ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΜΗ χαῖρε Ἰσραήλ, μηδὲ εὐφραίνου καθὼς οἱ λαοί, διότι ἐπόρνευσας ἀπὸ τοῦ Θεοῦ σου· ἠγάπησας δόματα ἐπὶ πάντα ἅλωνα σίτου.
Ισραηλίται, μη χαίρετε και μη ευφραίνεσθε, όπως οι άλλοι ειδωλολατρικοί λαοί, επειδή εξετράπητε εις ειδωλολατρικάς πορνείας και έχετε απομακρυνθή από τον Θεόν σας. Ηγάπησες αμαρτωλά δόματα δι' ειδωλολατρικούς θεούς, από όλα τα αλώνια του σίτου σου.
2 ἅλων καὶ ληνὸς οὐκ ἔγνω αὐτούς, καὶ ὁ οἶνος ἐψεύσατο αὐτούς.
Αλλά πλούσιον εις σίτον αλώνι σου και γεμάτος από κρασί ληνός σου δεν σας εγνώρισε πλέον. Σας διέψευσεν η παραγωγή του οίνου και του σίτου, διότι δεν ανταπεκρίθη εις τας προσδοκίας σας.
3 οὐ κατῴκησαν ἐν τῇ γῇ τοῦ Κυρίου· κατῴκησεν Ἐφραὶμ Αἴγυπτον, καὶ ἐν Ἀσσυρίοις ἀκάθαρτα φάγονται.
Οι Ισραηλίται δια τας αμαρτίας των δεν θα παραμείνουν πλέον εις την Παλαιστίνην, εις την γην που τους είχε δώσει ο Κυριος. Αλλά θα μεταφερθούν ως εξόριστοι και δούλοι στους Ασσυρίους, όπως άλλοτε εις την Αίγυπτον, όπου και θα τρώγουν φαγητά, τα οποία ο Νομος χαρακτηρίζει ακάθαρτα.
4 οὐκ ἔσπεισαν τῷ Κυρίῳ οἶνον καὶ οὐχ ἥδυναν αὐτῷ· αἱ θυσίαι αὐτῶν ὡς ἄρτος πένθους αὐτοῖς, πάντες οἱ ἐσθίοντες αὐτὰ μιανθήσονται, διότι οἱ ἄρτοι αὐτῶν ταῖς ψυχαῖς αὐτῶν οὐκ εἰσελεύσονται εἰς τὸν οἶκον Κυρίου.
Δεν προσέφεραν στον αληθινόν Θεόν θυσίαν οίνου, ούτε τας άλλας ευαρέστους θυσίας. Προσέφεραν όμως εις ξένους ειδωλολατρικούς θεούς. Αι θυσίαι των όμως αύται είναι ως άρτος πένθους και όλοι εκείνοι, οι οποίοι τας τρώγουν, θα μολυνθούν, διότι αι θυσίαι των είναι εις βάρος αυτών των ιδίων· δεν θα γίνουν δεκταί στον ναόν του Κυρίου.
5 τί ποιήσετε ἐν ἡμέραις πανηγύρεως καὶ ἐν ἡμέρᾳ ἑορτῆς τοῦ Κυρίου;
Εκεί, εις την χώραν της εξορίας που θα ζήτε, τι θα κάμετε κατά τας μεγάλας θρησκευτικάς σας πανηγύρεις, κατά τας επισήμους ημέρας της εορτής του Κυρίου;
6 διὰ τοῦτο ἰδοὺ πορεύσονται ἐκ ταλαιπωρίας Αἰγύπτου, καὶ ἐκδέξεται αὐτοὺς Μέμφις, καὶ θάψει αὐτοὺς Μαχμάς· τὸ ἀργύριον αὐτῶν ὄλεθρος κληρονομήσει αὐτό, ἄκανθαι ἐν τοῖς σκηνώμασιν αὐτῶν.
Δια τας παρανομίας των ιδού, θα οδηγηθούν εξόριστοι και δούλοι εις την Αίγυπτον, θα δοκιμάσουν ταλαιπωρίας επάνω εις τας ταλαιπωρίας, θα φθάσουν εις την πρωτεύουσαν της Αιγύπτου την Μέμφιδα. Θα ταλαιπωρηθούν και θα αποθάνουν εκεί και θα ενταφιασθούν εις Μαχμάς. Η περιουσία των και όλα τα αλλά αγαθά των θα παραδοθούν στον όλεθρον. Αλλοι θα τους κληρονομήσουν και εις την χώραν των θα φυτρώνουν αγκάθια.
7 ἥκασιν αἱ ἡμέραι τῆς ἐκδικήσεως, ἥκασιν αἱ ἡμέραι τῆς ἀνταποδόσεώς σου, καὶ κακωθήσεται Ἰσραὴλ ὥσπερ ὁ προφήτης ὁ παρεξεστηκώς, ἄνθρωπος ὁ πνευματοφόρος· ὑπὸ τοῦ πλήθους τῶν ἀδικιῶν σου ἐπληθύνθη μανία σου.
Εφθασαν πλέον αι ημέραι της δικαίας τιμωρίας σας. Εφθασαν πλέον αι ημέραι, κατά τας οποίας η θεία δικαιοσύνη θα ανταποδώση εις σας κατά τα έργα σας. Θα τιμωρηθούν και θα κακοποιηθούν οι Ισραηλίται με αυστηρότητα και σκληρότητα, όπως αυστηρώς τιμωρείται ο προφήτης του Θεού, ο πνευματοφόρος αυτός άνθρωπος, όταν παραστρατήση από το θέλημα του Θεού. Εξ αιτίας των πολυαρίθμων παρανομιών των περιέπεσαν εις αλλόφρονας μανίας.
8 σκοπὸς Ἐφραὶμ μετὰ Θεοῦ· προφήτης, παγὶς σκολιὰ ἐπὶ πάσας τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ· μανίαν ἐν οἴκῳ Κυρίου κατέπηξαν.
Οι θεόσταλτοι προφήται του ισραηλιτικού λαού, φρουροί και καθοδηγηταί αυτού, ήσαν άλλοτε μετά του Θεού. Τωρα όμως έγιναν δολία και ολεθρία παγίς εις όλας τας πορείας του λαού. Διέδοσαν και εγκατέστησαν εις την χώραν του Κυρίου μεγάλην αφροσύνην.
9 ἐφθάρησαν κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ βουνοῦ· μνησθήσεται ἀδικίας αὐτῶν, ἐκδικήσει ἁμαρτίας αὐτῶν. ~
Διεφθάρησαν κατά τας ημέρας αυτάς με την λατρείαν των ειδώλων επάνω στο βουνόν. Ο Κυριος θα έχη ενώπιόν του τας πολυαρίθμους αδικίας των και θα τους τιμωρήση δια τας αμαρτίας των.
10 Ὡς σταφυλὴν ἐν ἐρήμῳ εὗρον τὸν Ἰσραὴλ καὶ ὡς σκοπὸν ἐν συκῇ πρώϊμον πατέρας αὐτῶν εἶδον· αὐτοὶ εἰσῆλθον πρὸς τὸν Βεελφεγὼρ καὶ ἀπηλλοτριώθησαν εἰς αἰσχύνην, καὶ ἐγένοντο οἱ ἐβδελυγμένοι ὡς οἱ ἠγαπημένοι.
Ηγάπησα τον Ισραηλιτικόν λαόν, όπως ο άνθρωπος αγαπά εις περιοχήν έρημον δροσιστικήν σταφυλήν· και ωσάν ένα πρώϊμον καρπόν επάνω εις την συκήν, έτσι επρόσεξα τους προγόνους των. Εκείνοι όμως εισήλθαν στον ειδωλολατρικόν τόπον του Βεελφεγώρ και προς καταισχύνην των απεμακρύνθησαν από εμέ. Και ετσι, όσον προηγουμένως μου ήσαν αγαπητοί, τόσον τώρα έγιναν εις εμέ βδελυροί και άξιοι αποστροφής.
11 Ἐφραὶμ ὡς ὄρνεον ἐξεπετάσθη, αἱ δόξαι αὐτῶν ἐκ τόκων καὶ ὠδίνων καὶ συλλήψεων·
Οι Ισραηλίται επέταξαν ωσάν τα πουλιά μακράν από εμέ και εχάθησαν. Εχάθη η δόξα και η χαρά των από την γέννησιν των τέκνων, από τας ωδίνας του τοκετού, από την κυοφορίαν εμβρύων.
12 διότι καὶ ἐὰν ἐκθρέψωσι τὰ τέκνα αὐτῶν, ἀτεκνωθήσονται ἐξ ἀνθρώπων· διότι καὶ οὐαὶ αὐτοῖς ἐστι, σάρξ μου ἐξ αὐτῶν.
Διότι, εάν γεννήσουν και αναθρέψουν πολλά έστω τέκνα, θα μείνουν άτεκνοι εν μέσω των ανθρώπων, διότι κατάρα υπάρχει πάντοτε εις βάρος των, μολονότι κατάγονται από εμέ.
13 Ἐφραίμ, ὃν τρόπον εἶδον. εἰς θήραν παρέστησαν τὰ τέκνα αὐτῶν, καὶ Ἐφραὶμ τοῦ ἐξαγαγεῖν εἰς ἀποκέντησιν τὰ τέκνα αὐτοῦ.
Είδα τους Ισραηλίτας και τα τέκνα των, ως εάν είχαν γίνει αξιοθρήνητον θήραμα των εχθρών των. Τους είδα να οδηγούνται αυτοί και τα τέκνα των προς σφαγήν.
14 δὸς αὐτοῖς, Κύριε· τί δώσεις αὐτοῖς; δὸς αὐτοῖς μήτραν ἀτεκνοῦσαν καὶ μαστούς ξηρούς.
Δώσε, Κυριε, εις αυτούς· τι να τους δώσης; Εις την θλιβεράν κατάστασιν, που περιήλθον, δώσε τους γυναίκας στείρας και μαστούς ξηρούς, χωρίς γάλα.
15 πᾶσαι αἱ κακίαι αὐτῶν ἐν Γαλγάλ, ὅτι ἐκεῖ ἐμίσησα αὐτούς· διὰ τὰς κακίας τῶν ἐπιτηδευμάτων αὐτῶν ἐκ τοῦ οἴκου μου ἐκβαλῶ αὐτούς, οὐ μὴ προσθήσω τοῦ ἀγαπῆσαι αὐτούς· πάντες οἱ ἄρχοντες αὐτῶν ἀπειθοῦντες.
Ολαι αι κακίαι των επληθύνθησαν εις την χώραν των, εις τα Γαλγαλα. Εκεί μένοντας τους εμίσησα δια την ειδωλολατρείαν των. Εξ αιτίας των πονηρών έργων των θα τους εκδιώξω από την χώραν μου, από την Παλαιστίνην, και δεν θα έχω πλέον την διάθεσιν, να τους περιβάλω με αγάπην. Ολοι οι άρχοντές των ήσαν και είναι απειθείς και ανυπάκοοι απέναντί μου.
16 ἐπόνεσεν Ἐφραίμ· τὰς ρίζας αὐτοῦ ἐξηράνθη, καρπὸν οὐκ ἔτι μὴ ἐνέγκῃ· διότι καὶ ἐὰν γεννήσωσιν, ἀποκτενῶ τὰ ἐπιθυμήματα κοιλίας αὐτῶν.
Ο ισραηλιτικός λαός επόνεσεν από τας θλίψεις αυτάς, ομοιάζει με δένδρον, του οποίου αι ρίζαι έχουν ξηρανθή και το οποίον δεν θα αποδώση πλέον καρπόν. Διότι αυτοί και αν γεννήσουν τέκνα, εγώ θα φονεύσω τους αγαπητούς εις αυτούς καρπούς της κοιλίας των.
17 ἀπώσεται αὐτοὺς ὁ Θεός, ὅτι οὐκ εἰσήκουσαν αὐτοῦ, καὶ ἔσονται πλανῆται ἐν τοῖς ἔθνεσιν.
Θα τους απομακρύνη ο Θεός από κοντά του, διότι δεν υπήκουσαν εις αυτόν. Θα περιπλανώνται απάτριδες μεταξύ των ειδωλολατρικών εθνών.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα