ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΟΙ διψῶντες, πορεύεσθε ἐφ᾿ ὕδωρ, καὶ ὅσοι μὴ ἔχετε ἀργύριον, βαδίσαντες ἀγοράσατε, καὶ φάγετε καὶ πίεσθε ἄνευ ἀργυρίου καὶ τιμῆς οἶνον καὶ στέαρ.
Σεις των οποίων η ψυχή διψά, πηγαίνετε στο πνευματικόν ύδωρ, που τρέχει εις την νέαν Ιερουσαλήμ· και όσοι δεν έχετε χρήματα να αγοράσετε, πηγαίνετε με θάρρος. Εκεί θα προμηθευθήτε χωρίς χρήμα, χωρίς να καταβάλλετε αντίτιμον τι, κρέατα και οίνον. Θα φάγετε και θα πίετε δωρεάν.
2 ἱνατί τιμᾶσθε ἀργυρίου ἐν οὐκ ἄρτοις καὶ τὸν μόχθον ὑμῶν οὐκ εἰς πλησμονήν; ἀκούσατέ μου καὶ φάγεσθε ἀγαθά, καὶ ἐντρυφήσει ἐν ἀγαθοῖς ἡ ψυχὴ ὑμῶν.
Διατί εξοδεύετε τα χρήματά σας οχι δια άρτους και τρόφιμα, και το προϊόν του κόπου σας οχι προς χορτασμόν σας; Ακούσατέ μου και θα φάγετε τα αγαθά, θα εντρυφήση η ψυχή σας μέσα στον πλούτον των πραγματικών αγαθών.
3 προσέχετε τοῖς ὠσὶν ὑμῶν καὶ ἐπακουλουθήσατε ταῖς ὁδοῖς μου· εἰσακούσατέ μου, καὶ ζήσεται ἐν ἀγαθοῖς ἡ ψυχὴ ὑμῶν· καὶ διαθήσομαι ὑμῖν διαθήκην αἰώνιον, τὰ ὅσια Δαυὶδ τὰ πιστά.
Ανοίξατε τα αυτιά σας και δώσατε προσοχήν εις τα λόγια μου. Ακολουθήσατε τον δρόμον των εντολών μου. Ακούσατέ με και η ψυχή σας θα ζήση μέσα στον πλούτον των αγαθών. Θα κάμω δε μαζή σας νέαν δια-θήκην, αιωνίαν. Θα εκπληρώσω τας ιεράς, τας αμετακινήτους και αξιοπίστους υποσχέσεις μου προς τον Δαυΐδ.
4 ἰδοὺ μαρτύριον ἐν ἔθνεσιν ἔδωκα αὐτόν, ἄρχοντα καὶ προστάσσοντα ἔθνεσιν.
Ιδού, αυτόν, τον οποίον υπεσχέθην στον Δαυΐδ, τον έδωσα και τον ανέδειξα αξιόπιστον κήρυκα της αληθείας μεταξύ όλων των εθνών, παγκόσμιον άρχοντα και δίδοντα προσταγάς εις όλα τα έθνη.
5 ἰδοὺ ἔθνη, ἃ οὐκ οἴδασί σε, ἐπικαλέσονταί σε, καὶ λαοί, οἳ οὐκ ἐπίστανταί σε, ἐπὶ σὲ καταφεύξονται ἕνεκεν Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου, τοῦ ἁγίου Ἰσραήλ, ὅτι ἐδόξασέ σε. ~
Ιδού, έθνη, τα οποία προηγουμένως δεν σε εγνώριζαν, διότι τίποτε περί σου δεν είχαν ακούσει, θα σε επικαλούνται τώρα με πίστιν. Και λαοί, οι οποίοι δεν έμαθαν τίποτε και δεν εγνώριζον τίποτε δια σέ, θα καταφύγουν προς σε ως προς σωτήρα, ένεκεν Κυρίου του Θεού σου, του αγίου Θεού του Ισραήλ, διότι αυτός σε εδόξασε.
6 Ζητήσατε τὸν Κύριον καὶ ἐν τῷ εὑρίσκειν αὐτὸν ἐπικαλέσασθε· ἡνίκα δ᾿ ἂν ἐγγίζη ὑμῖν,
Αναζητήσατε τον Κυριον με προθυμίαν· και όταν τον εύρετε, επικαλεσθήτε με πίστιν την βοήθειάν του· όταν δε ο Κυριος σας πλησιάζη,
7 ἀπολιπέτω ὁ ἀσεβὴς τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ καὶ ἀνὴρ ἄνομος τὰς βουλὰς αὐτοῦ καὶ ἐπιστραφήτω ἐπὶ Κύριον, καὶ ἐλεηθήσεται, ὅτι ἐπὶ πολὺ ἀφήσει τὰς ἁμαρτίας ὑμῶν.
ο ασεβής ας εγκαταλείψη τας αμαρτωλάς αυτού οδούς και ο παράνομος άνθρωπος ας επιστρέψη εν μετανοία προς τον Κυριον. Και τότε ο Κυριος θα τον ελεήση, διότι εις μέ-γάλην έκτασιν θα συγχωρήση τας αμαρτίας εκείνου και όλων σας.
8 οὐ γάρ εἰσιν αἱ βουλαί μου ὥσπερ αἱ βουλαὶ ὑμῶν, οὐδ᾿ ὥσπερ αἱ ὁδοὶ ὑμῶν αἱ ὁδοί μου, λέγει Κύριος.
Διότι αι ιδικαί μου βουλαί και αποφάσεις, λέγει ο Κυριος, δεν είναι ώσάν τας ιδικάς σας βουλάς· ούτε οι ιδικοί μου τρόποι ενεργείας και αι οδοί, τας οποίας σας υποδεικνύω, είναι ωσάν τας ιδικάς σας οδούς.
9 ἀλλ᾿ ὡς ἀπέχει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τῆς γῆς, οὕτως ἀπέχει ἡ ὁδός μου ἀπὸ τῶν ὁδῶν ὑμῶν καὶ τὰ διανοήματα ὑμῶν ἀπὸ τῆς διανοίας μου.
Αλλά, όσον απέχει ο ουρανός από την γην, τόσον απέχει και η ιδική μου οδός από τας οδούς σας, και τα ιδικά σας διανοήματα από την ίδικήν μου διάνοιαν και βουλήν.
10 ὡς γὰρ ἂν καταβῇ ὁ ὑετὸς ἢ χιὼν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ οὐ μὴ ἀποστραφῇ, ἕως ἂν μεθύσῃ τὴν γῆν, καὶ ἐκτέκῃ καὶ ἐκβλαστήσῃ καὶ δῷ σπέρμα τῷ σπείραντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν,
Διότι, όπως όταν κατεβή από τον ουρανόν η βροχή η η χιών, δεν θα επιστρέψη πάλιν, έως ότου ποτίση πλουσίως την γην, φυτρώση ο σπαρείς σπόρος, βλάστηση και καρποφορήση χάριν του γεωργού, που τον έσπειρε, και δώσει εις αυτόν άρτον προς τροφήν,
11 οὕτως ἔσται τὸ ρῆμά μου, ὃ ἐὰν ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ στόματός μου, οὐ μὴ ἀποστραφῇ, ἕως ἂν τελεσθῇ ὅσα ἂν ἠθέλησα καὶ εὐοδώσω τὰς ὁδούς μου καὶ τὰ ἐντάλματά μου.
ετσι θα γίνη και με κάθε λόγον μου, ο οποίος θα βγη από το στόμα μου. Δεν θα πέση στο κενόν, δεν θα επιστρέψη απραγματοποίητος, μέχρις ότου εκτελεσθούν όλα όσα εγώ ηθέλησα και θέλω. Θα κατευοδώσω εγώ όλους τους τρόπους ενεργείας μου και θα μεταβάλω εις πραγματικότητα εκείνα, τα οποία διέταξα.
12 ἐν γὰρ εὐφροσύνῃ ἐξελεύσεσθε καὶ ἐν χαρᾷ διδαχθήσεσθε· τὰ γὰρ ὄρη καὶ οἱ βουνοὶ ἐξαλοῦνται προσδεχόμενοι ὑμᾶς ἐν χαρᾷ, καὶ πάντα τὰ ξύλα τοῦ ἀγροῦ ἐπικροτήσει τοῖς κλάδοις,
Και ιδού, ότι σεις, με μεγάλην αγαλλίασιν θα λυτρωθήτε και θα εξέλθετε από τον ζυγόν της δουλείας σας, με μεγάλην χαράν θα διδαχθήτε και θα δεχθήτε την διδασκαλίαν μου. Και αυτά ακόμη τα μεγάλα όρη και τα μικρά βουνά θα σκιρτούν από αγαλλίασιν, υποδεχόμενα με χαράν σας. Και όλα τα δένδρα της υπαίθρου θα κροτούν από την χαράν των τους κλάδους των.
13 καὶ ἀντὶ τῆς στοιβῆς ἀναβήσεται κυπάρισσος, ἀντὶ δὲ τῆς κονύζης ἀναβήσεται μυρσίνη· και ἔσται Κύριος εἰς ὄνομα καὶ εἰς σημεῖον αἰώνιον καὶ οὐκ ἐκλείψει.
Κατά την πανευφρόσυνον εκείνην περίοδον αντί της ακάρπου θαμνώδους στοιβής θα υψωθή η μεγαλοπρεπής κυπάρισσος. Αντί δε της δυσώδους κονύζης θα βλαστήση και θα μεγαλώση η ευώδης μυρτιά. Ονομαστός και ένδοξος θα γίνη ο Κυριος κατά την ημέραν εκείνην. Και η λύτρωσις, που θα σας δοθή εκ μέρους του, θα είναι μέγα και αιώνιον θαύμα, που δεν θα λείψη ποτέ.
123456789101112131415161718192021222324252627282930313233343536373839404142434445464748495051525354
55
5657585960616263646566Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα