ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ νῦν οὕτως λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας σε, Ἰακώβ, ὁ πλάσας σε, Ἰσραήλ· μὴ φοβοῦ, ὅτι ἐλυτρωσάμην σε· ἐκάλεσά σε τὸ ὄνομά σου, ἐμὸς εἶ σύ.
Και τώρα αυτά λέγει Κυριος ο Θεός, ο ποιητής σου, ω Ιακώβ, ο πλάστης σου, ω ισραηλιτικέ λαε· “μη φοβείσαι, διότι, ιδού εγώ σε ηλευθέρωσα. Σε εφώναξα με το όνομά σου. Συ είσαι ίδικός μου πλέον.
2 καὶ ἐὰν διαβαίνῃς δι᾿ ὕδατος, μετὰ σοῦ εἰμι, καὶ ποταμοὶ οὐ συγκλύσουσί σε· καὶ ἐὰν διέλθῃς διὰ πυρός, οὐ μὴ κατακαυθῇς, φλὸξ οὐ κατακαύσει σε.
Και εάν αναβαινης δια μέσου των υδάτων, εγώ θα είμαι προστάτης μαζή σου. Και τα ύδατα ακόμη των ποταμών δεν θα σε κατακλύσουν. Και αν περάσης ανάμεσα από τη φωτιά, δεν θα κατακαής, Η φλόγα δεν θα σε κατακαύση.
3 ὅτι ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός σου ὁ ἅγιος Ἰσραὴλ ὁ σῴζων σε· ἐποίησα ἄλλαγμά σου Αἴγυπτον καὶ Αἰθιοπίαν καὶ Σοήνην ὑπὲρ σοῦ.
Διότι εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σου, ο άγιος Θεός του ισραηλιτικού λαού, ο σωτήρ σου. Δια σε εγώ έδωκα ως αντάλλαγμα την Αίγυπτον, την Αιθιοπίαν και την Σοήνην.
4 ἀφ᾿ οὗ ἔντιμος ἐγένου ἐναντίον ἐμοῦ, ἐδοξάσθης, καὶ ἐγὼ σὲ ἠγάπησα· καὶ δώσω ἀνθρώπους πολλοὺς ὑπὲρ σοῦ καὶ ἄρχοντας ὑπὲρ τῆς κεφαλῆς σου.
Από την στιγμήν που έγινες πολύτιμος ενώπιόν μου και αγαπητός, εδοξάσθης και εγώ σε ηγάπησα. Και στο μέλλον θα δώσω πολλούς ανθρώπους προς χάριν σου και άρχοντας επικεφαλής σου, δια να σε κυβερνούν με σύνεσιν και να ζήσης ασφαλής.
5 μὴ φοβοῦ, ὅτι μετὰ σοῦ εἰμι· ἀπὸ ἀνατολῶν ἄξω τὸ σπέρμα σου καὶ ἀπὸ δυσμῶν συνάξω σε.
Μη φοβείσαι, διότι εγώ είμαι μαζή σου. Από τας χώρας της ανατολής θα φέρω τους απογόνους σου. Από τα μέρη της δύσεως θα σας συγκεντρώσω.
6 ἐρῶ τῷ Βορρᾷ· ἄγε, καὶ τῷ Λιβί· μὴ κώλυε, ἅγιε τοὺς υἱούς μου ἀπὸ γῆς πόρρωθεν καὶ τὰς θυγατέρας μου ἀπ᾿ ἄκρων τῆς γῆς,
Θα είπω στον Βορράν· Φέρε τα παιδιά μου από τας βορείους χώρας· και στον Νοτον· Μη εμποδιζης, φέρε τα παιδιά μου από τας μακρυνάς χώρας και τας θυγατέρας μου από τα άκρα της γης.
7 πάντας ὅσοι ἐπικέκληνται τῷ ὀνόματί μου· ἐν γὰρ τῇ δόξῃ μου κατεσκεύασα αὐτὸν καὶ ἔπλασα αὐτὸν καὶ ἐποίησα αὐτόν·
Φέρετε όλους εκείνους, οι οποίοι έχουν πάρει ως όνομά των το Ονομά μου. Διότι προς δόξαν μου ωργάνωσα και ανέδειξα τον λαόν αυτόν. Τον έπλασα και τον εδημιούργησα.
8 καὶ ἐξήγαγον λαὸν τυφλόν, καὶ ὀφθαλμοί εἰσιν ὡσαύτως τυφλοί, καὶ κωφοὶ τὰ ὦτα ἔχοντες.
Εφερα από τας διαφόρους χώρας της αιχμαλωσίας του τον λαόν μου, ο οποίος ήτο ώσαν τυφλός, ότι τα μάτια του δεν έβλεπαν. Ητο ωαν κωφός, αν και είχεν αυτιά.
9 πάντα τὰ ἔθνη συνήχθησαν ἅμα, καὶ συναχθήσονται ἄρχοντες ἐξ αὐτῶν. τίς ἀναγγελεῖ ταῦτα; ἢ τὰ ἐξ ἀρχῆς τίς ἀναγγελεῖ ὑμῖν; ἀγαγέτωσαν τοὺς μάρτυρας αὐτῶν καὶ δικαιωθήτωσαν καὶ εἰπάτωσαν ἀληθῆ.
Ολα τα έθνη συνεκεντρώθησαν συγχρόνως. Μετ' ολίγον θα συγκεντρωθούν οι άρχοντες αυτών. Ποίος από τους ψευδείς θεούς θα αναγγείλη αυτά τα μελλοντικά θαυμαστά γεγονάτα η ποιός θα προφητεύση εις σας τους ειδωλολάτρας αυτά; Ας φέρουν οι ειδωλικοί θεοί σας τους μάρτυράς των, ας προσπαθήσουν να δικαιωθούν και ας είπουν, ότι τα όσα προεφήτευσαν είναι αληθινά.
10 γίνεσθέ μοι μάρτυρες, καὶ ἐγὼ μάρτυς, λέγει Κύριος ὁ Θεός, καὶ ὁ παῖς μου, ὃν ἐξελεξάμην, ἵνα γνῶτε καὶ πιστεύσητε καὶ συνῆτε ὅτι ἐγώ εἰμι. ἔμπροσθέν μου οὐκ ἐγένετο ἄλλος Θεὸς καὶ μετ᾿ ἐμὲ οὐκ ἔσται.
Σεις όμως, οι ιδικοί μου προφήται, εγίνατε μάρτυρές μου. Και εγώ, λέγει Κυριος ο Θεός, είμαι ο μάρτυς ο αληθινός· και ο δούλος μου, ο ισραηλιτικός λαός, τον οποίον εγώ από όλα τα έθνη εξέλεξα, δια να μαρτυρή εκείνος περί εμού, και να γνωρίσετε και να πιστεύσετε και να κατανοήσετε, ότι εγώ από τον εαυτόν μου αιωνίως υπάρχω. Προ εμού δεν υπήρξεν άλλος Θεός, ούτε και έπειτα από εμέ θα υπάρξη.
11 ἐγὼ ὁ Θεός, καὶ οὐκ ἔστι πάρεξ ἐμοῦ ὁ σῴζων.
Εγώ είμαι ο αληθινός απειροτελειος Θεός και έκτος εμού δεν υπάρχει άλλος σωτήρ.
12 ἐγὼ ἀνήγγειλα καὶ ἔσωσα, ὠνείδισα καὶ οὐκ ἦν ἐν ὑμῖν ἀλλότριος. ὑμεῖς ἐμοὶ μάρτυρες καὶ ἐγὼ Κύριος ὁ Θεός.
Εγώ προανήγγειλα την απελευθέρωσίν σας και σας έσωσα. Εγώ σας ήλεγξα και σας ωνείδισα και δεν υπήρχε μεταξύ σας κανείς ξένος Θεός, δια να σας υπερασπισθή. Σεις, λοιπόν, κατόπιν όλων αυτών είσθε οι μάρτυρές μου και εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σας.
13 ἔτι ἀπ᾿ ἀρχῆς καὶ οὐκ ἔστιν ὁ ἐκ τῶν χειρῶν μου ἐξαιρούμενος· ποιήσω, καὶ τίς ἀποστρέψει αὐτό;
Απ' αρχής του χρόνου και προ πάσης αρχής της δημιουργίας εγώ υπάρχω και δεν υπάρχει κανείς άλλος, ο οποίος ημπορεί να να ελευθερώση κανένα από τα χέρια μου. Εγώ θα κάμω ο,τι απεφάσισα, και ποιός θα ημπορέση ποτέ να ματαίωση αυτό;”
14 Οὕτως λέγει Κύριος ὁ Θεὸς ὁ λυτρούμενος ὑμᾶς, ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ· ἕνεκεν ὑμῶν ἀποστελῶ εἰς Βαβυλῶνα καὶ ἐπεγερῶ φεύγοντας πάντας, καὶ Χαλδαῖοι ἐν πλοίοις δεθήσονται.
Αυτά λέγει Κυριος ο Θεός, ο οποίος σας ελευθερώνει πάντοτε από την αιχμαλωσίαν, ο άγιος Θεός του Ισραήλ. “Προς χάριν σας θα αποστείλω εγώ εις την Βαβυλώνα όργανον της τιμωρίας μου. Θα ξεσηκώσω και θα αναγκάσω να τραπούν εις πανικόβλητον φυγήν οι Βαβυλώνιοι, οι δε Χαλδαίοι θα δεθούν αιχμάλωτοι εις τα πλοία των.
15 ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ἅγιος ὑμῶν, ὁ καταδείξας Ἰσραὴλ βασιλέα ὑμῶν.
Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός, ο άγιος υμών, ο οποίος ανέδειξα Ιακώβ, τον πρόγονόν σας, ένδοξον ωσάν βασιλέα σας”.
16 οὕτως λέγει Κύριος, ὁ διδοὺς ἐν θαλάσσῃ ὁδὸν ἐν ὕδατι ἰσχυρῷ τρίβον,
Ούτω λέγει ο Κυριος, ο οποίος προς χάριν σας ήνοιξεν εντός της Ερυθράς θαλάσσης οδόν και ανάμεσα από πλήθος υδάτων δίοδον, δια να περάσετε.
17 ὁ ἐξαγαγὼν ἅρματα καὶ ἵππον καὶ ὄχλον ἰσχυρόν· ἀλλ᾿ ἐκοιμήθησαν καὶ οὐκ ἀναστήσονται, ἐσβέσθησαν ὡς λίνον ἐσβεσμένον.
“Εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος έβγαλα έξω από την Αίγυπτον και ωδήγησα έντος της Ερυθράς θαλάσσης τα πολεμικά άρματα του Φαραώ, το ιππικόν και τον πολυάριθμον εχθρικόν στρατόν του, οι οποίοι και επνίγησαν εντός των υδάτων. Δεν θα σηκωθούν πλέον από εκεί. Εσβησαν, όπως σβήνει το από λίνον φτιασμένο φυτίλι.
18 μὴ μνημονεύετε τὰ πρῶτα καὶ τὰ ἀρχαῖα μὴ συλλογίζεσθε.
'Αλλα μην ενθυμείσθε αυτά, που προηγήθησαν. Μη συλλογίζεσθε τα αρχαία, που έγιναν,
19 ἰδοὺ ἐγὼ ποιῶ καινὰ ἃ νῦν ἀνατελεῖ, καὶ γνώσεσθε αὐτά· καὶ ποιήσω ἐν τῇ ἐρήμῳ ὁδὸν καὶ τῇ ἀνύδρῳ ποταμούς.
διότι εγώ θα κάμω νέα θαυμαστά έργα, τα οποία τώρα θα αναφανούν και θα τα κατανοήσετε καλά. Θα κάμω δρόμον βατόν μέσα εις την έρημον, εις δε την ξηράν και άνυδρον χώραν θα στείλω ποταμούς υδάτων.
20 εὐλογήσουσί με τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ, σειρῆνες καὶ θυγατέρες στρουθῶν, ὅτι ἔδωκα ἐν τῇ ἐρήμῳ ὕδωρ καὶ ποταμοὺς ἐν τῇ ἀνύδρῳ ποτίσαι τὸ γένος μου τὸ ἐκλεκτόν,
Δια τα θαυμαστά αυτά έργα μου θα με δοξολογήσουν και αυτά ακόμη τα θηρία του αγρού. Γλαύκες και παιδιά στρουθοκαμήλων, διότι έδωσα εις την έρημον γην ύδωρ και ποταμούς εις την άνυδρον χώραν, δια να ποτίσω και ξεδιψάσω το εκλεκτόν γένος μου,
21 λαόν μου, ὃν περιεποιησάμην τὰς ἀρετάς μου διηγεῖσθαι.
τον ισραηλιτικόν λαόν, τον οποίον διετήρησα και περιεποιήθην, δια να διηγήται τας τελειότητάς μου και τα θαυμαστά έργα μου.
22 οὐ νῦν ἐκάλεσά σε, Ἰακώβ, οὐδὲ κοπιάσαι σε ἐποίησα, Ἰσραήλ.
Δεν σε εκάλεσα τώρα, ω λαέ του Ιακώβ, ούτε και σε έκαμα να υποβληθής εις κόπους προς χάριν μου, ω Ισραήλ.
23 οὐκ ἐμοὶ ἤνεγκας πρόβατα τῆς ὁλοκαρπώσεώς σου, οὐδὲ ἐν ταῖς θυσίαις σου ἐδόξασάς με· οὐκ ἐδούλωσά σε ἐν θυσίαις, οὐδὲ ἔγκοπον ἐποίησά σε ἐν λιβάνῳ,
Δεν μου προσέφερες πρόβατα ως ολοκαυτώματα, ούτε με τας θυσίας σου με εδοξασες. Εγώ δε δεν σε υπεχρέωσα ούτε και σε υπέβαλα στον κόπον να μου προσφέρη θυσίας στον τόπον της εξορίας σου, ούτε σε επεβάρυνα με κόπους να μου προσφέρης λιβανωτόν.
24 οὐδὲ ἐκτήσω μοι ἀργυρίου θυμίαμα, οὐδὲ τὸ στέαρ τῶν θυσιῶν σου ἐπεθύμησα, ἀλλὰ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις σου καὶ ἐν ταῖς ἀδικίαις σου προέστην σου.
Ούτε σε υπεχρεωσα να απόκτησης δια χρημάτων θυμίαμα εδώ, που ευρίσκεσαι, ούτε το λίπος των θυσιών μου εγώ επεθύμησα. Παρ' όλον τούτο εγώ υπήρξα προστάτης σου, καθ' ον χρόνον συ έμενες αμετανόητος εις τας αμαρτίας σου και εις τας αδικίας σου.
25 ἐγώ εἰμι, ὁ ἐξαλείφων τὰς ἀνομίας σου ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τὰς ἁμαρτίας σου καὶ οὐ μὴ μνησθήσομαι.
Εγώ είμαι, εγώ είμαι ο μόνος, ο οποίος σβήνω και εξαλείφω τας ανομίας σου ένεκεν της αγαθότητός μου και προς δόξαν μου, και δεν θα ενθυμηθώ πλέον τας αμαρτίας σου.
26 σὺ δὲ μνήσθητι καὶ κριθῶμεν· λέγε σὺ τὰς ἀνομίας σου πρῶτος, ἵνα δικαιωθῇς.
Συ όμως να έχης πάντοτε ύπ' όψιν σου τας ανομίας σου, να ενθυμήσαι ποίος είσαι, και έλα να δικασθώμεν. Λέγε συ πρώτος τας ανομίας σου, αναγνωρίζων εν μετανοία αυτάς, δια να λάβης δικαίωσιν και συγχώρησιν.
27 οἱ πατέρες ὑμῶν πρῶτοι καὶ οἱ ἄρχοντες ὑμῶν ἠνόμησαν εἰς ἐμέ,
Και αυτοί οι πρόγονοί σας πρώτοι και οι άρχοντες σας, διέπραξαν απέναντί μου αμαρτίας
28 καὶ ἐμίαναν οἱ ἄρχοντες τὰ ἅγιά μου, καὶ ἔδωκα ἀπολέσαι Ἰακὼβ καὶ Ἰσραὴλ εἰς ὀνειδισμόν.
και εμόλυναν οι άρχοντες τον άγιον ναόν μου. Δια τούτο παρέδωκα εις απώλειαν τους Ισραηλίτας, εις καταφρόνησιν και εξευτελισμόν».
123456789101112131415161718192021222324252627282930313233343536373839404142
43
4445464748495051525354555657585960616263646566Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα