ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΑΠΟΣΤΕΛΩ ὡς ἑρπετὰ ἐπὶ τὴν γῆν· μὴ πέτρα ἔρημός ἐστι τὸ ὄρος θυγατρὸς Σιών;
Σαν ερπετά, που φοβισμένα σύρονται εις την γην, έτσι εγώ θα διώξω τους Μωαβίτας. Μηπως οι καταφρονηταί Μωαβίται εξακολουθούν να φρονούν, ότι το άγιον όρος της Σιών, της θυγατρός μου Ιερουσαλήμ, είναι έρημον;
2 ἔσῃ γὰρ ὡς πετεινοῦ ἀνιπταμένου νεοσσὸς ἀφηρημένος, θύγατερ Μωάβ. ἔπειτα δέ, Ἀρνῶν, πλείονα
Εχει θα καταφύγης, θα είσαι σαν νεοσσός, που μόλις επέταξε, διότι τον έχουν πάρει από την φωληά του, συ χώρα της Μωαβίτιδος. Και πιο πολύ συ η πόλις Αρνών
3 βουλεύου, ποίει τε σκέπην πένθους αὐτῇ διὰ παντός· ἐν μεσημβρινῇ σκοτίᾳ φεύγουσιν, ἐξέστησαν, μὴ ἀπαχθῇς.
σκέψου, γίνε και κάμε στέγην του πένθους της Μωάβ ολοκλήρου. Πανικόβλητοι φεύγουν οι κάτοικοί της σαν εις βαθύ σκοτάδι, ενώ είναι ώρα μεσημβρινή. Φεύγουν, έχασαν το μυαλό των. Μη αρνηθής προστασίαν εις αυτούς.
4 παροικήσουσί σοι οἱ φυγάδες Μωάβ, ἔσονται σκέπη ὑμῖν ἀπὸ προσώπου διώκοντος, ὅτι ᾔρθη ἡ συμμαχία σου, καὶ ὁ ἄρχων ἀπώλετο ὁ καταπατῶν ἐπὶ τῆς γῆς.
Εις σε θα παροικήσουν οι φυγάδες της Μωαβίτιδος χώρας. Σεις θα είσθε σκέπη και προστασία αυτών από τους εχθρούς, οι οποίοι τους καταδιώκουν. Διότι έχει ήδη διαλυθή η συμμαχία σου με τα αλλά εχθρικά έθνη. Ο δε σκληρός Ασσύριος άρχων, ο οποίος σε κατοπτατούσε, έχει ήδη χαθή.
5 καὶ διορθωθήσεται μετ᾿ ἐλέους θρόνος, καὶ καθιεῖται ἐπ᾿ αὐτοῦ μετὰ ἀληθείας ἐν σκηνῇ Δαυὶδ κρίνων καὶ ἐκζητῶν κρίμα καὶ σπεύδων δικαιοσύνην.
Συναψε φιλίαν και προσκολλήσου εις την Σ ιών, διότι θα ανορθωθή εκεί ένδοξος ο θρόνος του Δαυίδ, και εις την Σκηνήν και τον ένδοξον βασιλικόν θρόνον του Δαυίδ θα καθίση ένας μέγας Κριτής, ο οποίος θα στηρίζεται εις την δύναμιν της αληθείας, επιζητών και αποδίδων πάντοτε δικαίαν κρίσιν, με ζήλον αναζητών και εφαρμόζων δικαιοσύνην.
6 Ἠκούσαμεν τὴν ὕβριν Μωάβ, ὑβριστὴς σφόδρα, τὴν ὑπερηφανίαν ἐξῇρας. οὐχ οὕτως ἡ μαντεία σου, οὐχ οὕτως.
Επληροφορήθημεν την αλαζονείαν και αυθάδειαν της χώρας των Μωαβιτών. Υπήρξε παρά πολύ υπερήφανος αυτή. Η αλαζονεία και αυθαδεία της έφθασεν εις μεγάλο ύψος. Αι μαντείαι και αι προρρήσεις των ψευδοπροφητών σου δεν είναι, όπως σας τας παρουσιάζουν· είναι ψευιοπροφητείαι.
7 ὀλολύξει Μωάβ, ἐν γὰρ τῇ Μωαβίτιδι πάντες ὀλολύξουσι· τοῖς κατοικοῦσι δὲ Σὲθ μελετήσεις· καὶ οὐκ ἐντραπήσῃ.
Θα θρηνήση με ολολυγμούς η χώρα της Μωάβ, διότι εις την περιοχήν της όλοι θα θρηνήσουν με ολολυγμούς. Θα σκεφθής τότε τους κατοίκους της Σέθ, από τους οποίους και θα τρέξης να ζητήσης βοήθειαν, και δεν θα εντροπής δι' αυτό.
8 τὰ πεδία Ἐσεβὼν πενθήσει, ἄμπελος Σεβαμά· καταπίνοντες τὰ ἔθνη, καταπατήσατε τὰς ἀμπέλους αὐτῆς ἕως Ἰαζήρ· οὐ μὴ συνάψητε, πλανήθητε τὴν ἔρημον· οἱ ἀπεσταλμένοι ἐγκατελείφθησαν, διέβησαν γὰρ τὴν ἔρημον.
Αι πεδιάδες, της Εσεβών θα θρηνήσουν και αι άμπελοι της Σεβαμά. Σεις οι εχθροί, που καταπίνετε τα αλλά έθνη, καταπατήσατε και τας αμπέλους της χώρας αυτής έως εις την Ιαζήρ. Πουθενά δεν θα σταματήσετε. Συνεχίσατε την καταδίωξιν, περιπλανηθήτε εις την έρημον καταδιώκοντες τους φυγάδας. Οι πρέσβεις, που είχαν αποσταλή προς συνθηκολόγησιν, εγκατελείφθησαν, χωρίς να επιτύχουν συνάντησιν. Διότι οι εχθροί είχαν διαβή και προχωρήσει εις την έρημον.
9 διὰ τοῦτο κλαύσομαι ὡς τὸν κλαυθμὸν Ἰαζὴρ ἄμπελον Σεβαμά· τὰ δένδρα σου κατέβαλεν, Ἐσεβὼν καὶ Ἐλεαλή, ὅτι ἐπὶ τῷ θερισμῷ καὶ ἐπὶ τῷ τρυγητῷ σου καταπατήσω, καὶ πάντα πεσοῦνται.
Δια τούτο θα κλαύσω την καταστροφήν αμπελώνων της Σεβαμά, δπως έκλαυσα και την καταοτροφήν της Ιαζήρ. Τα δένδρα σου, ω Εσεβών και Ελεαλή, τα κατέστρεψε, τα έρριψεν εις την γην ο εχθρός σου και απειλεί λέγων· “θα καταπατήσω τον βερισμόν των σιτηρών σου και τον τρυγητόν των αμπελώνων σου, τα πάντα. Τιποτε δεν θα μείνη όρθιον αλλά τα πάντα θα ριφθούν εις την γην.
10 καὶ ἀρθήσεται εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαμα ἐκ τῶν ἀμπελώνων σου, καὶ ἐν τοῖς ἀμπελῶσί σου οὐ μὴ εὐφρανθήσονται καὶ οὐ μὴ πατήσουσιν οἶνον εἰς τὰ ὑπολήνια, πέπαυται γάρ.
Θα αφαιρεθή και θα λείψη πλέον ευφροσύνη και αγαλλίασις από τους αμπελώνας σου. Τα παιδιά σου δεν θα ευφρανθούν από τους αμπελώνας σου. Δεν θα πατήσουν σταφυλάς, δια να ρίψουν μούστους εις τα υπολήνια. Καθε χαρμόσυνος φωνή και άσμα, συνήθη κατά τον τρυγητόν, θα έχουν πλέον παύσει.
11 διὰ τοῦτο ἡ κοιλία μου ἐπὶ Μωὰβ ὡς κιθάρα ἠχήσει, καὶ τὰ ἐντός μου ὡσεὶ τεῖχος, ὃ ἐνεκαίνισας.
Δια τας επικειμένας αυτάς συμφοράς κατά της. Μωάβ, περίλυπος η καρδία μου θα αντηχήση ωσάν μελαγχολική κιθάρα θρη-νωδη άσματα και τα σπλάγχνα μου θα σκληρυνθούν από τον πόνον, σαν τείχος του οποίου τώρα έγιναν τα εγκαίνια.
12 καὶ ἔσται εἰς τὸ ἐντραπῆναί σε, ὅτι ἐκοπίασε Μωὰβ ἐπὶ τοῖς βωμοῖς καὶ εἰσελεύσεται εἰς τὰ χειροποίητα αὐτῆς ὥστε προσεύξασθαι, καὶ οὐ μὴ δύνηται ἐξελέσθαι αὐτόν.
Και συ Μωάβ θα καταληφθής από εντροπήν, διότι εκοπίασες ανωφελώς προσφέ-ρουσα θυσίαν στους βωμούς των ειδωλολατρικών θεών σου. Θα εισέλθης στους ειδωλολατρικούς ναούς, όπου υπάρχουν τα χειροποίητα είδωλά σου, δια να ζητήσης και λάβης βοήθειαν, αλλά αυτά δεν θα ημπορέσουν να σε γλυτώσουν από τον εχθρόν”.
13 Τοῦτο τὸ ρῆμα ὃ ἐλάλησε Κύριος ἐπὶ Μωάβ, ὁπότε καὶ ἐλάλησε.
Αυτά είναι τα προφητικά λόγια, τα οποία ο Κυριος μίλησε εναντίον της Μωάβ τότε, που τα είπε.
14 καὶ νῦν λέγω· ἐν τρισὶν ἔτεσιν ἐτῶν μισθωτοῦ ἀτιμασθήσεται ἡ δόξα Μωὰβ ἐν παντὶ τῷ πλούτῳ τῷ πολλῷ, καὶ καταλειφθήσεται ὀλιγοστὸς καὶ οὐκ ἔντιμος.
Και τώρα σας πληροφορώ, ότι έντος τριών ετών ώσαν τα έτη του μισθωτού ανθρώπου, θα εξευτελισθή και θα καταπέση όλη η δόξα της χώρας Μωάβ, με όλον τον άφθονον πλούτον της. Ολίγοι Μωαβίται θα απομείνουν και αυτοί θα είναι χωρίς καμμίαν υπόληψιν και εκτίμησιν.
123456789101112131415
16
1718192021222324252627282930313233343536373839404142434445464748495051525354555657585960616263646566Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα