ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΕΑΝ ἀνοίξῃς τὸν οὐρανόν, τρόμος λήψεται ἀπὸ σοῦ ὄρη, καὶ τακήσονται,
Εάν, Κυριε, ανοίξης τον ουρανόν, τρόμος θα καταλάβη τα όρη, θα λυώσουν,
2 ὡς κηρὸς ἀπὸ προσώπου πυρὸς τήκεται, καὶ κατακαύσει πῦρ τοὺς ὑπεναντίους, καὶ φανερὸν ἔσται τὸ ὄνομα Κυρίου ἐν τοῖς ὑπεναντίοις· ἀπὸ προσώπου σου ἔθνη ταραχθήσονται.
όπως λυώνει ο κηρός εμπρός εις την φωτιάν. Πυρ θα κατακαύση τους εχθρούς και θα γίνη έτσι φανερόν το Ονομα του Κυρίου στους εχθρούς. Προ της παντοδυνάμου εμφανίσεώς σου θα συγκλονισθούν τα έθνη.
3 ὅταν ποιῇς τὰ ἔνδοξα, τρόμος λήψεται ἀπὸ σοῦ ὄρη.
Οταν ενεργής τα ένδοξα θαυμαστά έργα σου, τρόμος θα καταλάβη και αυτά ακόμη τα όρη.
4 ἀπὸ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσαμεν, οὐδὲ οἱ ὀφθαλμοὶ ἡμῶν εἶδον Θεὸν πλὴν σοῦ καὶ τὰ ἔργα σου, ἃ ποιήσεις τοῖς ὑπομένουσιν ἔλεον.
Από τα αρχαιότατα χρόνια, από τότε που υπήρξαν άνθρωποι επί της γης, δεν ηκούσαμεν και τα μάτια μας δεν είδον άλλον Θεόν εκτός από σε και εκτός από τα έργα της αγάπης σου, τα οποία έπραξες και πράττεις εις εκείνους, οι οποίοι με υπομονήν και ελπίδα περιμένουν το έλεός σου.
5 συναντήσεται γὰρ τοῖς ποιοῦσι τὸ δίκαιον, καὶ τῶν ὁδῶν σου μνησθήσονται. ἰδοὺ σὺ ὠργίσθης, καὶ ἡμεῖς ἡμάρτομεν· διὰ τοῦτο ἐπλανήθημεν.
Διότι το έλεός σου και η προστασία σου θα έλθη και θα συνάντηση εκείνους, οι οποίοι αγαπούν και τηρούν δικαιοσύνην· εκείνους, οι οποίοι ενθυμούνται πάντοτε τον δρόμον των εντολών σου. Ιδού όμως ότι συ ωργίσθης εναντίον μας, διότι ημείς ημαρτήσαμεν, παρέβημεν το θέλημά σου. Εξ αιτίας των αμαρτιών μας παρεπλανήθημεν ακόμη περισσότερον.
6 καὶ ἐγενήθημεν ὡς ἀκάθαρτοι πάντες ἡμεῖς, ὡς ράκος ἀποκαθημένης πᾶσα ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν· καὶ ἐξερρύημεν ὡς φύλλα διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν, οὕτως ἄνεμος οἴσει ἡμᾶς.
Εγιναμεν όλοι ημείς ακάθαρτοι ενώπιόν σου. Ωσάν ρυπαρόν κουρέλι αποκαθημένης γυναικός έτσι ακάθαρτος είναι ενώπιόν σου όλη η αρετή μας. Επέσαμεν και διεσκορπίσθημεν εξ αιτίας των αμαρτιών μας ώσαν φύλλα. Ετσι ο άνεμος μας εσηκωσε και μας διεσκόρπισε.
7 καὶ οὐκ ἔστιν ὁ ἐπικαλούμενος τὸ ὄνομά σου καὶ ὁ μνησθεὶς ἀντιλαβέσθαι σου· ὅτι ἀπέστρεψας τὸ πρόσωπόν σου ἀφ᾿ ἡμῶν καὶ παρέδωκας ἡμᾶς διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν.
Και δεν υπάρχει ιμεταξύ μας κανείς, ο οποίος να επικαλήται το Ονομά σου. Η κανένας άνθρωπος, ο οποίος να σε ενθυμήται και να καταφεύγη ζητών την προστασίαν σου. Δια τούτο εγύρισες από ημάς αλλού το πρόσωπόν σου και αφήκες να παραδοθώμεν στους εχθρούς μας εξ αιτίας των αμαρτιών μας.
8 καὶ νῦν, Κύριε, πατὴρ ἡμῶν σύ, ἡμεῖς δὲ πηλός, ἔργα τῶν χειρῶν σου πάντες.
Και τώρα, Κυριε, συ είσαι ο πατήρ μας, ημείς δε πηλός· όλοι είμεθα έργα των χειρών σου.
9 μὴ ὀργίζου ὑμῖν σφόδρα καὶ μὴ ἐν καιρῷ μνησθῇς ἁμαρτιῶν ἡμῶν. καὶ νῦν ἐπίβλεψον, ὅτι λαός σου πάντες ἡμεῖς.
Μη οργίζεσαι, λοιπόν, παρά πολύ εναντίον μας, και μη ενθυμηθής κατά τον καιρόν των θλίψεών μας τας αμαρτίας μας. Και τώρα ρίξε, Κυριε, ένα στοργικόν βλέμμα εις ημάς, διότι όλοι μας είμεθα λαός ίδικός σου.
10 πόλις τοῦ ἁγίου σου ἐγενήθη ἔρημος, Σιὼν ὡς ἔρημος ἐγενήθη, Ἱερουσαλὴμ εἰς κατάραν.
Ιδού, η πόλις του αγίου ναού σου, η Ιερουσαλήμ, έγινεν έρημος. Η Σιών έγινε σαν ακατοίκητος, ερημωμένη περιοχή. Η Ιερουσαλήμ έγινε κατηραμένη.
11 ὁ οἶκος, τὸ ἅγιον ἡμῶν, καὶ ἡ δόξα, ἣν εὐλόγησαν οἱ πατέρες ἡμῶν, ἐγενήθη πυρίκαυστος, καὶ πάντα ἔνδοξα ἡμῶν συνέπεσε.
Ο ναός, το άγιον ημών και η δόξα της παρουσίας σου, την οποίαν οι πατέρες ημών εδοξολόγησαν, εγινε παρανάλωμα του πυρός και όλα εκείνα, που άλλοτε ήσαν δι' ημάς δόξα και καύχημα, συνετρίβησαν.
12 καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις ἀνέσχου, Κύριε, καὶ ἐσιώπησας καὶ ἐταπείνωσας ἡμᾶς σφόδρα.
Και παρ' όλας αυτας τας καταστροφάς, τας οποίας ο λαός σου και ο οίκός σου υπέστησαν, συ, Κυριε, εξακολουθείς να σιωπάς, να ανέχεσαι αυτήν την κατάστασιν και να μας κρατής εις τόσην μεγάλην ταπείνωσιν.
123456789101112131415161718192021222324252627282930313233343536373839404142434445464748495051525354555657585960616263
64
6566Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα