ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΤΑΔΕ λέγει Κύριος· βάδισον καὶ κτῆσαι σεαυτῷ περίζωμα λινοῦν καὶ περίθου περὶ τὴν ὀσφύν σου, καὶ ἐν ὕδατι οὐ διελεύσεται.
Αυτά λέγει ο Κυριος προς τον προφήτην Ιερεμίαν· Πηγαινε και αγόρασε δια τον εαυτόν σου ζώνην λινήν, δέσε αυτήν γύρω από την μέσην σου. Η ζώνη αυτή δεν θα περάση από νερό, δεν θα βραχή.
2 καὶ ἐκτησάμην τὸ περίζωμα κατὰ τὸν λόγον Κυρίου καὶ περιέθηκα περὶ τὴν ὀσφύν μου.
Απέκτησα την ζώνην αυτήν σύμφωνα με την εντολήν του Κυρίου και έζωσα αυτήν γύρω από την μέσην μου.
3 καὶ ἐγενήθη λόγος Κυρίου πρός με λέγων·
Ο Κυριος ωμίλησε πάλιν προς εμέ και μου είπε.
4 λαβὲ τὸ περίζωμα τὸ περὶ τὴν ὀσφύν σου καὶ ἀνάστηθι καὶ βάδισον ἐπὶ τὸν Εὐφράτην καὶ κατάκρυψον αὐτὸ ἐκεῖ ἐν τῇ τρυμαλιᾷ τῆς πέτρας.
Παρε την ζώνην αυτήν, την οποίαν έχεις περί την μέσην σου, σήκω και πήγαινε στον Ευφράτην ποταμόν και κατάχωσε αυτήν εις κάποιο κοίλωμα της πέτρας.
5 καὶ ἐπορεύθην καὶ ἔκρυψα αὐτὸ ἐν τῷ Εὐφράτῃ, καθὼς ἐνετείλατό μοι Κύριος.
Επήγα και την έκρυψα στον Ευφράτην ποταμόν, όπως με είχε διατάξει ο Κυριος.
6 καὶ ἐγένετο μεθ' ἡμέρας πολλὰς καὶ εἶπε Κύριος πρός με· ἀνάστηθι, βάδισον ἐπὶ τὸν Εὐφράτην καὶ λαβὲ ἐκεῖθεν τὸ περίζωμα, ὃ ἐνετειλάμην σοι τοῦ κατακρύψαι ἐκεῖ.
Επειτα από πολλάς ημέρας ο Κυριος μου είπε· Σηκω· πήγαινε στον Ευφράτην ποταμόν και πάρε από εκεί την ζώνην, την οποίαν εγώ σου έδωσα εντολήν να καταχώσης εκεί.
7 καὶ ἐπορεύθην ἐπὶ τὸν Εὐφράτην ποταμὸν καὶ ὤρυξα καὶ ἔλαβον τὸ περίζωμα ἐκ τοῦ τόπου, οὗ κατώρυξα αὐτὸ ἐκεῖ, καὶ ἰδοὺ διεφθαρμένον ἦν, ὃ οὐ μὴ χρησθῇ εἰς οὐθέν.
Μετέβην στον Ευφράτην ποταμόν, έσκαψα και επήρα την ζώνη από τον τόπον, όπου προηγουμένως την είχα χώσει. Και ιδού, είδον ότι η ζώνη αυτή είχε φθαρή τόσον πολύ, ώστε να μη είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθή πλέον εις τίποτε.
8 καὶ ἐγενήθη λόγος Κυρίου πρός με λέγων· τάδε λέγει Κύριος·
Ωμίλησε πάλιν ο Κυριος προς εμέ και είπε· Αυτά λέγει ο Κυριος·
9 οὕτω φθερῶ τὴν ὕβριν Ἰούδα καὶ τὴν ὕβριν Ἱερουσαλήμ,
έτσι εγώ θα καταστρέψω το αλαζονικόν βασίλειον του Ιούδα και την υπερηφάνον Ιερουσαλήμ·
10 τὴν πολλὴν ταύτην ὕβριν, τοὺς μὴ βουλομένους ὑπακούειν τῶν λόγων μου καὶ πορευθέντας ὀπίσω θεῶν ἀλλοτρίων τοῦ δουλεύειν αὐτοῖς καὶ τοῦ προσκυνεῖν αὐτοῖς, καὶ ἔσονται ὥσπερ τὸ περίζωμα τοῦτο, ὃ οὐ χρησθήσεται εἰς οὐθέν.
τον πολύ αλαζονικόν και υπερήφανον αυτόν λαόν, εκείνους οι οποίοι δεν θέλουν να υπακούουν εις τα λόγιά μου, άλλα επορεύθησαν και ηκολούθησαν θεούς ξένους, ειδωλικούς, δια να υποταχθούν εις αυτούς και να τους προσκυνούν. Αυτοί, λοιπόν, οι άνθρωποι θα γίνουν, όπως η ζώνη αυτή, η οποία εις τίποτε πλέον δεν θα χρησιμοποιηθή.
11 ὅτι καθάπερ κολλᾶται τὸ περίζωμα περὶ τὴν ὀσφὺν τοῦ ἀνθρώπου, οὕτως ἐκόλλησα πρὸς ἐμαυτὸν τὸν οἶκον τοῦ Ἰσραὴλ καὶ πάντα οἶκον Ἰούδα τοῦ γενέσθαι μοι εἰς λαὸν ὀνομαστὸν καὶ εἰς καύχημα καὶ εἰς δόξαν, καὶ οὐκ εἰσήκουσάν μου.
Οπως συνδέεται στενώς και προσκολλάται η ζώνη γύρω από την μέσήν του ανθρώπου, έτσι προσεκόλλησα εγώ προς τον εαυτόν μου το βασίλειον του Ισραήλ και όλην την φυλήν του Ιούδα, ώστε αυτοί να γίνουν και να αναδειχθούν λαός μου ονομαστός, καύχημά μου και δόξα μου. Αυτοί όμως δεν υπήκουσαν εις τας εντολάς μου.
12 καὶ ἐρεῖς πρὸς τὸν λαὸν τοῦτον· πᾶς ἀσκὸς πληρωθήσεται οἴνου. καὶ ἔσται ἐὰν εἴπωσι πρός σε· μὴ γνόντες οὐ γνωσόμεθα ὅτι πᾶς ἀσκὸς πληρωθήσεται οἴνου;
Θα είπης προς τον λαόν αυτόν· κάθε ασκί θα γέμιση από οίνον. Εάν όμως εκείνοι σου είπουν· Μηπως, τάχα, και δεν γνωρίζομεν ημείς, ότι κάθε ασκί θα γεμίση με οίνον;
13 καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ πληρῶ τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν ταύτην καὶ τοὺς βασιλεῖς αὐτῶν τοὺς καθημένους υἱοὺς τοῦ Δαυὶδ ἐπὶ τοῦ θρόνου αὐτοῦ καὶ τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς προφήτας καὶ τὸν Ἰούδαν καὶ πάντας τοὺς κατοικοῦντας ἐν Ἱερουσαλὴμ μεθύσματι
Θα απαντήσης προς αυτούς· αυτά λέγει ο Κυριος· Ιδού, εγώ θα γεμίσω με μέθην τους κατοίκους της χώρας αυτής και τους βασιλείς αυτών, τους απογόνους του Δαβίδ, οι οποίοι κάθηνται επί του θρόνου του, τους ιερείς, τους προφήτας, όλους τους Ιουδαίους και μάλιστα τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ.
14 καὶ διασκορπιῶ αὐτοὺς ἄνδρα καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ τοὺς πατέρας αὐτῶν καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτῶν ἐν τῷ αὐτῷ. οὐκ ἐπιποθήσω, λέγει Κύριος, καὶ οὐ φείσομαι, καὶ οὐκ οἰκτειρήσω ἀπὸ διαφθορᾶς αὐτῶν.
Και θα διασκορπίσω όλους αυτούς, ένα προς ένα, άνδρας και τους αδελφούς αυτών και τους πατέρας αυτών και τα παιδιά των συγχρόνως. Δεν θα αισθανθώ κανένα πόθον δι' αυτούς, λέγει ο Κυριος. Δεν θα τους λυπηθώ, δεν θα τους σπλαγχνισθώ εις την συμφοράν των αυτήν.
15 Ἀκούσατε, καὶ ἐνωτίσασθε καὶ μὴ ἐπαίρεσθε, ὅτι Κύριος ἐλάλησε.
Ακούσατε, βάλτε αυτά εις τα αυτιά σας και μη υπερηφανεύεσθε, διότι ο Κυριος ωμίλησε.
16 δότε τῷ Κυρίῳ Θεῷ ὑμῶν δόξαν πρὸ τοῦ συσκοτάσαι καὶ πρὸ τοῦ προσκόψαι πόδας ὑμῶν ἐπ' ὄρη σκοτεινά, καὶ ἀναμενεῖτε εἰς φῶς, καὶ ἐκεῖ σκιὰ θανάτου, καὶ τεθήσονται εἰς σκότος.
Δοξάσατε Κυριον τον Θεόν σας, πριν το σκότος της συμφοράς και του θανάτου σας καταλάβη· πριν σκοντάψουν τα πόδια σας εις όρη σκοτεινά. Και ενώ θα περιμένετε φως, θα επέλθη εναντίον σας η σκια του θανάτου και θα βυθισθήτε στο σκότος.
17 ἐὰν δὲ μὴ ἀκούσητε, κεκρυμμένως κλαύσεται ἡ ψυχὴ ὑμῶν ἀπὸ προσώπου ὕβρεως, καὶ κατάξουσιν οἱ ὀφθαλμοὶ ὑμῶν δάκρυα, ὅτι συνετρίβη τὸ ποίμνιον Κυρίου.
Εάν δεν ακούσετε και δεν δεχθήτε τα λόγιά μου, θα κλαύσετε κρυφίως με σπαραγμόν καρδίας εξ αιτίας της υπερηφάνείας σας. Τα μάτια σας θα αναβλύσουν και θα τρέξουν δάκρυα, διότι το ποίμνιον του Κυρίου θα έχη συντριβή και καταστραφή.
18 εἴπατε τῷ βασιλεῖ καὶ τοῖς δυναστεύουσι· ταπεινώθητε καὶ καθίσατε, ὅτι καθῃρέθη ἀπὸ κεφαλῆς ὑμῶν στέφανος δόξης ὑμῶν.
Είπατε στον βασιλέα και τους άρχοντας· ταπεινωθήτε, καθήσατε κατά γης, διότι αφηρέθη από την κεφαλήν σας ο στέφανος της δόξης σας.
19 πόλεις αἱ πρὸς νότον συνεκλείσθησαν. καὶ οὐκ ἦν ὁ ἀνοίγων· ἀπῳκίσθη Ἰούδας, συνετέλεσεν ἀποικίαν τελείαν. ~
Πολεις, που ευρίσκονται εις τας νοτίους περιοχάς, θα κλεισθούν, επειδή δεν θα υπάρχη άνθρωπος να τους ανοίξη και κατοικήση εις αυτάς. Το βασίλειον του Ιούδα θα έχη οδηγηθή εξόριστον εις αιχμολωσίαν. Πλήρης θα είναι ο εποικισμός του εις την ξένην χώραν.
20 Ἀνάλαβε ὀφθαλμούς σου, Ἱερουσαλήμ, καὶ ἴδε τοὺς ἐρχομένους ἀπὸ βορρᾶ· ποῦ ἐστι τὸ ποίμνιον, ὃ ἐδόθη σοι, πρόβατα δόξης σου;
Σηκωσε τα μάτια σου. Ιερουσαλήμ, και ίδε τους εχθρούς σου, που έρχονται από τον βορράν. Που είναι το ποίμνιον, που είχε δοθή εις σέ; Που είναι τα πρόβατα, που αποτελούσαν την δόξαν σου;
21 τί ἐρεῖς ὅταν ἐπισκέπτωνταί σε; καὶ σὺ ἐδίδαξας αὐτοὺς ἐπὶ σὲ μαθήματα εἰς ἀρχήν· οὐκ ὠδῖνες καθέξουσί σε καθὼς γυναῖκα τίκτουσαν;
Τι θα είπης, όταν οι εχθροί σου αυτοί θα σε επισκεφθούν απειλητικοί; Συ τους εδίδαξες και τους εξεπαίδευσες, δια να είναι φίλοι σου. Τωρα όμως, που έρχονται εναντίον σου ως εχθροί, δεν θα σε καταλάβουν ωδίνες, όμοιαι προς τας ωδίνας που καταλαμβάνουν την επίτοκον γυναίκα;
22 καὶ ἐὰν εἴπῃς ἐν τῇ καρδίᾳ σου· διατί ἀπήντησέ μοι ταῦτα; διὰ τὸ πλῆθος τῆς ἀδικίας σου ἀνεκαλύφθη τὰ ὀπίσθιά σου παραδειγματισθῆναι τὰς πτέρνας σου.
Εάν όμώς διαλογισθής και πης εν τη καρδία σου· Διατί συνέβησαν εις εμε αυταί αι συμφοραί; Θα σου είπω· εξ αιτίας του πλήθους των αδικιών σου περιέπεσες εις εξευτελισμόν. Ανεσύρθη το πίσω μέρος του φορέματός σου, ώστε να φαίνωνται αι πτέρναι σου.
23 εἰ ἀλλάξεται Αἰθίοψ τὸ δέρμα αὐτοῦ καὶ πάρδαλις τὰ ποικίλματα αὐτῆς, καὶ ὑμεῖς δυνήσεσθε εὖ ποιῆσαι μεμαθηκότες τὰ κακά.
Οσον είναι δυνατόν, να αλλάξη ο Αιθίοψ το μαύρο δέρμα του και η πάρδαλις τα ποικίλματά της, άλλο τόσον και σεις θα ημπορέσετε να πράξετε το καλόν, διότι έχετε πλέον μάθει και συνηθίσει να πράττετε το κακόν.
24 καὶ διέσπειρα αὐτοὺς ὡς φρύγανα φερόμενα ἀπὸ ἀνέμου εἰς ἔρημον.
Θα τους διασκορπίσω, όπως διασκορπίζονται εις την έρημον τα φρύγανα, τα οποία παρασύρει ο άνεμος.
25 οὕτως ὁ κλῆρός σου καὶ μερὶς τοῦ ἀπειθεῖν ὑμᾶς ἐμοί, λέγει Κύριος, ὡς ἐπελάθου μου καὶ ἤλπισας ἐπὶ ψεύδεσι.
Τέτοιος θα είναι ο κλήρος σας, αυτό θα είναι το μερίδιόν σας, διότι σεις εδείξατε ανυπακοήν προς εμέ, λέγει ο Κυριος. Με ελησμονήσατε και έστηρίξατε τας ελπίδας σας στους ψευδείς θεούς, εις τα είδωλα.
26 κἀγὼ ἀποκαλύψω τὰ ὀπίσω σου ἐπὶ τὸ πρόσωπόν σου, καὶ ὀφθήσεται ἡ ἀτιμία σου.
Και εγώ προς εξευτελισμόν σου, θα σηκώσω το ένδυμά σου, με το οποίον θα καλύψω το πρόσωπόν σου και θα αφήσω να γίνουν φανερά τα οπίσω μέρη του σώματός σου, η καταισχύνη σου·
27 καὶ ἡ μοιχεία σου καὶ ὁ χρεμετισμός σου καὶ ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῆς πορνείας σου ἐπὶ τῶν βουνῶν, καὶ ἐν τοῖς ἀγροῖς ἑώρακα τὰ βδελύγματά σου· οὐαί σοι, Ἱερουσαλήμ, ὅτι οὐκ ἐκαθαρίσθης ὀπίσω μου· ἕως τίνος ἔτι;
η μοιχεία σου, ο οργασμός σου ωσάν θηλυμανούς ίππου, η επάνω εις τα βουνά πνευματική σου πορνεία με ξένους θεούς, η ειδωλολατρειά σου, όλα αυτά είναι γνωστά εις εμέ. Είδα και τα βδελυρά είδωλά σου που έχείς στους αγρούς των πεδιάδων. Αλλοίμονον εις σέ, Ιερουσαλήμ, διότι δεν εκαθαρίσθης από τους μολυσμούς της αμαρτίας σου, επειδή δεν με ηκολούθησες. Εως πότε ακόμη θα επιμένης εις την φαυλότητά σου;
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα