ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΕΜΦΑΝΗΣ ἐγενήθην τοῖς ἐμὲ μὴ ἐπερωτῶσιν, εὑρέθην τοῖς ἐμὲ μὴ ζητοῦσιν. εἶπα· ἰδού εἰμι τῷ ἔθνει, οἳ οὐκ ἐκάλεσάν μου τὸ ὄνομα.
Εγινα φανερός εις εκείνους, οι οποίοι δεν με ερωτούν. Παρουσιάσθην και ευρέθην από εκείνους, οι οποίοι δεν με αναζητούν. Είπα· Ιδού, εγώ είμαι ανά μέσον του έθνους εκείνου, το οποίον δεν έχει επικαλεσθή το Ονομά μου.
2 ἐξεπέτασα τὰς χεῖράς μου ὅλην τὴν ἡμέραν πρὸς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα, οἳ οὐκ ἐπορεύθησαν ὁδῷ ἀληθινῇ, ἀλλ᾿ ὀπίσω τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν.
Ηπλωσα τα χέρια μου όλην την ημέραν προς ένα λαόν ανυπάκουον και αντιλέγοντα στο θέλημά μου. Οι άνθρωποι αυτοί δεν επορεύθησαν την αληθινήν οδόν, την οδόν των εντολών μου, αλλ' επορεύθησαν οπίσω από τας αμαρτίας των.
3 ὁ λαὸς οὗτος ὁ παροξύνων με ἐναντίον ἐμοῦ διαπαντός, αὐτοὶ θυσιάζουσιν ἐν τοῖς κήποις καὶ θυμιῶσιν ἐπὶ ταῖς πλίνθοις τοῖς δαιμονίοις, ἃ οὐκ ἔστιν.
Ο λαός αυτός είναι εκείνος, που φέρεται προκλητικώς πάντοτε ενώπιόν μου και με πα-ροργίζει. Οι άνθρωποι αυτοί θυσιάζουν εις τα είδωλα και εις τα άλση των ειδώλων. Προσφέρουν θυμίαμα εις τα εκ πλίνθων κατεσκευασμένα δαιμονικά είδωλα, εις θεούς, οι οποίοι δεν υπάρχουν.
4 ἐν τοῖς μνήμασι καὶ ἐν τοῖς σπηλαίοις κοιμῶνται δι᾿ ἐνύπνια, οἱ ἔσθοντες κρέα ὕεια καὶ ζωμὸν θυσιῶν, μεμολυμμένα πάντα τὰ σκεύη αὐτῶν·
Αυτοί κοιμώνται εις τα μνήματα και εις τα σπήλαια, δια να ίδουν μαντικά όνειρα. Τρώγουν κρέατα χοίρων και πίνουν τον ζωμόν από ειδωλολατρικάς θυσίας. Ολα τα σκεύη των είναι μολυσμένα και ακάθαρτα.
5 οἱ λέγοντες· πόρρω ἀπ᾿ ἐμοῦ, μὴ ἐγγίσῃς μοι, ὅτι καθαρός εἰμι· οὗτος καπνὸς τοῦ θυμοῦ μου, πῦρ καίεται ἐν αὐτῷ πάσας τὰς ἡμέρας.
Αυτοί, υστέρα από τας ειδωλολατρικάς αυτάς τελετάς των, λέγουν ο ένας στον άλλον· Απομακρύνσου από εμέ, μη με εγγίσης, διότι εγώ είμαι καθαρός. Με τας βδελυρότητάς των όμώς αυτάς εξάπτουν σφοδρόν και καπνίζοντα τον θυμόν μου· ολέθριον δι' αυτούς πυρ καίεται όλας τας ημέρας.
6 ἰδοὺ γέγραπται ἐνώπιόν μου· οὐ σιωπήσω ἕως ἂν ἀποδώσω εἰς τὸν κόλπον αὐτῶν·
Ιδού, τα τρομερά αυτών αμαρτήματα είναι γραμμένα ενώπιόν μου. Δεν θα ησυχάσω, έως ότου ανταποδώσω εις αυτούς την πρέπουσαν τιμωρίαν.
7 τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν καὶ τῶν πατέρων αὐτῶν, λέγει Κύριος, οἳ ἐθυμίασαν ἐπὶ τῶν ὀρέων καὶ ἐπὶ τῶν βουνῶν ὠνείδισάν με, ἀποδώσω τὰ ἔργα αὐτῶν εἰς τὸν κόλπον αὐτῶν.
Θα τιμωρήσω τας ιδικάς των αμαρτίας, όπως επίσης και τας αμαρτίας των πατέρων των, λέγει ο Κυριος· εκείνων, οι οποίοι προσέφεραν θυμίαμα εις τα είδωλα επάνω εις τα υψηλά όρη, εις δε τα χαμηλά βουνά με ύβρισαν και με ενέπαιξαν με τας ειδωλολατρικάς των θυσίας. Θα ανταποδώσω εις αυτούς την δικαίον τιμωρίαν, σύμφωνα με τα έργα των αυτά.
8 Οὕτως λέγει Κύριος· ὃν τρόπον εὑρεθήσεται ὁ ρὼξ ἐν τῷ βότρυϊ καὶ ἐροῦσι· μὴ λυμήνῃ αὐτόν, ὅτι εὐλογία ἐστὶν ἐν αὐτῷ, οὕτως ποιήσω ἕνεκεν τοῦ δουλεύοντός μοι, τούτου ἕνεκεν οὐ μὴ ἀπολέσω πάντας.
Ετσι λέγει ο Κυριος· Οπως, όταν ευρέθή μία ρώγα υγιής και ώριμος εις σταφύλι μαραμμένον, θα πουν οι τρυγηταί· μη την καταστρέψης την ρώγα αυτή μαζή με το μαραμμένο σταφύλι, διότι υπάρχει ευλογία εις αυτήν, έτσι θα κάμω και εγώ δι' εκείνον, ο οποίος με υπακούει. Χαριν αύτού δεν θα καταστρέψω όλους τους Ιουδαίους.
9 καὶ ἐξάξω τὸ ἐξ Ἰακὼβ σπέρμα καὶ τὸ ἐξ Ἰούδα, καὶ κληρονομήσει τὸ ὄρος τὸ ἅγιόν μου, καὶ κληρονομήσουσιν οἱ ἐκλεκτοί μου καὶ οἱ δοῦλοί μου καὶ κατοικήσουσιν ἐκεῖ.
'Αλλα από τους απογόνους του Ιακώβ, από την φυλήν του Ιούδα, θα βγάλω και θα διατηρήσω απογόνους, οι οποίοι θα κληρονομήσουν το άγιόν μου όρος, την Σιών. Οι εκλεκτοί μου αυτοί δούλοι θα κληρονομήσουν το άγιον αυτό όρος και θα κατοικήσουν εκεί.
10 καὶ ἔσονται ἐν τῷ δρυμῷ ἐπαύλεις ποιμνίων καὶ φάραγξ Ἀχὼρ εἰς ἀνάπαυσιν βουκολίων τῷ λαῷ μου, οἳ ἐζήτησάν με.
Θα υπάρξουν στο δάσος καταυλισμοί ποιμνίων πολλών, η φάραγξ Αχώρ θα είναι δια την ανάπαυσιν εις τας αγέλας των βοϊδιών προς χάριν του λαού μου, προς χάριν εκείνων, οι οποίοι με ανεζήτησαν.
11 ὑμεῖς δὲ οἱ ἐγκαταλιπόντες με καὶ ἐπιλανθανόμενοι τὸ ὄρος τὸ ἅγιόν μου καὶ ἑτοιμάζοντες τῷ δαιμονίῳ τράπεζαν καὶ πληροῦντες τῇ τύχῃ κέρασμα,
Σας όμως, οι οποίοι με εγκατελείψατε και ελησμονήσατε το άγιόν μου όρος, την Σιών και τον ναόν μου, ετοιμάζετε δε και προσφέρετε τράπεζαν εις τα ειδωλολατρικά δαιμόνια, σας οι οποίοι προσφέρετε σπονδήν εις την θεάν τύχην,
12 ἐγὼ παραδώσω ὑμᾶς εἰς μάχαιραν, πάντες ἐν σφαγῇ πεσεῖσθε· ὅτι ἐλάλησα ὑμᾶς, καὶ οὐχ ὑπηκούσατε, ἐλάλησα καὶ παρηκούσατε καὶ ἐποιήσατε τὸ πονηρὸν ἐναντίον ἐμοῦ καὶ ἃ οὐκ ἐβουλόμην, ἐξελέξασθε. ~
εγώ θα σας παραδώσω εις την μάχαιραν των εχθρών. Ολοι θα πέσετε δια φοβεράς σφαγής, διότι εγώ σας εκάλεσα και δεν υπηκούσατε· σας ωμίλησα και εδείξατε ανυπακοήν και διεπράξατε το πονηρόν ενώπιόν μου. Εξελέζατε και επροτιμήσατε εκείνα, τα οποία εγώ δεν ήθελα.
13 Διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ οἱ δουλεύσαντές μοι φάγονται, ὑμεῖς δὲ πεινάσετε. ἰδοὺ οἱ δουλεύοντές μοι πίονται, ὑμεῖς δὲ διψήσετε· ἰδοὺ οἱ δουλεύοντές μοι εὐφρανθήσονται, ὑμεῖς δὲ αἰσχυνθήσεσθε·
Δια τούτο αυτά λέγει ο Κυριος· Ιδού εκείνοι, οι οποίοι υπακούουν εις εμέ και με υπηρετούν, θα φάγουν και θα χορτάσουν, σεις όμως θα πεινάσετε. Ιδού· εκείνοι, οι οποίοι με υπηρετούν, θα πίουν οίνον, σεις όμως θα διψήσετε. Ιδού· εκείνοι, οι οποίοι υπακούουν και με υπηρετούν, θα ευφρανθούν, σεις δε θα καταισχυνθήτε.
14 ἰδοὺ οἱ δουλεύοντές μοι ἀγαλλιάσονται ἐν εὐφροσύνῃ, ὑμεῖς δὲ κεκράξεσθε διὰ τὸν πόνον τῆς καρδίας ὑμῶν καὶ ἀπὸ συντριβῆς πνεύματος ὑμῶν ὀλολύξετε.
Ιδού· οι δούλοι μου θα γεμίσουν από α-γαλλίασιν και ευφροσύνην, σεις δε από τον πολύν πόνον της καρδίας σας θα κραυγάσετε με οδύνην. Και εξ αιτίας του συντετριμμένου πνεύματος σας θα κλαίετε με ολολυγμούς.
15 καταλείψετε γὰρ τὸ ὄνομα ὑμῶν εἰς πλησμονὴν τοῖς ἐκλεκτοῖς μου, ὑμᾶς δὲ ἀνελεῖ Κύριος· τοῖς δὲ δουλεύουσί μοι κληθήσεται ὄνομα καινόν,
Και αυτό ακόμα το όνομά σας που θα αφήσετε, θα προκαλή αηδίαν και αποστροφήν στους εκλεκτούς μου. Θα σας θανατώση ο Κυριος. Εις εκείνους όμως, που με υπηρετούν, θα δοθή νέον όνομα, το οποίον θα είναι εύλο-γημένον εις όλην την οικουμένην.
16 ὃ εὐλογηθήσεται ἐπὶ τῆς γῆς· εὐλογήσουσι γὰρ τὸν Θεὸν τὸν ἀληθινόν, καὶ οἱ ὀμνύοντες ἐπὶ τῆς γῆς ὁμοῦνται τὸν Θεὸν τὸν ἀληθινόν· ἐπιλήσονται γὰρ τὴν θλῖψιν αὐτῶν τὴν πρώτην, καὶ οὐκ ἀναβήσεται αὐτῶν ἐπὶ τὴν καρδίαν.
Οι εκλεκτοί μου δούλοι θα ευλογούν και θα δοξάζουν τον αληθινόν Θεόν, όσοι δε εκ των κατοίκων της γης ευρίσκονται εις την ανάγκην να ορκίζωνται, θα ορκισθούν στον αληθινόν Θεόν. Θα λησμονήσουν την προηγουμένην αυτών συμφοράν και θλίψιν και δεν θα επανέλθη πλέον εις την διάνοιαν και την καρδίαν αυτών ούτε η ανάμνησις αυτής της θλίψεως.
17 ἔσται γὰρ ὁ οὐρανὸς καινὸς καὶ ἡ γῆ καινή, καὶ οὐ μὴ μνησθῶσι τῶν προτέρων, οὐδ᾿ οὐ μὴ ἐπέλθῃ αὐτῶν ἐπὶ τὴν καρδίαν,
Τιποτε από τα θλιβερά της προγενεστέρας των ζωής δεν θα ενθυμούνται, διότι ο ουρανός θα γίνη νέος και η γη νέα και δεν θα ενθυμούνται πλέον τας προγενεστέρας θλίψεις των. Ούτε και θα έλθη εις την διάνοιαν και την καρδίαν των η ανάμνησις των.
18 ἀλλ᾿ εὐφροσύνην καὶ ἀγαλλίαμα εὑρήσουσιν ἐν αὐτῇ· ὅτι ἰδοὺ ἐγὼ ποιῶ ἀγαλλίαμα Ἱερουσαλὴμ καὶ τὸν λαόν μου εὐφροσύνην.
Αλλά εις την νέαν αυτήν κατάστασιν θα εύρουν ευφροσύνην και αγαλλίασιν, διότι Ιδού, εγώ δημιουργώ και φέρω αγαλλιασιν εις την Ιερουσαλήμ, ευφροσύνην εις ολόκληρον τον λαόν μου.
19 ἀγαλλιάσομαι ἐπὶ Ἱερουσαλὴμ καὶ εὐφρανθήσομαι ἐπὶ τῷ λαῷ μου καὶ οὐκέτι μὴ ἀκουσθῇ ἐν αὐτῇ φωνὴ κλαυθμοῦ οὐδὲ φωνὴ κραυγῆς.
Και εγώ ο ίδιος θα χαρώ δια την Ιερουσαλήμ και θα ευφρανθώ δια τον πιστόν λαόν μου. Δεν θα ακουσθή πλέον εις την Ιερουσαλήμ φωνή κλαυθμού, ούτε κραυγή οδύνης.
20 καὶ οὐ μὴ γένηται ἔτι ἐκεῖ ἄωρος καὶ πρεσβύτης, ὃς οὐκ ἐμπλήσει τὸν χρόνον αὐτοῦ· ἔσται γὰρ ὁ νέος ἑκατὸν ἐτῶν, ὁ δὲ ἀποθνήσκων ἁμαρτωλὸς ἑκατὸν ἐτῶν καὶ ἐπικατάρατος ἔσται.
Εις την νέαν αυτήν εποχήν δεν θα υπάρξη άνθρωπος μικράς ηλικίας και μεγαλύτερος, ο οποίος δεν θα συμπληρώση τον βιολογικόν χρόνον της ζωής του. Τοτε ο νέος θα είναι εκατόν ετών, εκείνος δε ο οποίος θα αποθνήσκη εις ηλικίαν εκατόν ετών, θα αποθνήσκη δηλαδή προώρως, θα είναι ο αμαρτωλός και ο επικατάρατος.
21 καὶ οἰκοδομήσουσιν οἰκίας καὶ αὐτοὶ ἐνοικήσουσι, καὶ καταφυτεύσουσι ἀμπελῶνας καὶ αὐτοὶ φάγονται τὰ γεννήματα αὐτῶν·
Και θα οικοδομήσουν τας οικίας των οι άνθρωποι και θα κατοικήσουν αυτοί εις αυτάς και θα φυτεύσουν πλουσίους αμπελώνας και αυτοί θα φάγουν τα γεννήματα των αμπελώνων και των αγρών των.
22 καὶ οὐ μὴ οἰκοδομήσουσι καὶ ἄλλοι ἐνοικήσουσι, καὶ οὐ μὴ φυτεύσουσι καὶ ἄλλοι φάγονται· κατὰ γὰρ τὰς ἡμέρας τοῦ ξύλου τῆς ζωῆς ἔσονται αἱ ἡμέραι τοῦ λαοῦ μου· τὰ γὰρ ἔργα τῶν πόνων αὐτῶν παλαιώσουσιν.
Δεν θα ανοικοδομήσουν αυτοί οικίας, δια να κατοικήσουν εις αυτάς άλλοι, και δεν θα φυτεύσουν αμπελώνας, δια να φάγουν άλλοι τον καρπόν. Αι ημέραι της ζωής του νέου λαού μου θα είναι μακραί και πολυχρόνιοι, όπως πολυχρόνιον είναι το δένδρον της ζωής, που υπήρχεν στον παράδεισον. Θα απολαμβάνουν καθ' όλον αυτό το μακρόν διάστημα τους καρπούς των κόπων των, διότι μακρά και πολυχρόνια θα είναι και τα έργα των.
23 οἱ δὲ ἐκλεκτοί μου οὐ κοπιάσουσιν εἰς κενὸν οὐδὲ τεκνοποιήσουσιν εἰς κατάραν, ὅτι σπέρμα εὐλογημένον ὑπὸ Θεοῦ ἐστι, καὶ τὰ ἔκγονα αὐτῶν μετ᾿ αὐτῶν ἔσονται.
Οι εκλεκτοί μου δεν θα κοπιάσουν εις μάτην, ούτε θα τεκνοποιήσουν προς κατάραν, διότι οι απόγονοι των θα είναι ευλογημένοι από τον Θεόν και τα τέκνα των ευλογημένα μαζή με αυτούς.
24 καὶ ἔσται πρὶν ἢ κεκράξαι αὐτούς, ἐγὼ ὑπακούσομαι αὐτῶν, ἔτι λαλούντων αὐτῶν ἐρῶ· τί ἐστι;
Και τούτο το καλόν θα συμβή εις αυτούς πριν ακόμη κράξουν δια της προσευχής των προς εμέ, εγώ θα ακούω αυτούς, και ενώ ακόμη θα ομιλούν προς εμέ και θα μου εκθέτουν τα αιτήματά των, εγώ θα τους διακόπτω και θα τους ερωτώ· Τι συμβαίνει;
25 τότε λύκοι καὶ ἄρνες βοσκηθήσονται ἅμα, καὶ λέων ὡς βοῦς φάγεται ἄχυρα, ὄφις δὲ γῆν ὡς ἄρτον· οὐκ ἀδικήσουσιν οὐδὲ μὴ λυμανοῦνται ἐπὶ τῷ ὄρει τῷ ἁγίῳ μου, λέγει Κύριος.
Τοτε, κατά την ευλογημένην αυτήν εποχήν της χάριτος, λύκοι και αρνιά θα βόσκουν μαζή. Ο λέων θα τρώγη άχυρον ωσάν το βόϊδι, το δε φίδι θα τρώγη την γην ωσάν το ψωμί. Τα άγρια θηρία, οι τέως κακοί άνθρωποι, δεν θα προξενήσουν πλέον καμμίαν βλάβην στο άγιον ορός της Σιών, δεν θα κάμουν κανένα κακόν, λέγει ο Κυριος.
12345678910111213141516171819202122232425262728293031323334353637383940414243444546474849505152535455565758596061626364
65
66Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα