ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΝΥΝ δὲ ἄκουσον, Ἰακὼβ ὁ παῖς μου καὶ Ἰσραήλ, ὃν ἐξελεξάμην·
Τωρα όμως άκουσε συ, ο δούλός μου Ιακώβ, συ ο ισραηλιτικός λαός, τον οποίον εγώ εξέλεξα ως ίδικόν μου λαόν, ανάμεσα από όλα τα έθνη.
2 οὕτω λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας σε καὶ ὁ πλάσας σε ἐκ κοιλίας· ἔτι βοηθηθήσῃ, μὴ φοβοῦ, παῖς μου Ἰακὼβ καὶ ἠγαπημένος Ἰσραήλ, ὃν ἐξελεξάμην.
Αυτά λέγει Κυριος ο Θεός, ο οποίος σε εδημιούργησεν, ο οποίος σε έπλασεν από την αρχήν της υπάρξεως σου· “θα πάρης και άλλην ακόμη βοήθειαν, μη φοβείσαι, δούλε μου Ιακώβ, ηγαπημένε Ισραηλιτικέ λαέ, τον οποίον εγώ εξέλεξα ανάμεσα από τα άλλα έθνη.
3 ὅτι ἐγὼ δώσω ὕδωρ ἐν δίψει τοῖς πορευομένοις ἐν ἀνύδρῳ, ἐπιθήσω τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τὸ σπέρμα σου καὶ τὰς εὐλογίας μου ἐπὶ τὰ τέκνα σου,
Διότι εγώ θα δώσω ύδωρ, ώστε να ξεδιψάσουν οι πορευόμενοι δια μέσου ανύδρων τόπων. Θα επιθέσω το πνεύμα μου στους απογόνους σου και θα δώσω τας ευλογίας μου εις τα τέκνα σου.
4 καὶ ἀνατελοῦσιν ὡς ἀναμέσον ὕδατος χόρτος καὶ ὡς ἰτέα ἐπὶ παραρρέον ὕδωρ.
Αυτοί με τας ιδικός μου ευλογίας θα αναβλαστήσουν, ώσαν δροσερό χορτάρι ανάμεσα εις υδροχαρή τόπον, ωσάν ιτέα, η οποία ευρίσκεται πλησίον ρεόντων υδάτων.
5 οὕτος ἐρεῖ· τοῦ Θεοῦ εἰμι, καὶ οὗτος βοήσεται ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰακώβ, καὶ ἕτερος ἐπιγράψει χειρὶ αὐτοῦ· τοῦ Θεοῦ εἰμι, καὶ ἐπὶ τῷ ὀνόματι Ἰσραὴλ βοήσεται. ~
Τοτε ο ένας θα λέγη· Εγώ είμαι του Θεού· ο άλλος με δυνατήν φωνήν θα διακηρύττη το όνομα του Ιακωβ ως ιδικόν του όνομα. Και άλλος θα γράψη με ανεξίτηλον μελάνην επάνω στο χέρι του· Είμαι του Θεού! Και άλλος με μεγάλην φωνήν θα διαλαλήση το όνομα του Ισραήλ”.
6 Οὕτως λέγει ὁ Θεὸς ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ ὁ ρυσάμενος αὐτὸν Θεὸς σαβαώθ· ἐγὼ πρῶτος καὶ ἐγὼ μετὰ ταῦτα· πλὴν ἐμοῦ οὐκ ἔστι Θεός.
Αυτά λέγει ο Θεός, ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού, τον οποίον ηλευθέρωσεν από την δουλείαν· ο Θεός ο Κυριος των ουρανίων δυνάμεων· εγώ είμαι απ' αρχής και προ πάσης αρχής, πρώτος και μόνος. Εγώ θα είμαι μετά ταύτα και στους αιώνας πλην από εμέ δεν υπάρχει άλλος Θεός.
7 τίς ὥσπερ ἐγώ; στήτω καὶ καλεσάτω καὶ ἀναγγειλάτω καὶ ἑτοιμασάτω μοι ἀφ᾿ οὗ ἐποίησα ἄνθρωπον εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ τὰ ἐπερχόμενα πρὸ τοῦ ἐλθεῖν ἀναγγειλάτωσαν ὑμῖν.
Ποιός άλλος είναι, όπως είμαι εγώ; Ας σταθή απέναντί μου όρθιος, ας σταθή απέναντί μου, ας συγκαλέση δικαστήριον και ακροατήριον, ας προαναγγείλη κάτι, το οποίον θα συμβή στο μέλλον, ας μου, αποδείξη ότι εξεπληρώθη κάποια προφητεία του από τότε, που εγώ έπλασα τον άνθρωπον δια μέσου όλων των αιώνων. Ας αναγγείλη εις σας εκείνα, τα οποία μέλλουν να συμβούν, πριν αυτά πραγματοποιηθούν.
8 μὴ παρακαλύπτεσθε μηδὲ πλανᾶσθε· οὐκ ἀπ᾿ ἀρχῆς ἠνωτίσασθε καὶ ἀπήγγειλα ὑμῖν; μάρτυρες ὑμεῖς ἐστε, εἰ ἔτσι Θεὸς πλὴν ἐμοῦ·
Μη κρύπτετε από φόβον το πρόσωπόν σας, μη πλανάσθε Ιουδαίοι. Σεις απ'αρχής ης υπάρξεως σας δεν ηκούσατε προφητείας, τας οποίας εγώ είπα προς σας και αι οποίαι εξεπληρώθησαν; Σεις, λοιπόν, είσθε μάρτυρές μου βάσει αυτών, τα οποία είδατε, ότι δεν υπάρχει άλλος Θεός πλην εμού.
9 καὶ οὐκ ἦσαν τότε οἱ πλάσσοντες καὶ γλύφοντες πάντες μάταιοι οἱ ποιοῦντες τὰ καταθύμια αὐτῶν, ἃ οὐκ ὠφελήσει αὐτούς· ἀλλὰ αἰσχυνθήσονται
Εχάθησαν, σαν να μη υπήρξαν αυτοί όλοι οι γλύπται των ειδώλων, οι οποίοι κατεσκεύαζαν ανυπάρκτους και ψευδείς θεούς, τους οποίους αυτοί επινοούσαν σύμφωνα με τας αμαρτωλάς επιθυμίας των. Είδωλα, τα οποία ούτε ωφέλησαν, ούτε θα ωφελήσουν αυτούς. Αλλα θα κατεντροπιασθούν εξ αιτίας των,
10 πάντες οἱ πλάσσοντες Θεὸν καὶ γλύφοντες ἀνωφελῆ,
όλοι όσοι πλάττουν με την νοσηράν φαντασίαν των και την διεστραμμένην καρδίαν θεούς και γλύφουν επάνω εις λιθάρια η ξύλα είδωλα, τα οποία ανύπαρκτα καθώς είναι δεν παρέχουν καμμίαν ωφέλειαν.
11 καὶ πάντες ὅθεν ἐγένοντο ἐξηράνθησαν, καὶ κωφοὶ ἀπὸ ἀνθρώπων συναχθήτωσαν πάντες καὶ στησάτωσαν ἅμα, ἐντραπήτωσαν καὶ αἰσχυνθήτωσαν ἅμα.
Και όλοι οι ψευδοθεοί, από όποιον και αν επενοήθησαν, από όπου και αν προήλθαν, εξηράνθησαν και εξηφανίσθησαν. Και όσοι από τους ανθρώπους, κωφοί πνευματικώς, επιμένουν να λατρεύουν τους ψευδοθεούς, ας μαζευθούν όλοι και ας σταθούν όλοι μαζή όρθιοι· ας εντραπούν δια ττην πλάνην των και ας καταισχυνθούν όλοι δια τους αψύχους θεούς των.
12 ὅτι ὤξυνε τέκτων σίδηρον, σκεπάρνῳ εἰργάσατο αὐτὸ καὶ ἐν τερέτρῳ ἔστησεν αὐτό, εἰργάσατο αὐτὸ ἐν τῷ βραχίονι τῆς ἰσχύος αὐτοῦ· καὶ πεινάσει καὶ ἀσθενήσει καὶ οὐ μὴ πίῃ ὕδωρ.
Διότι ιδού πως έγιναν οι θεοί των· ο σιδηρουργός ελέπτυνε τον σίδηρον, με το σφυρί κατειργάσθη την άψυχον ύλην, με το τρυπάνι το διετρύπησε καταλλήλως και το έστησεν ορθιον. Το κατειργάσθη με την δύναμιν, που είχαν τα χέρια του. Εργάζεται όλην την ημέραν νηστικός, διψασμένος, αποκαμωμένος από τον κόπον, χωρίς το είδωλον να ημπορή να τον δοηθήση καθόλου.
13 ἐκλεξάμενος τέκτων ξύλον ἔστησεν αὐτὸ ἐν μέτρῳ καὶ ἐν κόλλῃ ἐρρύθμισεν αὐτὸ καὶ ἐποίησεν αὐτὸ ὡς μορφὴν ἀνδρὸς καὶ ὡς ὡραιότητα ἀνθρώπου στῆσαι αὐτὸ ἐν οἴκῳ.
Κατά παρόμοιον τρόπον και ο ξυλουργός· αφού πάρη το κατάλληλον ξύλον, το στήνει στο εργαστηριόν του, απλώνει εις αυτό το μέτρον του, το κόπτει καταλλήλως, το κολλά και το διαρρυθμίζει. Με τον τρόπον αυτόν του δίδει μορφήν ανδρός, ωραιότητα ανθρώπου και το στήνει στον ναόν.
14 ἔκοψε ξύλον ἐκ τοῦ δρυμοῦ, ὃ ἐφύτευσε Κύριος καὶ ὑετὸς ἐμήκυνεν,
Ο ξυλουργός έκοψεν από το δάσος ξύλον, το οποίον ο Κυριος εφύτευσε και η βροχή το επότισε και ηύξησε,
15 ἵνα ᾖ ἀνθρώποις εἰς καῦσιν· καὶ λαβὼν ἀπ᾿ αὐτοῦ ἐθερμάνθη, καὶ καύσαντες ἔπεψαν ἄρτους ἐπ᾿ αὐτῶν, τὸ δὲ λοιπὸν εἰργάσαντο θεούς, καὶ προσκυνοῦσιν αὐτοῖς.
δια να χρησιμοποιηθή από τους ανθρώπους εις καύσιν. Ο γλύπτης των ειδωλολατρικών αγαλμάτων επήρε ένα κομμάτι από αυτό εις θέρμανσίν του, οι αρτοποιοί έκαψαν ένα άλλο μέρος από το ξύλον δια το ψήσιμο των άρτων. Από το υπόλοιπον ξύλον οι γλύπται κατασκευάζουν θεούς, τους οποίους κατόπιν πίπτουν και προσκυνούν.
16 οὗ τὸ ἥμισυ αὐτοῦ κατέκαυσεν ἐν πυρὶ καὶ καύσαντες ἔπεψαν ἄρτους ἐπ᾿ αὐτῶν· καὶ ἐπ᾿ αὐτοῦ κρέας ὀπτήσας ἔφαγε καὶ ἐνεπλήσθη, καὶ θερμανθεὶς εἶπεν· ἡδύ μοι ὅτι ἐθερμάνθην καὶ εἶδον πῦρ.
Ετσι λοιπόν το ήμισυ από το ξύλον, που εχρησιμοποιήθη δια την κατασκευήν του ειδώλου, παρεδόθη στο πυρ. Οι αρτοποιοί έκαυσαν αυτό και έψησαν άρτους. Αλλος έψησεν επάνω εις αυτά τα ξύλα κρέας και έφαγε και εχόρτασε και θερμανθείς είπεν· Ευχάριστον πράγμα μου είναι η απόλαυσις της θερμότητας και η θέα της φωτιάς.
17 τὸ δὲ λοιπὸν ἐποίησεν εἰς θεὸν γλυπτὸν καὶ προσκυνεῖ αὐτῷ καὶ προσεύχεται λέγων· ἐξελοῦ με, ὅτι θεός μου εἰς σύ.
Από το υπόλοιπον ξύλον κατεσκεύασε θεόν γλυπτόν, τον προσκυνεί, προσεύχεται προς αυτόν και του λέγει· Φυλαξέ με, διότι συ είσαι ο θεός μου.
18 οὐκ ἔγνωσαν φρονῆσαι, ὅτι ἀπημαυρώθησαν τοῦ βλέπειν τοῖς ὀφθαλμοῖς αὐτῶν καὶ τοῦ νοῆσαι τῇ καρδίᾳ αὐτῶν.
Δεν είχαν την στοιχειώδη νόησιν, ώστε να ορθοφρονήσουν, διότι εσκοτίσθησαν, δια να μη βλέπουν τα μάτια της ψυχής των και να μην εννοούν με την διάνοιάν των.
19 καὶ οὐκ ἐλογίσατο τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ οὐδὲ ἀνελογίσατο ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ οὐδὲ ἔγνω τῇ φρονήσει, ὅτι τὸ ἥμισυ αὐτοῦ κατέκαυσεν ἐν πυρὶ καὶ ἔπεψεν ἐπὶ τῶν ἀνθράκων αὐτοῦ ἄρτους καὶ ὀπτήσας κρέα ἔφαγε καὶ τὸ λοιπὸν αὐτοῦ εἰς βδέλυγμα ἐποίησε καὶ προσκυνοῦσιν αὐτῷ.
Ο ξυλουργός, που εσκάλισε το είδωλον, δεν εσκέφθη με τον νουν του, δεν ανελογίσθη με την ψυχήν του, ούτε δια της στοιχειώδους αυτού συνέσεως εγνώρισεν, ότι το ήμισυ από αυτό το ξύλον το έκαψε εις την φωτιάν, έψησεν επάνω στους άνθρακας άρτους, έψησε κρέατα και έφαγε, το δε υπόλοιπον από αυτό το κατεσκεύασε βδελυρόν είδωλον, το οποίον και το προσκυνούν!
20 γνῶθι ὅτι σποδὸς ἡ καρδία αὐτῶν, καὶ πλανῶνται, καὶ οὐδεὶς δύναται ἐξελέσθαι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ· ἴδετε, οὐκ ἐρεῖτε ὅτι ψεῦδος ἐν τῇ δεξιᾷ μου;
Μαθε, λοιπόν, ότι στάκτη είναι η καρδία αυτών, πλανώνται και κανένα από τα κα-τασκευασθέντα αυτά αγάλματα δεν είναι εις θέσιν, να σώση την ζωήν των. Ιδετε σεις, που κατασκευάζετε τα αγάλματα, και σκεφθήτε· όταν εκείνα μείνουν ακίνητα και άψυχα εις τας δεήσεις σας, δεν θα είπητε, ότι με την δεξιάν μας χείρα κατεσκευάσαμεν είδωλα, που είναι ψευδή;
21 Μνήσθητι ταῦτα Ἰακὼβ καὶ Ἰσραήλ, ὅτι παῖς μου εἶ σύ· ἔπλασά σε παῖδά μου, καὶ σὺ Ἰσραὴλ μὴ ἐπιλανθάνου μου.
Εχετε, λοιπόν, υπ' όψιν σας αυτά, σεις οι απόγονοι του Ιακώβ. Ισραηλιτικέ λαέ, ενθυμήσου ότι συ είσαι δούλος μου. Εγώ σε έπλασα ως δούλον μου. Δια τούτο συ, Ισραηλιτικέ λαέ, μη με λησμονής.
22 ἰδοὺ γὰρ ἀπήλειψα ὡς νεφέλην τὰς ἀνομίας σου καὶ ὡς γνόφον τὰς ἁμαρτίας σου· ἐπιστράφηθι πρός με, καὶ λυτρώσομαί σε.
Ιδού, ότι εγώ εξήλειψα τας ανομίας σου και τας διέλυσα, όπως διαλύεται και σβήνει η νεφέλη. Εσβησα τας αμαρτίας σου, όπως φεύγει το σκοτάδι κυνηγημένο από το φως. Επίστρεψε, λοιπόν, εν μετάνοια προς εμέ και εγώ θα σε απαλλάξω από τας θλίψεις και τους εχθρούς σου.
23 εὐφράνθητε, οὐρανοί, ὅτι ἠλέησεν ὁ Θεός τὸν Ἰσραήλ· σαλπίσατε, τὰ θεμέλια τῆς γῆς, βοήσατε, ὄρη, εὐφροσύνην, οἱ βουνοὶ καὶ πάντα τὰ ξύλα τὰ ἐν αὐτοῖς, ὅτι ἐλυτρώσατο ὁ Θεὸς τὸν Ἰακώβ, καὶ Ἰσραὴλ δοξασθήσεται.
Χαρήτε και αγαλλιάσθε, σεις οι ουρανοί, διότι ο Θεός ηλέησε τον ισραηλιτικον λαόν. Σαλπίσατε χαρούμενα σαλπίσματα τα θεμέλια της γης, βοήσατε με χαράν και αγαλλίασιν τα όρη, τα βουνά και όλα τα δάση, που υπάρχουν εις αυτά, διότι ο Θεός ηλευθέρωσε τους απογόνους του Ιακώβ από την αιχμαλωσίαν, και ο Ισραηλιτικός λαός θα δοξασθή”.
24 Οὕτω λέγει Κύριος ὁ λυτρούμενός σε καὶ ὁ πλάσσων σε ἐκ κοιλίας· ἐγὼ Κύριος ὁ συντελῶν πάντα, ἐξέτεινα τὸν οὐρανὸν μόνος καὶ ἐστερέωσα τὴν γῆν.
Ετσι λέγει ο Κυριος, ο οποίος σε έπλασε ευθύς εξ αρχής και σε απαλλάσσει από τους κινδύνους. “Εγώ είμαι ο Κυριος, ο οποίος φέρω εις πέρας όλα αυτά. Μονος μου άπλωσα τον ουρανόν και εστερέωσα την γην.
25 τίς ἕτερος διασκεδάσει σημεῖα ἐγγαστριμύθων καὶ μαντείας ἀπὸ καρδίας, ἀποστρέφων φρονίμους εἰς τὰ ὀπίσω καὶ τὴν βουλὴν αὐτῶν μωραίνων
Ποιός άλλος θα διασκορπίση και θα α-ποδείξη μηδαμινά τα σημεία και τας ψευ-δοπροφητείας των εγγαστριμύθων, εκείνων που ομιλούν από την κοιλίαν των; Ποιός είναι εκείνος, που γυρίζει προς τα οπίσω και τρέπει εις φυγήν τους ψευδοσυνετούς και αποδεικνύει μωράν και ανόητον την σκέψιν και απόφασίν των;
26 καὶ ἱστῶν ρῆμα παιδὸς αὐτοῦ καὶ τὴν βουλὴν τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ ἀληθεύων; ὁ λέγων τῇ Ἱερουσαλήμ· κατοικηθήσῃ καὶ ταῖς πόλεσι τῆς Ἰδουμαίας· οἰκοδομηθήσεσθε, καὶ τὰ ἔρημα αὐτῆς ἀνατελεῖ·
Και ποιός είναι εκείνος, ο οποίος στερεώνει αμετακίνητον και αληθινήν την προφητείαν του δούλου του, και αποδεικνύει αληθινήν την βουλήν των ανθρώπων, τους οποίους αυτός αποστέλλει; Εγώ είμαι ο Θεός, ο οποίος λέγω εις την Ιερουσαλήμ· Θα κατοικηθής από τους κατοίκους σου· εις δε τας πόλεις της Ιουδαίας· Θα ανοικοδομηθήτε πάλιν, και αι έρημοι περιοχαί σου θα ανθίσουν.
27 ὁ λέγων τῇ ἀβύσσῳ· ἐρημωθήσῃ, καὶ τοὺς ποταμούς σου ξηρανῶ·
Εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος λέγω εις άβυσσον της θαλάσσης· Θα ξηρανθής και θα μείνης έρημος, θα ξηράνω εγώ τους ποταμούς σου.
28 ὁ λέγων Κύρῳ φρονεῖν καὶ πάντα τὰ θελήματά μου ποιήσει· ὁ λέγων Ἱερουσαλήμ· οἰκοδομηθήσῃ, καὶ τὸν οἶκον τὸν ἅγιόν μου θεμελιώσω.
Εγώ είμαι εκείνος ο οποίος λέγω στον Κύρον, τον βασιλέα των Περσών, να ορθοφρονή· και αυτός όλα τα θελήματά μου, τα αναφερόμενα στον ισραηλιτικόν λαόν, θα τα εκτέλεση. Εγώ είμαί που λέγω εις την Ιερουσαλήμ· Θα ανοικοδομηθής και θα ανοικοδομήσω εγώ εντός της περιοχής σου τον άγιον οίκον μου.
12345678910111213141516171819202122232425262728293031323334353637383940414243
44
45464748495051525354555657585960616263646566Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα