ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΝΥΚΤΟΣ ἀπολεῖται ἡ Μωαβῖτις, νυκτὸς γὰρ ἀπολεῖται τὸ τεῖχος τῆς Μωαβίτιδος.
Εν καιρώ νυκτός θα καταστραφή η χώρα των Μωαβιτών, διότι, και εν καιρώ νυκτός θα καταστραφούν και θα κρημνισθούν τα τείχη της.
2 λυπεῖσθε ἐφ᾿ ἑαυτοῖς, ἀπολεῖται γὰρ καὶ Δηβών, οὗ ὁ βωμὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἀναβήσεσθε κλαίειν· ἐπὶ Ναβαῦ τῆς Μωαβίτιδος ὀλολύζετε ἐπὶ πάσης κεφαλῆς φαλάκρωμα, πάντες βραχίονες κατατετμημένοι·
Πενθήσατε και κλαύσατε δια τας συμφοράς, που θα εκσπάσουν εναντίον σας, διότι θα καταστραφή η πόλις Δηβών, όπου ευρίσκεται ο βωμός του Θεού σας. Εκεί θα αναβήτε, δια να θρηνήσετε. Κλαύσατε με ολολυγμούς δια την καταστροφήν της Ναβού, της περιφήμου αυτής Μωαβιτικής πόλεως, που ευρίσκεται κοντά στο όρος Ναβαύ. Ξυρίσατε τα κεφάλια σας εις ένδειξιν του πένθους, που θα σας καταλάβη, κατακόψατε όλοι τους βραχίονάς σας.
3 ἐν ταῖς πλατείαις αὐτῆς περιζώσασθε σάκκους καὶ κόπτεσθε, ἐπὶ τῶν δωμάτων αὐτῆς καὶ ἐν ταῖς πλατείαις αὐτῆς καὶ ἐν ταῖς ρύμας αὐτῆς πάντες ὀλολύζετε μετὰ κλαυθμοῦ.
Εις τας πλατείας της χώρας σας ζωσθήτε σάκκους πένθους και αρχίσατε κοπετούς και θρήνους. Επάνω εις τα δώματα της πόλεως και εις τας πλατείας αυτής και στους μεγάλους της δρόμους ολολύξατε όλοι με κλαυθμούς.
4 ὅτι κέκραγεν Ἐσεβὼν καὶ Ἐλεαλή, ἕως Ἰασσὰ ἠκούσθη ἡ φωνὴ αὐτῶν· διὰ τοῦτο ἡ ὀσφὺς τῆς Μωαβίτιδος βοᾷ, ἡ ψυχὴ αὐτῆς γνώσεται.
'Εκραυγασαν επάνω εις την φοβεράν θλίψιν των οι κάτοικοι της Εσεβών και της Ελεαλή. Αι κραυγαί των ηκούοντο μέχρι της πόλεως Ιασσά. Δια τούτο οι νεφροί της Μωαβίτιδος χώρας, άνθρωποι ανδρείοι που αποτελούν την ισχύν της, κραυγάζουν. Ολος ο λαός της βαθύτατα θα αισθανθή αυτόν τον πόνον της καταστροφής.
5 ἡ καρδία τῆς Μωαβίτιδος βοᾷ ἐν αὐτῇ ἕως Σηγώρ· δάμαλις γάρ ἐστι τριετής· ἐπὶ δὲ τῆς ἀναβάσεως Λουεὶθ πρός σε κλαίοντες ἀναβήσονται, τῇ ὁδῷ Ἀρωνιεὶμ βοᾷ σύντριμμα καὶ σεισμός.
Αι καρδίαι των Μωαβιτών βοούν· αι κραυγαί των ανέρχονται στο στόμα και ακούονται έως την Σηγώρ. Διότι η χώρα Μωάβ ομοιάζει με τριετή ακμαίαν δάμαλιν, της οποίας οι μεγάλοι μυκηθμοί ακούονται πολύ μακράν. Από την ανωφέρειαν της Λουείθ αναβαίνουν και έρχονται προς σέ, ω Σηγώρ, κλαίοντες πανικόβλητοι οι φυγάδες. Εις τας οδούς της πόλεως Αρωνιείμ κραυγάζουν οι φυγάδες· φοβερόν σύντριμμα και σεισμός!
6 τὸ ὕδωρ τῆς Νεμρεὶμ ἔρημον ἔσται, καὶ ὁ χόρτος αὐτῆς ἐκλείψει· χόρτος γὰρ χλωρὸς οὐκ ἔσται.
Το νερό της Νεμρείμ εξηράνθη, το χορτάρι της έχει εξαφανισθή, και χλωρό χορτάρι δεν θα υπαρξη πλέον εκεί.
7 μὴ καὶ οὕτως μέλει σωθῆναι; ἐπάξω γὰρ ἐπὶ τὴν φάραγγα Ἄραβας, καὶ λήψονται αὐτήν.
Αλλά μήπως και έτσι θα κατορθώσουν να αποφύγουν την καταστροφήν και να διασωθούν οι κάτοικοι της Νεμρείμ; Οχι, διότι εγώ θα επιφέρω εναντίον των εις την φάραγγα, όπου θα είναι κρυμμένοι, Αράβας και θα καταλάβουν αυτήν.
8 συνῆψε γὰρ ἡ βοὴ τὸ ὅριον τῆς Μωαβίτιδος τῆς Ἀγαλείμ, καὶ ὀλολυγμὸς αὐτῆς ἕως τοῦ φρέατος τοῦ Αἰλείμ.
Αι κραυγαί και αι βοαί των εξολοθρευομένων έφθασαν έως τα σύνορα της Μωαβίτιδος νοτίως μέχρι την πόλιν Αγαλείμ και ο ολολυγμός των κατοίκων της Μωάβ έφθασεν βορειοανατολικώς έως στο φρέαρ του Αιλείμ.
9 τὸ δὲ ὕδωρ τὸ Ρεμμὼν πλησθήσεται αἵματος· ἐπάξω γὰρ ἐπὶ Ρεμμὼν Ἄραβας καὶ ἀρῶ τὸ σπέρμα Μωὰβ καὶ Ἀριὴλ καὶ τὸ κατάλοιπον Ἀδαμά.
Το νερό του Ρεμμών θα γεμίση από τα αίματα των φονευομένων, διότι και προς τα εκεί, προς την Ρεμμών, θα παραχωρήσω να επιδράμουν ολοθρευταί οι Αραβες. Θα εξολοθρεύσω τους απογόνους του Μωάβ και την πόλιν Αριήλ και τους υπολοίπους κατοίκους της χώρας αυτής.
1234567891011121314
15
161718192021222324252627282930313233343536373839404142434445464748495051525354555657585960616263646566Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα