ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 Τ… ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ᾄσονται τὸ ᾆσμα τοῦτο ἐπὶ γῆς Ἰούδα· ἰδοὺ πόλις ἰσχυρά, καὶ σωτήριον ἡμῶν θήσει τεῖχος καὶ περίτειχος.
Κατά την ημέραν εκείνην οι λυτρωμένοι θα ψάλλουν τούτο το επινίκειον άσμα εις την χώραν της Ιουδαίας· Ιδού, πόλις ισχυρά, ω Ιερουσαλήμ. Σωτήριον τείχος θα θέση γύρω από αυτήν. Και άλλο τείχος γύρω από το πρώτον.
2 ἀνοίξατε πύλας, εἰσελθέτω λαὸς φυλάσσων δικαιοσύνην καὶ φυλάσσων ἀλήθειαν,
Ανοίξατε τας πύλας της πόλεως, δια να εισελθη ο λαός εις αυτήν· ο λαός, ο οποίος φυλάσσει δικαιοσύνην, τηρεί και σέβεται την αληθειαν,
3 ἀντιλαμβανόμενος ἀληθείας καὶ φυλάσσων εἰρήνην. ὅτι ἐπὶ σοὶ ἐλπίδι
κρατεί σταθερά την αλήθειαν, αγαπά και φυλάσσει την ειρήνην, διότι εις σε τον Θεόν της ειρήνης
4 ἤλπισαν, Κύριε, ἕως τοῦ αἰῶνος, ὁ Θεὸς ὁ μέγας, ὁ αἰώνιος,
έχει στηρίξει τας ελπίδας του, Κυριε, πάντοτε. Εις σέ, ω μεγάλε και αιώνιε Θεέ.
5 ὃς ταπεινώσας κατήγαγες τοὺς ἐνοικοῦντας ἐν ὑψηλοῖς· πόλεις ὀχυρὰς καταβαλεῖς καὶ κατάξεις ἕως ἐδάφους,
Εις σέ, ο οποίος εταπείνωσες και έρριψες κάτω εις την γην αυτούς, οι οποίοι κατοικούσαν εις υψηλάς και επιφανείς θέσεις. Συ θα καταβάλης οχυράς ασεβείς πόλεις, θα τας κρημνίσης έως κάτω στο έδαφος.
6 καὶ πατήσουσιν αὐτοὺς πόδες πρᾳέων καὶ ταπεινῶν.
Οι πόδες των πράων και των ταπεινών ανθρώπων θα πατήσουν επάνω εις αυτάς.
7 ὁδὸς εὐσεβῶν εὐθεῖα ἐγένετο, καὶ παρεσκευασμένη ἡ ὁδὸς τῶν εὐσεβῶν.
Ευθεία και χωρίς προσκόμματα έγινεν η οδός των ευσεβών, ητοιμασμένος και παρεσκευασμένος από σε ο δρόμος των.
8 ἡ γὰρ ὁδὸς Κυρίου κρίσις· ἠλπίσαμεν ἐπὶ τῷ ὀνόματί σου καὶ ἐπὶ τῇ μνείᾳ,
Και τούτο, διότι η οδός του Κυρίου είναι δικαία και ευθεία, ημείς δε έχομεν στηρίξει τας ελπίδας μας στο Ονομά σου, εις την ιδικήν σου πάντοτε ανάμνησιν,
9 ᾗ ἐπιθυμεῖ ἡ ψυχὴ ἡμῶν. ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμα μου πρός σε, ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς. δικαιοσύνην μάθετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς.
την οποίαν και επιθυμεί η ψυχή μας. Τοσον σφοδρώς σε ποθεί η καρδία μας, ώστε από την νύκτα, από το γλυκοχάραμα αγρυπνεί το πνεύμα μου προς σε, ω Θεέ μου, διότι γνωρίζω ότι φως είναι τα προστάγματά σου δια τους ανθρώπους της γης. Δικαιοσύνην, λοιπόν, Θεού μάθετε και εφαρμόσατε σεις, οι άνθρωποι, που κατοικείτε την γην.
10 πέπαυται γὰρ ὁ ἀσεβής· πᾶς ὃς οὐ μὴ μάθῃ δικαιοσύνην ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλήθειαν οὐ μὴ ποιήσει· ἀρθήτω ὁ ἀσεβής, ἵνα μὴ ἴδῃ τὴν δόξαν Κυρίου.
Θα παύση πλέον να υπάρχη ο ασεβής· καθένας ο οποίος δεν θα μάθη να πράττη δικαιοσύνην επί της γης, ούτε την αλήθειαν θα μάθη να εφαρμοζη. Ας ξερριζωθή ο ασεβής, δια να μη ίδη την δόξαν του Κυρίου, δια την οποίαν είναι και ανάξιος.
11 Κύριε, ὑψηλός σου ὁ βραχίων, καὶ οὐκ ᾔδεισαν, γνόντες δὲ αἰσχυνθήσονται. ζῆλος λήψεται λαὸν ἀπαίδευτον, καὶ νῦν πῦρ τοὺς ὑπεναντίους ἔδεται.
Κυριε, υψωμένος είναι πάντοτε ο παντοδύναμος τιμωρός βραχίων σου, δια να επιπέση κατά των ασεβών. Αυτοί όμως δεν εγνώρισαν τούτο. Οταν όμως δια της προσωπικής των πείρας γνωρίσουν την δικαίαν τιμωρίαν σου, θα κατεντροπιασθούν. Ζήλος θα καταλάβη τον ασεβή και απαιδαγώγητον λαόν και πυρ θα καταφάγη τους εχθρούς σου, Κυριε.
12 Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, εἰρήνην δὸς ἡμῖν, πάντα γὰρ ἀπέδωκας ἡμῖν.
Κυριε ο Θεός μας, δώσε εις ημάς ειρήνην, διότι όλα τα άλλα μας τα έχεις δώσει.
13 Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, κτῆσαι ἡμᾶς, Κύριε, ἐκτός σου ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, τὸ ὄνομά σου ὀνομάζομεν.
Κυριε ο Θεός μας, ιδιοκτησίαν σου μόνιμον και αναφαίρετον κάμε ημάς, διότι έκτος από σε ημείς δεν γνωρίζομεν άλλον· το Ονομά σου πάντοτε ημείς επικαλούμεθα.
14 οἱ δὲ νεκροὶ ζωὴν οὐ μὴ ἴδωσιν, οὐδὲ ἰατροὶ οὐ μὴ ἀναστήσουσι· διὰ τοῦτο ἐπήγαγες καὶ ἀπώλεσας καὶ ᾖρας πᾶν ἄρσεν αὐτῶν.
Οι ασεβείς, όμως, οι πνευματιώς νεκροί, δεν θα ίδουν και δεν θα απολαύσουν την αιωνίαν ζωήν και ειρήνην. Ούτε ιατροί θα τους αναστήσουν από την πνευματικήν των νέκρωσιν. Δια τούτο επέφερες κακά εναν τίον αυτών, εξολόθρευσες και εξηφάνισες κάθε άρρενα απόγονον των, ώστε να λείψη η γενεά των.
15 πρόσθες αὐτοῖς κακά, Κύριε, πρόσθες κακὰ τοῖς ἐνδόξοις τῆς γῆς.
Πρόσθεσε, εν τη δικαιοσύνη σου, σκληράς τιμωρίας, Κυριε· πρόσθεσε τιμωρίας μεγάλας εναντίον των ενδόξων, αλλά ασεβών, ανθρώπων της γης.
16 Κύριε, ἐν θλίψει ἐμνήσθην σου, ἐν θλίψει μικρᾷ ἡ παιδεία σου ἡμῖν.
Κυριε, κατά το διάστημα θλίψεων σε ενεθυμήθημεν. Μικρά ήτο η θλίψις, δια της οποίας παιδαγωγικώς μας ετιμώρησες.
17 καὶ ὡς ἡ ὠδίνουσα ἐγγίζει τοῦ τεκεῖν καὶ ἐπὶ τῇ ὠδῖνι αὐτῆς ἐκέκραξεν, οὕτως ἐγενήθημεν τῷ ἀγαπητῷ σου διὰ τὸν φόβον σου, Κύριε.
Οπως δε η επίτοκος γυνή, όταν έλθη η ώρα του τοκετού, κραυγάζει ένεκα της οδύνης, έτσι και ημείς κατελήφθημεν από οδύνην αναμένοντες την έλευσιν του ηγαπημένου σου, του Μεσσίου, δια τον ιερόν φόβον σου, Κυριε.
18 ἐν γαστρὶ ἐλάβομεν καὶ ὠδινήσαμεν καὶ ἐτέκομεν· πνεῦμα σωτηρίας σου ἐποιήσαμεν ἐπὶ τῆς γῆς, οὐ πεσούμεθα, ἀλλὰ πεσοῦνται πάντες οἱ ἐνοικοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς.
Και ημείς συνελάβαμεν πνευματικώς εν γαστρί, εδοκιμάσαμεν τους πόνους του τοκετού και εγεννήσαμεν πνεύμα σωτηρίας. Εφέραμεν εις φως μεταξύ των ανθρώπων της γης, που μας έδωκεν η από σε σωτηρία. Δια τούτο και δεν θα ηττηθώμεν, ούτε και θα πέσωμεν ημείς. Αλλά θα πέσουν οι ασεβείς, οι οποίοι κατοικούν εις την γην.
19 ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καὶ ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις, καὶ εὐφρανθήσονται οἱ ἐν τῇ γῇ· ἡ γὰρ δρόσος ἡ παρὰ σοῦ ἴαμα αὐτοῖς ἐστιν, ἡ δὲ γῆ τῶν ἀσεβῶν πεσεῖται.
Οι ευσεβείς νεκροί θα αναστηθούν και θα εγερθούν όλοι. όσοι ευρίσκονται εις τα μνήματα. Θα ευφρανθούν οι ευρισκόμενοι εις την γην, διότι η από σε κατερχομένη θεία και ζωογόνος δρόσος είναι θεραπεία δι' αυτούς. Η δε χώρα των ασεβών θα πέση και θα καταστραφή.
20 βάδιζε, λαός μου, εἴσελθε εἰς τὰ ταμιεῖά σου, ἀπόκλεισον τὴν θύραν σου, ἀποκρύβηθι μικρὸν ὅσον ὅσον, ἕως ἂν παρέλθῃ ἡ ὀργὴ Κυρίου·
Προχώρει με ελπίδα, ω λαέ μου, λέγει ο Κυριος. Είσελθε εις τα πλέον εσωτερικά δωμάτια του οίκου σου, κλείσε εκεί την θύραν σου και απομονώσου, κρύψου επί μικρόν χρονικόν διάστημα, έως ότου παρέλθη η οργή του Κυρίου, που μέλλει να εκσπάση.
21 ἰδοὺ γὰρ Κύριος ἀπὸ τοῦ ἁγίου ἐπάγει τὴν ὀργὴν ἐπὶ τοὺς ἐνοικοῦντας ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ ἀνακαλύψει ἡ γῆ τὸ αἷμα αὐτῆς καὶ οὐ κατακαλύψει τοὺς ἀνῃρημένους ἐπ᾿ αὐτῆς.
Διότι ιδού, ο Κυριος επιφέρει από τον άγιον ουρανόν την οργήν του εναντίον των κατοίκων της γης. Θα ξεσκεπάση η γη το αθώον αίμα, που εχύθη επάνω εις αυτήν, δεν θα σκεπάση τους φονευθέντας, δια να είναι φανεροί στον Θεόν και προκαλούν την δικαίαν οργήν εναντίον των φονευτών,
12345678910111213141516171819202122232425
26
27282930313233343536373839404142434445464748495051525354555657585960616263646566Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα