ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΙΔΟΥ γὰρ βασιλεὺς δίκαιος βασιλεύσει, καὶ ἄρχοντες μετὰ κρίσεως ἄρξουσι.
Διότι ιδού, βασιλεύς δίκαιος θα βασιλεύση εις την Ιερουσαλήμ και οι άρχοντες αυτού θα κρίνουν και θα αποφασίζουν μετά δικαιοσύνης και ευθύτητος.
2 καὶ ἔσται ὁ ἄνθρωπος κρύπτων τοὺς λόγους αὐτοῦ καὶ κρυβήσεται ὡς ἀφ᾿ ὕδατος φερομένου· καὶ φανήσεται ἐν Σιὼν ὡς ποταμὸς φερόμενος ἔνδοξος ἐν γῇ διψώσῃ.
Τοτε ο άνθρωπος θα κρύπτη και θα φυλάττη στο βάθος της καρδίας του ως θησαυρόν τους λόγους της δικαιοσύνης και προστατευόμενος δια την δικαιοσύνην του από τον Θεόν, θα αποφύγη τα δεινά, τα οποία σαν πλημμύρα ύδατος θα επέρχωνται εναντίον του. Και θα φανή εις την Ιερουσαλήμ σαν πλούσιος ποταμός, περίφημος εις ξηράν και διψασμένην γην.
3 καὶ οὐκέτι ἔσονται πεποιθότες ἐπ᾿ ἀνθρώποις, ἀλλὰ τὰ ὦτα ἀκούειν δώσουσι.
Τοτε οι άνθρωποι δεν θα έχουν πλέον την πεποίθησίν των εις άλλους ανθρώπους, αλλά θα ανοίξουν τα αυτιά των να ακούουν τα λόγια του Κυρίου.
4 καὶ ἡ καρδία τῶν ἀσθενούντων προσέξει τοῦ ἀκούειν, καὶ αἱ γλῶσσαι αἱ ψελλίζουσαι ταχὺ μαθήσονται λαλεῖν εἰρήνην.
Αι καρδίαι εκείνων, που προηγουμένως ήσαν ασθενείς και τρέμοντες, όταν ήκουαν τον θείον λόγον, τώρα θα προσέξουν να ακούουν αυτόν. Και αι γλώσσαι αι οποίαι φοβισμένα προηγουμένως εψέλλιζαν τα θεία λόγια, τώρα θα μάθουν να ομιλούν με καθαρότητα τα περί της ειρήνης του Θεού.
5 καὶ οὐκέτι μὴ εἴπωσι τῷ μωρῷ ἄρχειν, καὶ οὐκέτι μὴ εἴπωσιν οἱ ὑπηρέται σου· σίγα.
Τοτε οι άνθρωποι δεν θα είπουν πλέον στον μωρόν και ανόητον να γίνη ο αρχηγός των και ούτε οι υπηρέται έφθασουν μέχρι της αυθαδείας να λέγουν στον κύριον των· Παψε.
6 ὁ γὰρ μωρὸς μωρὰ λαλήσει, καὶ ἡ καρδία αὐτοῦ μάταια νοήσει τοῦ συντελεῖν ἄνομα καὶ λαλεῖν πρὸς Κύριον πλάνησιν, τοῦ διασπεῖραι ψυχὰς πεινώσας καὶ τὰς ψυχὰς τὰς διψώσας κενὰς ποιῆσαι.
Διότι ο μωρός μωρίας θα λαλή και η καρδία αυτού θα είναι κούφια και μωρά. Αυτός θα σκέπτεται πάντοτε τα μάταια και τα μωρά δια να πράττη εκείνα, τα οποία δεν ειναι σύμφωνα με το θείον θέλημα, και να λέγη πλανεμένας και μωράς διδασκαλίας δια τον Κυριον, δια να διασκορπίση ψυχάς, αι οποίαι πεινούν δια την αλήθειαν, και ψυχάς, αι οποίαι διψούν δια την αλήθειαν, να τας κάμη περισσότερον αδειανάς και διψασμένας.
7 ἡ γὰρ βουλὴ τῶν πονηρῶν ἄνομα βουλεύσεται καταφθεῖραι ταπεινοὺς ἐν λόγοις ἀδίκοις καὶ διασκεδάσαι λόγους ταπεινῶν ἐν κρίσει.
Διότι η διάνοια των πονηρών ανθρώπων σκέπτεται πάντοτε τα πονηρά και τα παράνομα· να καταστρέψη με λόγια άδικα τους ταπεινούς και απλοϊκούς ανθρώπους, να διαλύση και αχρηστεύση στο δικαστήριον τους λόγους των ταπεινών ανθρώπων.
8 οἱ δὲ εὐσεβεῖς συνετὰ ἐβουλεύσαντο, καὶ αὕτη ἡ βουλὴ μενεῖ.
Οι ευσεβείς όμως άνθρωποι κατά την ημέρα εκείνην θα σκεφθούν συνετά και σοφά, δι'αυτό και η βουλή των θα μείνη.
9 Γυναῖκες πλούσιαι, ἀνάστητε, καὶ ἀκούσατε τῆς φωνῆς μου· θυγατέρες ἐν ἐλπίδι, εἰσακούσατε λόγους μου.
Σεις αι πλούσιαι γυναίκες, σηκωθήτε, ακούστε την φωνήν μου. Θυγατέρες της Ιουδαίας, αι οποίαι βαυκαλίζεσθε με ψευδείς ελπίδας, βάλτε εις τα αυτιά σας τα λόγια μου.
10 ἡμέρας ἐνιαυτοῦ μνείαν ποιήσασθε ἐν ὀδύνῃ μετ᾿ ἐλπίδος· ἀνήλωται ὁ τρυγητός, πέπαυται ὁ σπόρος καὶ οὐκέτι μὴ ἔλθῃ.
Μετά την πάροδον των ημερών ενός έτους, να ενθυμηθήτε με οδύνην τα λόγια μου· σεις, αι οποίαι τρέφεσθε τώρα με ματαίας ελπίδας. Θα έχη καταστραφή ο τρυγητός των αμπέλων, θα έχεη σταματήσει και χαθή η σπορά, και δεν θα έλθη πλέον θερισμός και συγκομιδή, των προϊόντων.
11 ἔκστητε, λυπήθητε, αἱ πεποιθυῖαι, ἐκδύσασθε, γυμναὶ γένεσθε, περιζώσασθε σάκκους τὰς ὀσφύας
Τρομάξατε εμπρός εις την συμφοραν που σας περιμένει. Καταληφθήτε από πένθος και λύπην σεις αι οποίαι σήμερον έχετε πεποίθησιν στον πλούτον και την επιτυχίαν Βγάλτε τα πολυτελή ενδύματά σας, γυμνωθήτε και φορέσατε σάκκους μετανοίας γύρω από την μέσην σας.
12 καὶ ἐπὶ τῶν μαστῶν κόπτεσθε ἀπὸ ἀγροῦ ἐπιθυμήματος καὶ ἀμπέλου γεννήματος.
Κτυπήσατε τα στήθη σας με λύπην και πένθος διότι έχουν καταστραφή οι περιπόθητοι αγροί σας και οι καρποφόροι αμπελώνες σας.
13 ἡ γῆ τοῦ λαοῦ μου, ἄκανθα καὶ χόρτος ἀναβήσεται, καὶ ἐκ πάσης οἰκίας εὐφροσύνη ἀρθήσεται·
Η χώρα του λαού μου έχει γεμίσει αγκάθια, χορτάρια πλέον φυτρώνουν εις αυτήν. Λογω δε της αφορίας και την πείνας, που θα επικράτηση, θα φύγη χαρά και η ευφροσύνη από κάθε σπίτι.
14 πόλις πλουσία, οἶκοι ἐγκαταλελειμμένοι πλοῦτον πόλεως καὶ οἴκους ἐπιθυμήματος ἀφήσουσι· καὶ ἔσονται αἱ κῶμαι σπήλαια ἕως τοῦ αἰῶνος, εὐφροσύνη ὄνων ἀγρίων, βοσκήματα ποιμένων,
Πολις μέχρι προ ολίγου πλουσία και ευημερούσα, θα είναι τώρα σπίτια έρημα και εγκαταλελειμμένα. Οι ίδιοι οι κάτοικοι τρομοκρατημένοι θα αφήσουν τα πλούτη της πόλεως και θα εγκαταλείψουν τους ωραίους επιθυμητούς οίκους των. Τα ερημωμένα χωριά των θα γίνουν παντοτεινά σπήλαια, όπου θα ευφραίνωνται άγριοι όνοι· θα γίνουν βοσκότοποι των ποιμένων.
15 ἕως ἂν ἔλθῃ ἐφ᾿ ὑμᾶς πνεῦμα ἀφ᾿ ὑψηλοῦ. καὶ ἔσται ἔρημος ὁ Χέρμελ, καὶ ὁ Χέρμελ εἰς δρυμὸν λογισθήσεται.
Εως ότου έλθη εις σας Πνεύμα του Θεού από τον ουρανόν, και τότε η έρημος θα γίνη πλουσία και εύφορος, όπως ο Καρμηλος, και. το όρος Καρμηλος θα μεταβληθή εις πυκνόν δάσος.
16 καὶ ἀναπαύσεται ἐν τῇ ἐρήμῳ κρίμα, καὶ δικαιοσύνη ἐν τῷ Καρμήλῳ κατοικήσει·
Και εις την έρημον ακόμη τότε θα επικρατήση δικαιοσύνη και εις αυτό το ορός Καρμηλος δικαιοσύνη· και εις αυτό το όρος Καρμηλος δικαιοσύνη θα κατοική.
17 καὶ ἔσται τὰ ἔργα τῆς δικαιοσύνης εἰρήνη, καὶ κρατήσει ἡ δικαιοσύνη ἀνάπαυσιν, καὶ πεποιθότες ἕως τοῦ αἰῶνος·
Εργον δε και αποτέλεσμα αυτής της δικαιοσύνης θα είναι η ειρήνη. Η δικαιοσύνη θα φέρη και θα απλώση μεταξύ των ανθρώπων την ανάπαυσιν και την ησυχίαν. Οι δε άνθρωποι θα προχωρούν πάντοτε, με πεποίθησιν στον Θεόν και την προστασίαν του.
18 καὶ κατοικήσει ὁ λαὸς αὐτοῦ ἐν πόλει εἰρήνης καὶ ἐνοικήσει πεποιθώς, καὶ ἀναπαύσονται μετὰ πλούτου.
Ο λαός θα κατοικήση εις πόλεις ειρηνικάς, θα κατοικήση με πεποίθησιν εις την ασφάλειάν του και θα αναπαυθούν οι ότνθρωποι με τον πλούτον των.
19 ἡ δὲ χάλαζα ἐὰν καταβῇ, οὐκ ἐφ᾿ ὑμᾶς ἥξει. καὶ ἔσονται οἱ ἐνοικοῦντες ἐν τοῖς δρυμοῖς πεποιθότες ὡς οἱ ἐν τῇ πεδινῇ.
Εάν δε και πέση χάλαζα, δεν θα επέλθη εναντίον σας. Εκείνοι οι οποίοι θα κατοικούν εις τα δάση, θα είναι τόσον ήσυχοι και ασφαλείς, όσον και εκείνοι, οι οποίοι κατοικούν εις τας πεδιάδας.
20 μακάριοι οἱ σπείροντες ἐπὶ πᾶν ὕδωρ, οὗ βοῦς καὶ ὄνος πατεῖ.
Ευτυχείς θα είναι εκείνοι, οι οποίοι θα σπείρουν εις μέρη, που ποτίζονται από ύδατα, και είναι ομαλά, ώστε ελεύθερα να πατούν εις αυτά το βόϊδι και ο όνος.
12345678910111213141516171819202122232425262728293031
32
33343536373839404142434445464748495051525354555657585960616263646566Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα