ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΑΣΩ δὴ τῷ ἠγαπημένῳ ἆσμα τοῦ ἀγαπητοῦ μου τῷ ἀμπελῶνί μου. ἀμπελὼν ἐγενήθη τῷ ἠγαπημένῳ ἐν κέρατι, ἐν τόπῳ πίονι.
Θα ψάλω, λοιπόν, εγώ στον αγαπημενόν μου αμπελώνα, τον ισραηλιτικον λαόν, άσμα του αγαπητού μου Κυρίου. Ο ηγαπημένος Κυριος απέκτησεν άμπελον εις κάποιον λόφον, εις τόπον παχύν και εύφορον.
2 καὶ φραγμὸν περιέθηκα καὶ ἐχαράκωσα καὶ ἐφύτευσα ἄμπελον Σωρὴχ καὶ ὠκοδόμησα πύργον ἐν μέσῳ αὐτοῦ καὶ προλήνιον ὤρυξα ἐν αὐτῷ· καὶ ἔμεινα τοῦ ποιῆσαι σταφυλήν, ἐποίησε δὲ ἀκάνθας.
Εθεσα ολόγυρα φράκτην, έσκαψα τάφρον, εφύτευσα εκλεκτά κλήματα του είδους Σωρήχ, έκτισα πύργον στο μέσον της αμπέλου αυτής, έσκαψα φρεάτιον δια να πίπτη εις αυτό ο μούστος και περίμενα να παραγάγη σταφύλια, αυτή όμως παρήγαγεν ακάνθας.
3 καὶ νῦν, οἱ ἐνοικοῦντες ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἄνθρωπος τοῦ Ἰούδα, κρίνατε ἐν ἐμοὶ καὶ ἀναμέσον τοῦ ἀμπελῶνός μου.
Και τώρα σεις, οι κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, οι άνθρωποι της φυλής Ιούδα, κρίνατε και δικάσατε μεταξύ εμού και του αμπελώνός μου.
4 τί ποιήσω ἔτι τῷ ἀμπελώνί μου καὶ οὐκ ἐποίησα αὐτῷ; διότι ἔμεινα τοῦ ποιῆσαι σταφυλήν, ἐποίησε δὲ ἀκάνθας.
Τι υπολείπεται να κάμω ακόμη δια την άμπελόν μου αυτήν και τι έως τώρα δεν έκαμα δ' αυτήν; Εκαμα τα πάντα, δια να καρποφορήση αυτή σταφυλάς. Εκείνη δε έκαμεν αγκάθια!
5 νῦν δὲ ἀναγγελῶ ὑμῖν τί ἐγὼ ποιήσω τῷ ἀμπελῶνί μου· ἀφελῶ τὸν φραγμὸν αὐτοῦ καὶ ἔσται εἰς διαρπαγήν, καὶ καθελῶ τὸν τοῖχον αὐτοῦ καὶ ἔσται εἰς καταπάτημα·
Τωρα, λοιπόν, εγώ θα καταστήσω γνωστόν εις σας, τι θα κάμω εις την άμπελόν μου. Θα αφαιρέσω τον φράκτην αυτής και θα είναι εκτεθειμένη εις διαρπαγήν. Θα κρημνίσω τον τοίχον της και θα καταπατήται από τους ανθρώπους και τα ζώα.
6 καὶ ἀνήσω τὸν ἀμπελωνά μου καὶ οὐ τμηθῇ οὐδὲ μὴ σκαφῇ, καὶ ἀναβήσονται εἰς αὐτὸν ὡς εἰς χέρσον ἄκανθαι· καὶ ταῖς νεφέλαις ἐντελοῦμαι τοῦ μὴ βρέξαι εἰς αὐτὸν ὑετόν.
Θα εγκαταλείψω την άμπελόν μου, δεν θα κλαδευθή πλέον, ούτε θα σκαφθή, και έτσι τα αγκάθια θα ανεβούν γύρω και επάνω της ως εις χέρσον και ακαλλιέργητον τόπον. Θα διατάξω τα σύννεφα να μη βρέξουν πλέον εις αυτήν πστιστικήν βροχήν.
7 ὁ γὰρ ἀμπελῶν Κυρίου σαβαὼθ οἶκος τοῦ Ἰσραήλ ἐστι καὶ ἄνθρωπος τοῦ Ἰούδα νεόφυτον ἠγαπημένον· ἔμεινα τοῦ ποιῆσαι κρίσιν, ἐποίησε δὲ ἀνομίαν καὶ οὐ δικαιοσύνην, ἀλλὰ κραυγήν.
Ο αμπελών αυτός του Κυρίου των δυνάμεων είναι ο ισραηλιτικος λαός. Είναι οι άνθρωποι της φυλής του Ιούδα, νέα γενεά ηγαπημένη. Επερίμενα από αυτήν να καρποφορήση δικαιοσύνην και αρετήν, αυτή όμως έκαμε παρανομίαν και όχι δικαιοσύνην, με αποτέλεσμα να ακούεται εκεί κραυγή αδικουμένων.
8 Οὐαὶ οἱ συνάπτοντες οἰκίαν πρὸς οἰκίαν καὶ ἀγρὸν πρὸς ἀγρὸν ἐγγίζοντες, ἵνα τοῦ πλησίον ἀφέλωνταί τι. μὴ οἰκήσετε μόνοι ἐπὶ τῆς γῆς;
Αλλοίμονον εις εκείνους, οι οποίοι συνδέουν την οικίαν των εις την οικίαν του άλλου και τον αγρόν των με τον αγρόν του άλλου, δια να αφαιρέσουν κάτι από την ιδιοκτηοίαν του πλησίον! Μηπως πρόκειται να κατοικήσετε μόνοι σεις και δια παντός επάνω εις την γην;
9 ἠκούσθη γὰρ εἰς τὰ ὦτα Κυρίου σαβαὼθ ταῦτα· ἐὰν γὰρ γένωνται οἰκίαι πολλαί, εἰς ἔρημον ἔσονται μεγάλαι καὶ καλαί, καὶ οὐκ ἔσονται οἱ ἐνοικοῦντες ἐν αὐταῖς.
Αι πονηρίαι και αι αδικίαι αυταί έφθασαν εις τα ώτα Κυρίου του παντοκράτορος, ο οποίος και είπε· “και εάν ακόμη οικοδομηθούν πολλαί και περισσότεραι οικίαι, μεγάλαι και ωραίαι, θα προορισθούν δια την καταστροφήν και την ερήμωσιν. Κανείς δεν θα υπάρχη, που θα κατοική εις αυτάς!
10 οὗ γὰρ ἐργῶνται δέκα ζεύγη βοῶν, ποιήσει κεράμιον ἕν, καὶ ὁ σπείρων ἀρτάβας ἓξ ποιήσει μέτρα τρία.
Αγρός, τον οποίον ώργωσαν δέκα ζεύγη βοϊδιών, θα αποδώση καρπόν, ο οποίος μόλις και θα γεμίζη μίαν μόνην στάμναν. Και εκείνος ο οποίος στους αγρούς του έσπειρεν εξ αρτάβας, θα λάβη ως απόδοσιν το ήμισυ αυτών, τρία μέτρα.
11 Οὐαὶ οἱ ἐγειρόμενοι τὸ πρωΐ, καὶ τὰ σίκερα διώκοντες, οἱ μένοντες τὸ ὀψέ· ὁ γὰρ οἶνος αὐτοὺς συγκαύσει.
Αλλοίμονον εις εκείνους, οι οποίοι εξυπνούν πρωϊ-πρωϊ και επιζητούν τα οινοπνευματώδη ποτά, και εις εκείνους, οι οποίοι μένουν αργά το βράδυ πίνοντες οίνον· ο οίνος θα τους κατακαύση.
12 μετὰ γὰρ κιθάρας καὶ ψαλτηρίου καὶ τυμπάνων καὶ αὐλῶν τὸν οἶνον πίνουσι, τὰ δὲ ἔργα Κυρίου οὐκ ἐμβλέπουσι καὶ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτοῦ οὐ κατανοοῦσι.
Πινουν το κρασί των με τον ήχον της κιθάρας και της ναύλας και των τύμπανων και των αυλών· τας εντολάς όμως του Κυρίου τας παραβλέπουν και δεν προσέχουν να εννοήσουν τα έργα του Θεού.
13 τοίνυν αἰχμάλωτος ὁ λαός μου ἐγενήθη διὰ τὸ μὴ εἰδέναι αὐτοὺς τὸν Κύριον, καὶ πλῆθος ἐγενήθη νεκρῶν διὰ λιμὸν καὶ δίψος ὕδατος.
Δια την ασωτίαν, λοιπόν, αυτήν και ασέβειάν του ο λαός θα γίνη αιχμάλωτος και πολλοί από αυτούς θα πεθάνουν, άλλοι μεν από την έλλειψιν ψωμιού και άλλοι από την έλλειψιν ύδατος.
14 καὶ ἐπλάτυνεν ὁ ᾅδης τὴν ψυχὴν αὐτοῦ καὶ διήνοιξε τὸ στόμα αὐτοῦ τοῦ μὴ διαλιπεῖν, καὶ καταβήσονται οἱ ἔνδοξοι καὶ οἱ μεγάλοι καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ λοιμοὶ αὐτῆς.
Ηυφράνθη η ψυχή του άδου, ήνοιξεν αυτός το στόμα του, ώστε να μη σταματήση καταβροχθίζων. Εκεί θα κατεβούν οι ένδοξοι της γης, οι μεγάλοι, οι πλούσιοι, οι πονηροί και διεφθαρμένοι άνθρωποι αυτής της πόλεως.
15 καὶ ταπεινωθήσεται ἄνθρωπος, καὶ ἀτιμασθήσεται ἀνήρ, καὶ οἱ ὀφθαλμοὶ οἱ μετέωροι ταπεινωθήσονται.
Θα ταπεινωθή ο κάθε αμαρτωλός άνθρωπος, θα εξευτελισθή ο επίσημος ανήρ, θα ταπεινωθούν τα υπερήφανα ματία, που με αλαζονείαν εκύταζαν υψηλά.
16 καὶ ὑψωθήσεται Κύριος σαβαὼθ ἐν κρίματι, καὶ ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος δοξασθήσεται ἐν δικαιοσύνῃ.
Θα υψωθή όμως και θα δοξασθή ο Κυριος των δυνάμεων με την δικαίαν αυτήν κρίσιν και τιμωρίαν· και ο Θεός ο άγιος θα υψωθή εν τη δικαιοσύνη αυτού.
17 καὶ βοσκηθήσονται οἱ διηρπασμένοι ὡς ταῦροι, καὶ τὰς ἐρήμους τῶν ἀπειλημμένων ἄρνες φάγονται.
Και οι αιχμάλωτοι Ιουδαίοι θα βόσκουν στον τόπον της εξοριας των, όπως τα ζώα, όπως οι ταύροι· εις δε τας ερήμους περιοχάς της πατρίδος των θα βόσκουν αρνιά.
18 οὐαὶ οἱ ἐπισπώμενοι τὰς ἁμαρτίας ὡς σχοινίῳ μακρῷ καὶ ὡς ζυγοῦ ἱμάντι δαμάλεως τὰς ἀνομίας,
Αλλοίμονον εις εκείνους, οι οποίοι σύρουν επάνω των, ως εις ατελείωτον σχοινίον, πολυάριθμους αμαρτίας, εις εκείνους οι οποίοι πολλαπλασιάζουν και εκτείνουν, ως μακρόν λωρίον ζυγού δαμάλεως, τας αμαρτίας των!
19 οἱ λέγοντες· τὸ τάχος ἐγγισάτω ἃ ποιήσει, ἵνα ἴδωμεν, καὶ ἐλθάτω ἡ βουλὴ τοῦ ἁγίου Ἰσραήλ, ἵνα γνῶμεν.
Αλλοιμονον εις εκείνους, οι οποίοι καταφρονητικώς λέγουν· “ας έλθουν, λοιπόν, σύντομα εκείνα, τα οποία ο Κυριος απειλεί να κάμη, δια να τα ίδωμεν. Ας πραγματοποιηθ η απειλητική απόφασις του αγίου του Ισραήλ, δια ν Α την γνωρίσωμεν”!
20 Οὐαὶ οἱ λέγοντες τὸ πονηρὸν καλὸν καὶ τὸ καλὸν πονηρόν, οἱ τιθέντες τὸ σκότος φῶς καὶ τὸ φῶς σκότος, οἱ τιθέντες τὸ πικρὸν γλυκὺ καὶ τὸ γλυκὺ πικρόν.
Αλλοίμονον εις εκείνους, οι ποίοι λέγουν το κακόν ως καλόν και το καλόν ως κακόν, και οι οποίοι με την ζωήν και την πράξιν των παρουσιάζουν το σκότος ως φως και το φως ως σκότος! Αυτοί οι οποίοι προβάλλουν απατηλώς το πικρόν ως γλυκύ και το γλυκύ ως πικρόν!
21 Οὐαὶ οἱ συνετοὶ ἑαυτοῖς καὶ ἐνώπιον αὐτῶν ἐπιστήμονες.
Αλλοιμονον εις εκείνους, οι οποίοι φρονούν ότι είναι σοφοί και συνετοί, οι οποίοι αυτοπαρουσιάζονται εις τα μάτια των ως σοφοί και επιστήμονες γνωρίζοντες τάχα ακριβώς τα πάντα!
22 οὐαὶ οἱ ἰσχύοντες ὑμῶν, οἱ πίνοντες τὸν οἶνον καὶ οἱ δυνάσται οἱ κεραννύντες τὰ σίκερα,
Αλλοίμονον στους άρχοντάς, σας, οι οποίοι πίνουν τον οίνον καθ υπερβολήν! Αλλοίμονον εις αυτούς, που κυριαρχούν επάνω σας, και σας καταδυναστεύουν και οι οποίοι κατασκευάζουν και συνθέτουν οινοπνευματώδη μεθυστικά ποτά δια τον εαυτόν των!
23 οἱ δικαιοῦντες τὸν ἀσεβῆ ἕνεκεν δώρων καὶ τὸ δίκαιον τοῦ δικαίου αἴροντες.
Αλλοίμονον εις εκείνους, οι οποίοι κηρύσσουν τον ασεβή και ένοχον ως αθώον, διότι έλαβον δώρα, και έτσι αφαιρούν και καταπατύύν το δίκαιον από τον αθώον και ενάρετον.
24 διὰ τοῦτο ὃν τρόπον καυθήσεται καλάμη ὑπὸ ἄνθρακος πυρὸς καὶ συγκαυθήσεται ὑπὸ φλογὸς ἀνειμένης, ἡ ρίζα αὐτῶν ὡς χνοῦς ἔσται καὶ τὸ ἄνθος αὐτῶν ὡς κονιορτὸς ἀναβήσεται· οὐ γὰρ ἠθέλησαν τὸν νόμον Κυρίου σαβαώθ, ἀλλὰ τὸ λόγιον τοῦ ἁγίου Ἰσραὴλ παρώξυναν.
Δια τούτο, όπως η καλαμιά κατακαίεται από αναμμένον κάρβουνον, κατακαίεται και γίνεται στάκτη από αναμμένην φλόγα, έτσι θα γίνη χνούδι και θα διασκορπισθή η ρίζα των ανθρώπων αυτών, και το άνθος των θα ανεβή ως κονιορτός στον αέρα και θα εξαφανισθή. Θα πάθουν αυτά, διότι δεν ηγάπησαν και δεν ηθέλησαν τον νόμον Κυρίου του παντοκράτορος, αλλά κατεφρόνησαν τον λόγον του αγίου Θεού του Ισραήλ και προεκάλεσαν έτσι την οργήν του εναντίον των.
25 καὶ ἐθυμώθη ὀργῇ Κύριος σαβαὼθ ἐπὶ τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ ἐπέβαλε τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτοὺς καὶ ἐπάταξεν αὐτούς, καὶ παρωξύνθη τὰ ὄρη, καὶ ἐγενήθη τὰ θνησιμαῖα αὐτῶν ὡς κοπρία ἐν μέσῳ ὁδοῦ. καὶ ἐν πᾶσι τούτοις οὐκ ἀπεστράφη ὁ θυμὸς αὐτοῦ, ἀλλὰ ἔτι χεὶρ ὑψηλή.
Και εθύμωσε με μεγάλην οργήν ο Κυριος των δυνάμεων εναντίον του λαού του. Απλωσε την τιμωρόν χείρα του· τους εκτύπησε και συνεκλονίσθησαν τα όρη από τον σεισμόν, τα δε πτώματα των φονευθέντων κατά τον πόλεμον έγιναν ωσάν κοπριά, αποσυντεθειμένα στο μέσον των οδών. Και παρ' όλας αυτάς τας τιμωρίας, διότι εκείνοι δεν μετενόησαν, δεν απεμακρύνθη ο θυμός του Κυρίου, αλλά είναι ακόμη υψωμένη η παντοδύναμος χειρ του, δια να επιπέση εναντίον των παρανόμων.
26 τοιγαροῦν ἀρεῖ σύσσημον ἐν τοῖς ἔθνεσι τοῖς μακρὰν καὶ συριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἄκρου τῆς γῆς, καὶ ἰδοὺ ταχὺ κούφως ἔρχονται·
Και λοιπόν θα ύψωση και θα δώση ο Κυριος σημείον εις τα εχθρικά ειδωλολατρικά έθνη, που ευρίσκονται μακράν, θα σφυρίξη, δια να ακουσθή από λαούς, που υπάρχουν εις τα άκρα του κόσμου, ώστε εκείνοι να προσέλθουν· και ιδού, έρχονται ταχύτατα, ως εάν έχουν πτερά.
27 οὐ πεινάσουσιν οὐδὲ κοπιάσουσιν οὐδὲ νυστάξουσιν οὐδὲ κοιμηθήσονται, οὐδὲ λύσουσι τὰς ζώνας αὐτῶν ἀπὸ τῆς ὀσφύος αὐτῶν, οὐδὲ μὴ ραγῶσιν οἱ ἱμάντες τῶν ὑποδημάτων αὐτῶν·
Ερχονται με τόσην ορμήν, με τέτοιο μένος, ώστε δεν θα αισθανθούν πείναν, ούτε θα καταβληθούν από τον κόπον, ούτε θα αργοπορήσουν από νυσταγμόν, δεν θα κοιμηθούν στον δρόμον των, ούτε θα λύσουν από την μέσην των τας ζώνας, ούτε θα διαρραγούν τα λουριά των υποδημάτων των.
28 ὧν τὰ βέλη ὀξέα ἐστὶ καὶ τὰ τόξα αὐτῶν ἐντεταμένα, οἱ πόδες τῶν ἵππων αὐτῶν ὡς στερεὰ πέτρα ἐλογίσθησαν, οἱ τροχοὶ τῶν ἁρμάτων αὐτῶν ὡς καταιγίς.
Αυτών των φοβερών εχθρών τα βέλη είναι οξέα και τα τόξα των τεντωμένα, έτοιμα να εκσφενδονίσουν τα βέλη. Τα πόδια των ίππων των εθεωρήθησαν στερεά σαν πέτρα, και οι ρόδες των πολεμικών αρμάτων των τρέχουν ταχύτατα και ανεμπόδιστα, ωσάν η καταιγίς.
29 ὁρμῶσιν ὡς λέοντες καὶ παρέστηκαν ὡς σκύμνοι λέοντος· καὶ ἐπιλήψεται καὶ βοήσει ὡς θηρίον καὶ ἐκβαλεῖ, καὶ οὐκ ἔσται ὁ ρυόμενος αὐτούς.
Ορμούν κατά την μάχην ωσάν ληοντάρια, ευρίσκονται εμπρός εις την πρώτην γραμμήν σαν νεαρά ληοντάρια και ο φοβερός αυτός εχθρός ως θηρίον συλλαμβάνει το θήραμά του και βρυχάται επάνω από αυτό, το μεταφέρει στο κρησφύγετόν του. Κανείς δεν θα ημπορέση να τους αποσπάση και τους γλυτώση από το στόμα των.
30 καὶ βοήσει δι᾿ αὐτοὺς τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ὡς φωνὴ θαλάσσης κυμαινούσης· καὶ ἐμβλέψονται εἰς τὴν γῆν, καὶ ἰδοὺ σκότος σκληρὸν ἐν τῇ ἀπορίᾳ αὐτῶν.
Ως θάλασσά, που αναταράσσεται από την δύναμιν των ανέμων και βοούν τα κύματα της, έτσι και ο εχθρός θα φωνάξη δυνατά εναντίον αυτών. Και εκείνοι θα στρέψουν ικετευτικά και ερευνητικα τα βλέμματα των εις την γην, αναζητούντες βοήθειαν, και ιδού τρομερόν σκότος θα είναι η απάντησις εις την απελπιστικήν συμφοράν των.
1234
5
6789101112131415161718192021222324252627282930313233343536373839404142434445464748495051525354555657585960616263646566Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα