ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΟΥΑΙ τῷ στεφάνῳ τῆς ὕβρεως, οἱ μισθωτοὶ Ἐφραίμ· τὸ ἄνθος τὸ ἐκπεσὸν ἐκ τῆς δόξης ἐπὶ τῆς κορυφῆς τοῦ ὄρους τοῦ παχέος, οἱ μεθύοντες ἄνευ οἴνου.
Αλλοίμονον εις την με αλαζονείαν και αυθάδειαν στεφανωμένην Σαμάρειαν! Αλλοίμονον στους μισθοφόρους Ισραηλίτας στρατιώτας! Η ολάνθιστος δόξα των εμαράνθη κοι έπεσεν επάνω εις την κορυφήν κατταφύτου όρους. Αλλοίμονον στους Ισραηλίτας, αυτούς οι οποίοι είναι μεθυσμένοι χωρίς οίνον!
2 ἰδοὺ ἰσχυρὸν καὶ σκληρὸν ὁ θυμὸς Κυρίου ὡς χάλαζα καταφερομένη οὐκ ἔχουσα σκέπην, βίᾳ καταφερομένη· ὡς ὕδατος πολὺ πλῆθος σῦρον χώραν τῇ γῇ ποιήσει ἀνάπαυσιν ταῖς χερσί.
Διότι ιδού, μεγάλη και σκληρά είναι η οργή του Κυρίου εναντίον των. Εκσπᾷ ως χάλαζα, οποία επιπίπτει με ορμήν, και από την οποίαν δεν υπάρχει σκέπη προς προφύλαξιν, διότι ακατάσχετος είναι η ορμή της. Ομοιάζει προς την μεγάλην ορμητικήν πλημμύραν, που παρασύρει κάθε τι το οποίον θα συνάντηση στον δρόμον της, στον χώρον από όπου διέρχεται και καταδικάζει ως εκ τούτου εις αργίαν τας χείρας των γεωργών.
3 καὶ τοῖς ποσὶ καταπατηθήσεται ὁ στέφανος τῆς ὕβρεως, οἱ μισθωτοὶ τοῦ Ἐφραίμ.
Με τα πόδια των εχθρών θα καταπατηθή ο στέφανος της αλαζονείας, θα συντριβούν οι μισθοφόροι της φυλής Εφραίμ.
4 καὶ ἔσται τὸ ἄνθος τὸ ἐκπεσὸν τῆς ἐλπίδος τῆς δόξης ἐπ᾿ ἄκρου τοῦ ὄρους τοῦ ὑψηλοῦ ὡς πρόδρομος σύκου, ὁ ἰδὼν αὐτό, πρὶν ἢ εἰς τὴν χεῖραν αὐτοῦ λαβεῖν, θελήσει αὐτὸ καταπιεῖν.
Και το άνθος, που εμαράνθη και εξέπεσε, και έσβησεν η ελπίδα, που του παρείχεν η ομορφιά του και η δόξα του, θα είναι σαν πρωτόβγαλτο σύκο επάνω εις την κορυφήν υψηλού όρους, το οποίον εκείνος που θα το ίδη, θα θελήση, πριν το αρπάση εις τα χέρια του, να το καταπιή με βουλιμίαν. Αυτή θα είναι η μανία και ο πόθος των εχθρών κατά της Σαμαρείας.
5 τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἔσται Κύριος σαβαὼθ ὁ στέφανος τῆς ἐλπίδος ὁ πλακεὶς τῆς δόξης τῷ καταλειφθέντι μου λαῷ·
Κατά την μεγάλην όμως εκείνην ημέραν ο Κυριος των δυνάμεων, ο παντοκράτωρ, θα είναι στον απολειφθέντα λαόν μου καλοπλεγμένος στέφανος δόξης.
6 καταλειφθήσονται ἐπὶ πνεύματι κρίσεως ἐπὶ κρίσιν καὶ ἰσχὺν κωλύων ἀνελεῖν.
Θα απομείνουν τότε άνθρωποι με πνεύμα δικαιοσύνης, δια να κρίνουν εν δικαιοσύνη και οι οποίοι θα εμποδίζουν τους ισχυρούς, να εκτρέπωνται εις φόνους.
7 οὗτοι γὰρ οἴνω πεπλανημένοι εἰσίν, ἐπλανήθησαν διὰ τὸ σίκερα· ἱερεὺς καὶ προφήτης ἐξέστησαν διὰ τὸ σίκερα, κατεπόθησαν διὰ τὸν οἶνον, ἐσείσθησαν ἀπὸ τῆς μέθης, ἐπλανήθησαν· τοῦτ᾿ ἔστι φάσμα.
Θα υπάρχουν βέβαια και οι άνθρωποι οι μέθυσοι, οι οποίοι θα κλονίζωνται να πέσουν από την οινοποσίαν· αυτοί, που θα τρικλίζουν από τα οινοπνευματώδη ποτά. Και αυτοί ακόμη οι ιερείς και προφήται θα έχουν περιέλθει εις κατάστασιν σκοτισμού από τα οινοπνευματώδη ποτά. Εχουν κυριολεκτικώς βυθισθή και απορροφηθή εις την οινοποσίαν. Παρεπλανήθησαν στον δρόμον των. Οικτρόν φάντασμα θα είναι η εμφάνισις των αυτή !
8 ἀρὰ ἔδεται ταύτην τὴν βουλήν· αὕτη γὰρ ἡ βουλὴ ἕνεκεν πλεονεξίας.
Κατάρα θα φάγη αυτήν την ροπήν προς την οινοποσίαν, διότι αυτή η απόφασίς των προέρχεται από τον αχοόταστον πόθον του οίνου.
9 τίνι ἀνηγγείλαμεν κακὰ καὶ τίνι ἀνηγγείλαμεν ἀγγελίαν, οἱ ἀπογεγαλακτισμένοι ἀπὸ γάλακτος, οἱ ἀπεσπασμένοι ἀπὸ μαστοῦ;
Και οι μέθυσοι άρχοντες ερωτούν· “εναντίον τίνος ημείς προανηγγείλαμεν θλίψεις και τιμωρίας; Εναντίον τίνος εκηρύξαμεν απειλητικά μηνύματα; Ημεϊς, οι οποίοι είμεθα σαν τα αθώα νήπια, που μόλις τώρα έπαυσαν να τρώγουν γάλα, μόλις τώρα απεμακρύνθησαν από τον μητρικόν μαστόν;
10 θλῖψιν ἐπὶ θλῖψιν προσδέχου, ἐλπίδα ἐπ᾿ ἐλπίδι, ἔτι μικρὸν ἔτι μικρὸν
Θλίψιν επάνω εις την θλίψιν μας λέγετε να περιμένωμεν. Ελπίδα επάνω εις την ελπίδα μας υπόσχεσθε, ακόμη ολίγον χρόνον, ολίγον χρόνον ακόμη και θα γίνουν αυτά”.
11 διὰ φαυλισμὸν χειλέων διὰ γλώσσης ἑτέρας, ὅτι λαλήσουσι τῷ λαῷ τούτῳ
Δια τον εκφαυλισμόν και την καταφρόνησιν του προφητικού κηρύγματος, δια την παράδοξον υβριστικήν γλώσσαν των θα επιτρέψη ο Θεός να λαλήσουν εναντίον του λαού αυτού οι κατακτηταί,
12 λέγοντες αὐτῷ· τοῦτο τὸ ἀνάπαυμα τῷ πεινῶντι καὶ τοῦτο τὸ σύντριμμα, καὶ οὐκ ἠθέλησαν ἀκούειν.
λέγοντες· “η ανάπαυσις και ο χορτασμός στον υποφέροντα Ιουδαϊκόν λαόν είναι η υπακοή στο θέλημα του Θεού. Και ιδού τώρα ποιά είναι η καταστροφή του λαού αυτού εξ αιτίας της παρακοής στον λόγον του Κυρίου”. Αυτοί δεν ηθέλησαν να ακούσουν και να εννοήσουν τούτο.
13 καὶ ἔσται αὐτοῖς τὸ λόγιον Κυρίου τοῦ Θεοῦ θλῖψις ἐπὶ θλῖψιν, ἐλπὶς ἐπ᾿ ἐλπίδι, ἔτι μικρὸν ἔτι μικρόν, ἵνα πορευθῶσι καὶ πέσωσιν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ κινδυνεύσουσι καὶ συντριβήσονται καὶ ἁλώσονται.
Δια τούτο και θα πραγματοποιθή εις αυτούς ο λόγος Κυρίου του Θεού. Η μία θλίψις θα είναι συνέχεια της άλλης θλίψεως, έφ' όσον παροοκούουν στον Κυριον. Εντός ολίγου θα συμβούν αυτά, δια να πορευθούν οι καταφρονηταί του Θεού εις αιμαλωσίαν και να πέσουν οι υπισθοχωρούντες· να κινδυνεύσουν, να συντριβούν και να συλληφθούν αιχμάλωτοι.
14 διὰ τοῦτο ἀκούσατε λόγον Κυρίου, ἄνδρες τεθλιμμένοι καὶ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ τούτου τοῦ ἐν Ἰερουσαλήμ·
Δια τούτο, ακούσατε, λοιπόν, τον λόγον του Κυρίου σεις οι θλιμμένοι άνδρες και οι άρχοντες του λαού τούτου, που κατοικεί εις την Ιερουσαλήμ.
15 ὅτι εἴπατε· ἐποιήσαμεν διαθήκην μετὰ τοῦ ᾅδου καὶ μετὰ τοῦ θανάτου συνθήκας, καταιγὶς φερομένη ἐὰν παρέλθῃ οὐ μὴ ἔλθῃ ἐφ᾿ ἡμᾶς· ἐθήκαμεν ψεῦδος τὴν ἐλπίδα ἡμῶν καὶ τῷ ψεύδει σκεπασθησόμεθα.
Διότι σεις είπατε· “εκάμαμεν συμφωνίαν με τον άδην, υπεγράψαμεν συμβόλαιον με τον θάνατον και έτσι, εάν εκσπάση βιαία καταιγίς συμφοράς δεν θα επέλθη εναντίον μας. Εθέσαμεν την ελπίδα μας επάνω στο ψεύδος και με το ψεύδος αυτό θα σκεπασθώμεν, δια να αποφύγωμεν τον κίνδυνον”!
16 διὰ τοῦτο οὕτω λέγει Κύριος Κύριος· ἰδοὺ ἐγὼ ἐμβαλῶ εἰς τὰ θεμέλια Σιὼν λίθον πολυτελῆ ἐκλεκτὸν ἀκρογωνιαῖον, ἔντιμον, εἰς τὰ θεμέλια αὐτῆς, καὶ ὁ πιστεύων ἐπ᾿ αὐτῷ οὐ μὴ καταισχυνθῇ.
Δια τούτο αυτά λέγει ο Κυριος· “ιδού, εγώ θα θέσω εις τα θεμέλια της πνευματικής Σιών λίθον πολυτελή, εκλεκτόν, ακρογωνιαίον, πολύτιμον· και εκείνος, ο οποίος θα πιστεύση και θα στηρίξη την πεποίθησίν του στον λίθον τούτον, δεν θα εντροπιασθή.
17 καὶ θήσω κρίσιν εἰς ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλεημοσύνη μου εἰς σταθμούς, καὶ οἱ πεποιθότες μάτην ψεύδει· ὅτι οὐ μὴ παρέλθῃ ὑμᾶς καταιγίς,
Θα θέσω την δικαιοσύνην μαζή με την ελπίδα, το δε έλεός μου θα είναι πλούσιον. Και σεις, που έστηρίξατε την πεποίθησίν σας στο ψεύδος, ματαίως ηλπίσατε, ότι δεν θα επέλθη εναντίον σας η καταιγίς.
18 μὴ καὶ ἀφέλῃ ὑμῶν τὴν διαθήκην τοῦ θανάτου, καὶ ἡ ἐλπὶς ὑμῶν ἡ πρὸς τὸν ᾅδην οὐ μὴ ἐμμείνῃ· καταιγὶς φερομένη ἐὰν ἐπέλθῃ, ἔσεσθε αὐτῇ εἰς καταπάτημα.
Και ότι δεν θα αφαιρέση τάχα και δεν θα καταλύση την συνθήκην σας με τον θάνατον. Η ελπίδα σας, που εστηρίξατε στον άδην, δεν θα παραμείνη. Οταν δε επέλθη εναντίον σας η ορμητική καταιγίς, θα σας καταπατήση.
19 ὅταν παρέλθῃ, λήψεται ὑμᾶς· πρωΐ πρωΐ παρελεύσεται ἡμέρας, καὶ ἐν νυκτὶ ἔσται ἐλπὶς πονηρά· μάθετε ἀκούειν.
Οταν εκσπάση αυτή η καταιγίς, θα σας παραλάβη και θα σας παρασύρη. Καποιαν ημέραν πρωϊ πρωϊ θα επέλθη και κατά την νύκτα θα περιμένετε με τρόμον συμφοράς και ολέθρους”. Μαθετε λοιπόν τώρα, που ακόμη είναι καιρός, να υπακούετε στο θέλημα του Κυρίου.
20 στενοχωρούμενοι οὐ δυνάμεθα μάχεσθαι, αὐτοὶ δὲ ἀσθενοῦμεν τοῦ ὑμᾶς συναχθῆναι.
Διότι άλλως θα πολιορκηθήτε από τους εχθρούς σας και θα λέγετε· “Επειδή στενοχωρούθα από όλα τα σημεία, δεν είμεθα εις θέσιν να πολεμήσωμεν. Είμεθα ασθενείς και ανίκανοι να συγκεντρωθώμεν εις πόλεμον”.
21 ὥσπερ ὄρος ἀσεβῶν ἀναστήσεται Κύριος, καὶ ἔσται ἐν τῇ φάραγγι Γαβαών· μετὰ θυμοῦ ποιήσει τὰ ἔργα αὐτοῦ, πικρίας ἔργον· ὁ δὲ θυμὸς αὐτοῦ ἀλλοτρίως χρήσεται, καὶ ἡ πικρία αὐτοῦ ἀλλοτρία.
Θα εγερθή ο Κυριος εναντίον του αμαρτωλού Ιουδαϊκού λαού, όπως επολέμησεν άλλοτε τους ασεβείς επάνω στο όρος. Θα γίνη ο,τι και εις την κοιλάδα Γαβαών. Με θυμόν θα πραγματοποίηση τα εναντίον των Ιουδαίων έργα του ο Κυριος. Και το έργον του αυτό θα είναι πικρόν και σκληρόν δια σας. Ο θυμός του Κυρίου θα είναι διαφορετικός από άλλοτε. Ασυνήθης η πικρά τιμωρία, την οποίαν θα χρησιμοποίηση εναντίον των αμαρτωλών Ιουδαίων.
22 καὶ ὑμεῖς μὴ εὐφρανθείητε, μηδὲ ἰσχυσάτωσαν ὑμῶν οἱ δεσμοὶ διότι συντετελεσμένα καὶ συντετμημένα πράγματα ἤκουσα παρὰ Κυρίου σαβαώθ, ἃ ποιήσει ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν.
Λοιπόν, σεις μη ευφραίνεσθε και μη στηρίζεσθε στους δεσμούς και τας συμμαχίας σας με τους Αιγυπτίους, διότι εγώ ήκουσα από τον Κυριον παντοκράτορα αποφάσεις και πράγματα βέβαια, σαν να έχουν ήδη πραγματοποιηθή εις βραχύν χρόνον. Ηκουσα όλα εκείνα, τα οποία θα πραγματοποίηση εις βάρος όλης της χώρας σας.
23 ἐνωτίζεσθε καὶ ἀκούετε τῆς φωνῆς μου, προσέχετε καὶ ἀκούεται τοὺς λόγους μου.
Βαλτε μέσα εις τα αυτιά σας, ακούστε την φωνήν μου, δώστε προσοχήν και ακούστε τους λόγους, που θα σας πω.
24 μὴ ὅλην τὴν ἡμέραν ἀροτριάσει ὁ ἀροτριῶν; ἢ σπόρον προετοιμάσει πρὶν ἐργάσασθαι τὴν γῆν;
Μηπως ο γεωργός, που κάνει χωράφι, θα οργώνη όλας τάςημέρας τον αγρόν του; Πριν αρχίση το οργωμα του αγρού, δεν προετοιμάζει τον σπόρον;
25 οὐχ ὅταν ὁμαλίσῃ τὸ πρόσωπον αὐτῆς, τότε σπείρει μικρὸν μελάνθιον ἢ κύμινον καὶ πάλιν σπείρει πυρὸν καὶ κριθὴν καὶ κέγχρον καὶ ζέαν ἐν τοῖς ὁρίοις σου;
Ο γεωργός, δηλαδή, αφού οργώση και σβαρνίση τον αγρόν του, τότε δεν σπείρει ολίγον σπύρον του μελανθίου η το κύμινον και πάλιν κατόπιν σπείρει το σιτάρι η το κριθάρι η το κεχρί η το ασπροκαλάμποκο εις τα όρια του αγρού του;
26 καὶ παιδευθήσῃ κρίματι Θεοῦ σου καὶ εὐφρανθήσῃ.
Διάφορα σπέρματα, στον κατάλληλον καιρόν και υστέρα από την πρέπουσαν καλλιέργειαν, τα σπείρει ο γεωργός. Και συ, ο πνευματικός αγρός του Κυρίου, θα παιδαγωγηθ·ης με την ασύγκριτον δικαιοσύνην και αγαθότητα του Θεού σου. " Ετσι δε παιδαγωγούμενος θα απόκτησης χαράν και ειρήνην.
27 οὐ γὰρ μετὰ σκληρότητος καθαίρεται τὸ μελάνθιον, οὐδὲ τροχὸς ἁμάξης περιάξει ἐπὶ τὸν κύμινον, ἀλλὰ ράβδῳ τινάσσεται τὸ μελάνθιον,
Με πατρικήν αγάπην θα σας παιδαγωγήση ο Θεός, διότι το μελάνθιον δεν καθαρίζεταί με σκληρά κτυπήματα, ούτε οι τροχοί της αλωνιστικής αμάξης θα κυλίωνται επάνω στο κύμινον δια τον καθαρισμόν του, αλλά με ραβδί μόνον τινάσσεται το μελάνθιον.
28 τὸ δὲ κύμινον μετὰ ἄρτου βρωθήσεται. οὐ γὰρ εἰς τὸν αἰῶνα ἐγώ εἰμι ὑμῖν ὀργισθήσομαι, οὐδὲ φωνὴ τῆς πικρίας μου καταπατήσει ὑμᾶς.
Το δε κύμινον ζυμώνεται και τρώγεται μαζή με το ψωμί, το οποίον και νοστιμαίνει. Ετσι πράττω και εγώ, λέγει ο Κυριος. Διότι δεν θα κρατήσω την οργήν μου εναντίον σας αιωνίως, ούτε ο αυστηρός και πικρός δια σας λόγος μου θα σας καταπάτηση και θα σας συντρίψη”.
29 καὶ ταῦτα παρὰ Κυρίου σαβαὼθ ἐξῆλθε τὰ τέρατα· βουλεύσασθε, ὑψώσατε ματαίαν παράκλησιν.
Ολα αυτά τα καταπληκτικά γεγονότα ανηγγέλθησαν από τον Κυριον παντοκράτορα. Σκεφθήτε καλά, απομακρύνατε από την καρδίαν σας κάθε αλ-λην ματαίαν και ανωφελή παρηγορίαν.
123456789101112131415161718192021222324252627
28
2930313233343536373839404142434445464748495051525354555657585960616263646566Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα