ κακῶν· πρὸς σὲ ἔθνη ἥξουσιν ἀπ' ἐσχάτου τῆς γῆς καὶ ἐροῦσιν· ὡς ψευδῆ ἐκτήσαντο οἱ πατέρες ἡμῶν εἴδωλα, καὶ οὐκ ἔστιν ἐν αὐτοῖς ὠφέλημα.
Κυριε, λέγει ο προφήτης, συ είσαι η δύναμίς μου και η βοήθειά μου και το καταφύγιόν μου εις ημέρας θλίψεων και συμφορών. Προς σε θα έλθουν έθνη από τα άκρα της γης και θα πουν· Ποσον όντως ψευδή και ανύπαρκτα ήσαν τα είδωλα, τα οποία ηγόρασαν οι πατέρες μας! Καμμία απολύτως ωφέλεια δεν είναι δυνατόν να προέλθη από αυτά.
20 εἰ ποιήσει ἑαυτῷ ἄνθρωπος θεούς; καὶ οὗτοι οὐκ εἰσὶ θεοί.
Είναι δυνατόν να κατασκευάση ο άνθρωπος θεούς δια τον εαυτόν του; Και αν κατασκευάση, αυτοί δεν είναι θεοί.
21 διὰ τοῦτο ἰδοὺ ἐγὼ δηλώσω αὐτοῖς ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ τὴν χεῖρά μου καὶ γνωριῶ αὐτοῖς τὴν δύναμίν μου, καὶ γνώσονται ὅτι ὄνομά μοι Κύριος.
Δια τούτο, ιδού, εγώ, λέγει ο Θεός, θα καταστήσω φανεράν εις αυτούς κατά τον καιρόν τούτον την παντοδύναμον δεξιάν μου και θα κάμω γνωστήν εις αυτούς την δύναμίν μου. Και τότε θα μάθουν ότι το Ονομά μου είναι Κυριος.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα