ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΩΣ καταιγὶς δι᾿ ἐρήμου διέλθοι ἐξ ἐρήμου ἐρχομένη ἐκ γῆς, φοβερὸν
Αποκαλυπτικόν όραμα περί της ερημώσεως Βαβυλώνος. Σαν καταιγίς, η οποία διέρχεται με σφοδρότητα και ορμήν δια μέσου της ερήμου, από άλλην έρημον προερχομένη,
2 τὸ ὅραμα καὶ σκληρὸν ἀνηγγέλη μοι. ὁ ἀθετῶν ἀθετεῖ, ὁ ἀνομῶν ἀνομεῖ. ἐπ᾿ ἐμοὶ οἱ Ἐλαμῖται, καὶ οἱ πρέσβεις τῶν Περσῶν ἐπ᾿ ἐμὲ ἔρχονται. νῦν στενάξω καὶ παρακαλέσω ἐμαυτόν.
έτσι τρομερόν υπήρξε και το όραμα, που μου απεκαλύφθη, και σκληρόν αυτό, το οποίον μου ανήγγειλεν ο Θεός. Ο παραβαίνων το θείον θέλημα θα εξακολουθή να το παραβαίνη. Και ο καταπατών τον θείον Νομον θα εξακολουθή να παρανομή. Εναντίον εμού του Ασσυρίου έρχονται οι Ελαμίται και αι πρέσβεις των Περσών. Θα στενάξω τώρα από τον πόνον και θα προσπαθήσω να παρηγορήσω τον εαυτόν μου.
3 διὰ τοῦτο ἐνεπλήσθη ἡ ὀσφύς μου ἐκλύσεως, καὶ ὠδῖνες ἔλαβόν με ὡς τὴν τίκτουσαν· ἠδίκησα τοῦ μὴ ἀκοῦσαι, ἐσπούδασα τοῦ μὴ βλέπειν.
Δια τούτο παρέλυσε τελείως και ητόνησεν η μέση μου. Με κατέλαβαν οξείς πόνοι σαν εκείνους, οι οποίοι καταλαμβάνουν την γυναίκα, που γεννά. Διέπραξα αδικίας στο παρελθόν. Δεν ηθέλησα να ακούσω τας ορθάς υποδείξεις και προσεπάθησα να μη βλέπω την αλήθειαν.
4 ἡ καρδία μου πλανᾶται, καὶ ἡ ἀνομία με βαπτίζει, ἡ ψυχή μου ἐφέστηκεν εἰς φόβον.
Η καρδία μου κτυπά με ορμήν, σαν να περιπλανάται μέσα στο στήθος μου. Εχω βυθισθή μέσα εις τα παράνομα έργα μου. Η ψυχή μου περιέπεσεν εις μεγάλον φόβον.
5 ἑτοίμασον τὴν τράπεζαν· φάγετε, πίετε· ἀναστάντες, οἱ ἄρχοντες, ἑτοιμάσατε θυρεούς.
Κατά την κρίσιμον αυτήν ώραν του κινδύνου ετοίμασε, ω Βαδυλών, τα συμπόσιά σου· φάγετε και πίετε αμέριμνοι· οι εχθροί σας όμως ευρίσκονται προ των τειχών σας. Και λοιπόν σεις οι άρχοντες σηκωθήτε και ετοιμάσατε τας μεγάλας ασπίδας προς άμυναν.
6 ὅτι οὕτως εἶπε πρός με Κύριος· βαδίσας σεαυτῷ στῆσον σκοπὸν καὶ ὃ ἂν ἴδῃς ἀνάγγειλον·
Διότι ο Κυριος έτσι μου είπε· “πήγαινε και στάσου σκοπός, παρατήρησε ολόγυρα και. αυτό, το οποίον θα ίδης ανάγγειλέ το”.
7 καὶ εἶδον ἀναβάτας ἱππεῖς δύο καὶ ἀναβάτην ὄνου καὶ ἀναβάτην καμήλου. ἀκρόασαι ἀκρόασιν πολλὴν
Εἶδον δύο ιππείς, τον ένα να επιβαίνη επί όνου και τον άλλον να επιβαίνη εις κάμηλον. “Ακροάσου με πολλήν προσοχήν αυτά, που θα ακούσης.
8 καὶ κάλεσον Οὐρίαν εἰς τὴν σκοπιὰν Κυρίου. καὶ εἶπεν· ἔστην διαπαντὸς ἡμέρας καὶ ἐπὶ τῆς παρεμβολῆς ἐγὼ ἔστην ὅλην τὴν νύκτα,
Καλεσε δε και τον Ουρίαν εις την σκοπιάν αυτήν του Κυρίου”. Και ο προφήτης είπε· Καθ' όλον το διάστημα της ημέρας και της νυκτός εστάθην εγώ επάνω εις την σκοπιάν
9 καὶ ἰδοὺ αὐτὸς ἔρχεται ἀναβάτης ξυνωρίδος. καὶ ἀποκριθεὶς εἶπε· πέπτωκε πέπτωκε Βαβυλών, καὶ πάντα τὰ ἀγάλματα αὐτῆς, καὶ τὰ χειροποίητα αὐτῆς συνετρίβησαν εἰς τὴν γῆν.
και ιδού, έρχονται δύο έφιπποι άνδρες. Και ένας από αυτούς έλαβε τον λόγον και εφωναξε· “έπεσε πλέον, έπεσεν η Βαβυλών· συνετρίβησαν δε όλα τα είδωλα αυτής και όλα τα χειροποίητα αντικείμενα της λατρείας επάνω στο έδαφος”.
10 ἀκούσατε, οἱ καταλελειμμένοι καὶ οἱ ὀδυνώμενοι, ἀκούσατε ἃ ἤκουσα παρὰ Κυρίου σαβαώθ· ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ ἀνήγγειλεν ἡμῖν.
Ακούσατε, λοιπόν, σεις, οι οποίοι απεμείνατε και εσώθητε από την αιχμα-λωσίαν και οι οποίοι πονείτε δια την ερήμωσιν της πατρίδος σας. Ακούσατε αυτά, που εγώ έχω ακούσει από τον Κυριον των δυνάμεων. Ο Θεός του Ισραήλ ανήγγειλεν αυτά εις ημάς.
11 Τὸ ὅραμα τῆς Ἰδουμαίας. Πρὸς ἐμὲ καλεῖ παρὰ τοῦ Σηείρ· φυλάσσετε ἐπάλξεις.
Αποκαλυπτικόν όραμα εναντίον της Ιδουμαίας. Προς εμέ απευθύνεται έκκλησις εκ μέρους των Ιδουμαίων, του όρους Σηείρ, οι οποίοι και λέγουν· “σεις που αγρύπνως φρουρείτε τας επάλξεις, είπατε τα συμβαίνοντα της νυκτός”.
12 φυλάσσω τὸ πρωΐ καὶ τὴν νύκτα· ἐὰν ζητῇς, ζήτει καὶ παρ᾿ ἐμοὶ οἴκει·
Και ο προφήτης απαντά· “εγώ φυλάσσω άγρυπνος νύκτα και ημέραν. Εάν επιθυμής και ζητής πληροφορίες, ζήτησε τας από εμέ. Μένε όμως πλησίον μου και περίμενε να τας ακούσης.
13 ἐν τῷ δρυμῷ ἑσπέρας κοιμηθήσῃ ἐν τῇ ὁδῷ Δαιδάν.
Εις ένα πυκνόν δάσος κατά την εσπέραν θα αναπαυθήτε και θα κοιμηθήτε σεις οι φεύγοντες Δαιδανίται.
14 εἰς συνάντησιν διψῶντι ὕδωρ φέρετε, οἱ ἐνοικοῦντες ἐν χώρᾳ Θαιμάν, ἄρτοις συναντᾶτε τοῖς φεύγουσι διὰ τὸ πλῆθος τῶν πεφονευμένων
Σεις, που κατοικείτε εις την περιοχήν Θαιμάν, εβγάτε εις συνάντησίν των και φέρετε εις αυτούς νερό. Εβγάτε προς συνάντησιν αυτών, που φεύγουν, και φέρετε τους άρτους, δια να τραφούν. Φεύγουν οι Δαιδανίται, διότι πολλοί από αυτούς έχουν φονευθή.
15 καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῶν πλανωμένων καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῆς μαχαίρας καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῶν τοξευμάτων τῶν διατεταμένων καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῶν πεπτωκότων ἐν τῷ πολέμῳ.
Πλήθος άλλων πλανώνται εις αγνώστους περιοχάς. Πολυάριθμοι έχουν πέσει εν στόματι μαχαίρας. Αλλοι έχουν διατρυπηθή από τα πολυάριθμα βέλη των καλοτεντομένων τόξων. Και έτσι ο αριθμός των φονευθέντων κατά τον πόλεμον είναι μεγάλος.
16 διότι οὕτως εἶπέ μοι Κύριος· ἔτι ἐνιαυτὸς ὡς ἐνιαυτὸς μισθωτοῦ, ἐκλείψει ἡ δόξα τῶν υἱῶν Κηδάρ,
Αυτά δε συμβαίνουν, διότι έτσι μου τα απεκαλυψεν ο Κυριος. Μετά ένα ακριβώς έτος πλήρες, όπως προσμετράται από τον μισθωτόν άνθρωπον, θα εξαφανισθή η δόξα των κατοίκων της Κηδάρ.
17 καὶ τὸ κατάλοιπον τῶν τοξευμάτων τῶν ἰσχυρῶν υἱῶν Κηδὰρ ἔσται ὀλίγον, ὅτι Κύριος ὁ Θεὸς Ἰσραὴλ ἐλάλησεν.
Αυτοί δέ που θα απομείνουν από τους επιδεξίους τοξότας, απόγονοι του Κηδάρ, θα είναι ολίγοι, διότι ο Κυριος ο Θεός του Ισραήλ απεκάλυψε τα μελλοντικά αυτά γεγονότα, τα οποία ασφαλώς και βεβαίως θα πραγματοποιηθούν”.
1234567891011121314151617181920
21
222324252627282930313233343536373839404142434445464748495051525354555657585960616263646566Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα