ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΜΗ οὐκ ἰσχύει ἡ χεὶρ Κυρίου τοῦ σῶσαί; ἢ ἐβάρυνε τὸ οὖς αὐτοῦ τοῦ μὴ εἰσακοῦσαι;
Μηπως δεν έχει πλέον την δύναμιν η παντοδύναμος δεξιά του Κυρίου, δια να σώζη; Μηπως εβάρυνεν η ακοή του, ώστε να μη ακούη πλέον;
2 ἀλλὰ τὰ ἁμαρτήματα ὑμῶν διϊστῶσιν ἀναμέσον ὑμῶν καὶ ἀναμέσον τοῦ Θεοῦ, καὶ διὰ τὰς ἁμαρτίας ὑμῶν ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἀφ᾿ ὑμῶν τοῦ μὴ ἐλεῆσαι.
Αλλά τα αμαρτήματά σας δημιουργούν χωρισμόν και εμπόδιον ανάμεσα εις σας και στον Θεόν, και δια τας αμαρτίας σας απέστρεψεν ο Κυριος το πρόσωπον του από σας, δια να μη σας ελεηση.
3 αἱ γὰρ χεῖρες ὑμῶν μεμολυσμέναι αἵματι καὶ οἱ δάκτυλοι ὑμῶν ἐν ἁμαρτίαις, τὰ δὲ χείλη ὑμῶν ἐλάλησεν ἀνομίαν, καὶ ἡ γλῶσσα ὑμῶν ἀδικίαν μελετᾷ.
Διότι τα χέρια σας είναι μολυσμένα από αίμα, τα δάκτυλά σας βυθισμένα εις τας αμαρτίας, τα χείλη σας ελάλησαν και λαλούν παρανομίας και η γλώσσα σας μελετά και λέγει αδικίας.
4 οὐθεὶς λαλεῖ δίκαια, οὐδέ ἐστι κρίσις ἀληθινή· πεποίθασιν ἐπὶ ματαίοις καὶ λαλοῦσι κενά, ὅτι κύουσι πόνον καὶ τίκτουσιν ἀνομίαν.
Κανείς από αυτούς δεν ομιλεί δίκαια πράγματα· ούτε υπάρχει εις αυτούς ορθή κρίσις και απονομή δικαιοσύνης. Εχουν στηρίξει την πεποίθησίν των εις τα μάταια είδωλα. Ομιλούν κενά και επιβλαβή, κυοφορούν το κακόν και γεννούν κατόπιν την παρανομίαν.
5 ὠὰ ἀσπίδων ἔρρηξαν καὶ ἱστὸν ἀράχνης ὑφαίνουσι· καὶ ὁ μέλλων τῶν ὠῶν αὐτῶν φαγεῖν συντρίψας οὔριον εὗρε, καὶ ἐν αὐτῷ βασιλίσκος.
Αυτοί επώασαν και έσπασαν αυγά ασπίδων, αι οποίαι θα τους θανατώσουν με τα δηλητηριώδη δόγματά των. Υφαίνουν εύθραυστον ιστόν αράχνης. Εκείνος, που θα θελήση να συντρίψη και να φάγη ένα από τα αυγά αυτά, θα εύρη βρωμερόν και θανατηφόρον περιεχόμενον. Θα εύρη εντός αυτού βασιλίσκον, δηλητηριώδες φίδι.
6 ὁ ἱστὸς αὐτῶν οὐκ ἔσται εἰς ἱμάτιον, οὐδὲ μὴ περιβάλωνται ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτῶν· τὰ γὰρ ἔργα αὐτῶν ἔργα ἀνομίας.
Οπως της αράχνης ιστός δεν υφαίνεται ποτέ εις αργαλειόν δια να γίνη ένδυμα, έτσι δεν πρόκειται αυτοί να ενδυθούν και στολισθούν από τα καλά των έργα. Διότι τα έργα των είναι έργα παραβάσεως νόμου Θεού.
7 οἱ δὲ πόδες αὐτῶν ἐπὶ πονηρίαν τρέχουσι, ταχινοὶ ἐκχέαι αἷμα· καὶ οἱ διαλογισμοὶ αὐτῶν διαλογισμοὶ ἀφρόνων, σύντριμμα καὶ ταλαιπωρία ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν.
Τα πόδια των τρέχουν προς το κακον· είναι ταχείς στο να χύνουν αίμα αθώον. Αι σκέψεις και αποφάσεις των είναι σκέψεις ασυνέτων πονηρών ανθρώπων. Εις τους δρόμους της ζωής των σωρεύουν συντρίμματα και ταλαιπωρίας.
8 καὶ ὁδὸν εἰρήνης οὐκ οἴδασι, καὶ οὐκ ἔστι κρίσις ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν· αἱ γὰρ τρίβοι αὐτῶν διεστραμμέναι, ἃς διοδεύουσι, καὶ οὐκ οἴδασιν εἰρήνην.
Ζωήν ειρήνης δεν γνωρίζουν, δεν υπάρχει δικαία κρίσις εις τας πορείας της ζωής των. Οι δρόμοι, δια των οποίων διέρχονται, είναι διεστραμμένοι. Ουδέποτε εγνώρισαν την αληθινήν ειρήνην.
9 διὰ τοῦτο ἀπέστη ἡ κρίσις ἀπ᾿ αὐτῶν, καὶ οὐ μὴ καταλάβῃ αὐτοὺς δικαιοσύνη· ὑπομεινάντων αὐτῶν φῶς ἐγένετο αὐτοῖς σκότος, μείναντες αὐγὴν ἐν ἀωρίᾳ περιεπάτησαν.
Δια τούτο έχει απομακρυνθή από αυτούς η δικαιοσύνη. Δεν θα κυριαρχήση εις την ζωήν των η δικαιοσύνη και τα αγαθά, που αυτή φέρει. Ενῷ επερίμεναν, όπως ήλπιζαν, το φως της ζωής, τους κατέλαβε το σκοτάδι της δυστυχίας. Επερίμεναν την ανατολήν της αυγής και περιπλανήθησαν στο σκοτάδι της νυκτός.
10 ψηλαφήσουσιν ὡς τυφλοὶ τοῖχον καὶ ὡς οὐχ ὑπαρχόντων ὀφθαλμῶν ψηλαφήσουσι· καὶ πεσοῦνται ἐν μεσημβρίᾳ ὡς ἐν μεσονυκτίῳ, ὡς ἀποθνήσκοντες στενάξουσιν,
Τυφλοί πνευματικώς θα ψηλαφούν ως οι τυφλοί τον τοίχον. Ωσάν άνθρωποι, στους οποίους δεν υπάρχουν οφθαλμοί, θα ψηλαφούν τα πάντα με τα χέρια των· και ενώ θα είναι πλήρης μεσημβρία, αυτοί, πνευματικώς τυφλοί καθώς είναι, θα σκοντάπτουν και θα πίπτουν, ως εάν ευρίσκωνται εις μεσονύκτιον. Θα στενάζουν ως άνθρωποι πνέοντες τα λοίσθια.
11 ὡς ἄρκος καὶ ὡς περιστερὰ ἅμα πορεύσονται· ἀνεμείναμεν κρίσιν, καὶ οὐκ ἔστι· σωτηρία μακρὰν ἀφέστηκεν ἀφ᾿ ἡμῶν.
Οπως στενάζει η άρκτος και η περιστερά, που τους έχουν πάρει τα μικρά των, έτσι και αυτοί θα διέρχωνται την ζωήν των. Θα λέγουν δέ· “Επεριμέναμεν απόδοσιν δικαιοσύνης, αλλά αυτή δεν υπάρχει. Η σωτηρία έχει απομακρυνθή πλέον από ημάς!
12 πολλὴ γὰρ ἡ ἀνομία ἐναντίον σου, καὶ αἱ ἁμαρτίαι ἡμῶν ἀντέστησαν ἡμῖν· αἱ γὰρ ἀνομίαι ἡμῶν ἐν ἡμῖν, καὶ τὰ ἀδικήματα ἡμῶν ἔγνωμεν.
Και τούτο, διότι πολλή και μεγάλη είναι η παρανομία ημών ενώπιόν σου, Κυριε. Αι αμαρτίαι μας ώσαν ένα ανυπέρβλητον πρόσκομμα ίστανται απέναντι μας. Πράγματι αι ανομίαι μας είναι ενώπιον μας. Εγνωρίσαμεν και ομολογούμεν τα αδικήματα μας.
13 ἠσεβήσαμεν καὶ ἐψευσάμεθα καὶ ἀπέστημεν ἀπὸ ὄπισθεν τοῦ Θεοῦ ἡμῶν· ἐλαλήσαμεν ἄδικα καὶ ἠπειθήσαμεν, ἐκύομεν καὶ ἐμελετήσαμεν ἀπὸ καρδίας ἡμῶν λόγους ἀδίκους·
Ησεβησαμεν, εφανήκαμεν ψεύσται εις τας προς τον Θεόν υποσχέσεις μας· ως εκ του αμαρτωλού βίου μας απεμακρύνθημεν από τον Θεόν. Ελαλήσαμεν αδικίας, εδείξαμεν ανυπακοήν στο θείον θέλημα. Εκυοφορήσαμεν και εμελετήσαμεν εις τα βάθη των καρδιών μας αδικίας.
14 καὶ ἀπεστήσαμεν ὀπίσω τὴν κρίσιν, καὶ ἡ δικαιοσύνη μακρὰν ἀφέστηκεν, ὅτι κατηναλώθη ἐν ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν ἡ ἀλήθεια, καὶ δι᾿ εὐθείας οὐκ ἐδύναντο διελθεῖν.
Απωθήσαμεν και ερρίψαμεν όπισθεν ημών την δικαίαν κρίσιν. Και έτσι η δικαιοσύνη του Θεού έχει απομακρυνθή από ημάς”. Εβεβηλώθη πράγματι και εσπαταλήθη η αλήθεια του Θεού εις τας πορείας της ζωής των. Δια τούτο και δεν υμπρούσαν να διέλθουν δια της ευθείας οδού.
15 καὶ ἡ ἀλήθεια ᾖρται, καὶ μετέστησαν τὴν διάνοιαν τοῦ συνιέναι· καὶ εἶδε Κύριος, καὶ οὐκ ἤρεσεν αὐτῷ, ὅτι οὐκ ἦν κρίσις.
Η αλήθεια έχει αφαιρεθή εκ μέσου αυτών. Μετέστρεψαν την διάνοιάν των, ώστε να μη ημπορή αυτή να εννοήση την αλήθειαν. Και ο Κυριος είδε την θλιβεράν αυτήν κατάπτωσιν. Δεν του ήρεσε, διότι δεν υπήρχε εις αυτούς δικαιοσύνη.
16 καὶ εἶδε καὶ οὐκ ἦν ἀνήρ, καὶ κατενόησε καὶ οὐκ ἦν ὁ ἀντιληψόμενος, καὶ ἠμύνατο αὐτοὺς τῷ βραχίονι αὐτοῦ καὶ τῇ ἐλεημοσύνῃ ἐστηρίσατο.
Είδεν ο Κυριος, ότι δεν υπήρχεν άνθρωπος, δια να τους σώση. Ενόησεν ότι δεν υπήρχε κανείς, να προστατεύση τον λαόν του. Δια τούτο αυτός ούτος ο Κυριος τους υπερήσπισε με την παντοδύναμον δεξιάν του και τους εστήριξε με τυ έλεός του.
17 καὶ ἐνεδύσατο δικαιοσύνην ὡς θώρακα καὶ περιέθετο περικεφαλαίαν σωτηρίου ἐπὶ τῆς κεφαλῆς καὶ περιεβάλετο ἱμάτιον ἐκδικήσεως καὶ τὸ περιβόλαιον
Ο Θεός, ως ακατανίκητος μαχητής, εφόρεσεν αντί θώρακος την δικαιοσύνην, αντί περικεφαλαίας εις την κεφαλήν του έθεσε την σωτηρίαν του λαού του. Περιεβλήθη στρατιωτικόν χιτώνα εκδικήσεως, εφόρεσε τον στρατιωτικόν του επενδύτην,
18 ὡς ἀνταποδώσων ἀνταπόδοσιν ὄνειδος τοῖς ὑπεναντίοις.
Δια να ανταποδώση ως δικαίαν τιμωρίαν στους εχθρούς το όνειδος και την καταισχύνην.
19 καὶ φοβηθήσονται οἱ ἀπὸ δυσμῶν τὸ ὄνομα Κυρίου καὶ οἱ ἀπ᾿ ἀνατολῶν ἡλίου τὸ ὄνομα τὸ ἔνδοξον· ἥξει γὰρ ὡς ποταμὸς βίαιος ἡ ὀργὴ παρὰ Κυρίου, ἥξει μετὰ θυμοῦ.
Ετσι δε θα φοβηθούν το όνομα του Κυρίου οι εχθροί του, που ευρίσκονται προς δυσμάς, όπως επίσης και εκείνοι που ευρίσκονται προς ανατολάς, θα φοβηθούν τυ ένδοξον Ονομα του. Διύτι η οργή του Κυρίου θα επέλθη εναντίον των ως ορμητικός μεγάλος ποταμός· θα έλθη ο Κυριος με θυμόν εναντίον των.
20 καὶ ἥξει ἕνεκεν Σιὼν ὁ ρυόμενος καὶ ἀποστρέψει ἀσεβείας ἀπὸ Ἰακώβ.
Αλλα θα έλθη ως λυτρωτής ο Θεός, χάριν της Σιών, και θα εξαλείψη τας αμαρτίας των απογόνων του Ιακώβ.
21 καὶ αὕτη αὐτοῖς ἡ παρ᾿ ἐμοῦ διαθήκη, εἶπε Κύριος· τὸ πνεῦμα τὸ ἐμόν, ὅ ἐστιν ἐπὶ σοί, καὶ τὰ ρήματα, ἃ ἔδωκα εἰς τὸ στόμα σου, οὐ μὴ ἐκλίπῃ ἐκ τοῦ στόματός σου καὶ ἐκ τοῦ στόματος τοῦ σπέρματός σου· εἶπε γὰρ Κύριος, ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ εἰς τὸν αἰῶνα.
Και αυτή θα είναι η νέα παρ' εμού διαθήκη προς αυτούς, είπεν ο Κυριος. Το ιδικόν μου πνεύμα, το οποίον θα είναι επάνω εις σέ, τον λυτρωμένον ισραηλιτικόν λαόν, και οι λόγοι, τους οποίους εγώ θα δώσω στο στόμα σου, δεν θα λείψουν ποτέ από τα χείλη σου και από το στόμα των απογόνων σου, από τώρα και στον αιώνα, διότι αυτό είπεν ο Κυριος.
12345678910111213141516171819202122232425262728293031323334353637383940414243444546474849505152535455565758
59
60616263646566Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα