ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΕΙΣ κόλπον αὐτῶν ὡς γῆ, ὡς ἀετὸς ἐπὶ οἶκον Κυρίου, ἀνθ᾿ ὧν παρέβησαν τὴν διαθήκην μου καὶ κατὰ τοῦ νόμου μου ἠσέβησαν.
Ο εχθρός θα επέλθη εν μέσω αυτών, δια να μεταβάλη την χώραν των εις γην έρημον· ως αετός εναντίον του λαού του Κυρίου, διότι αυτοί παρέβησαν την Διαθήκην μου και ησέβησαν εναντίον του Νομου μου.
2 ἐμὲ κεκράξονται· ὁ Θεός, ἐγνώκαμέν σε.
Υπό το βάρος δε των θλίψεων, θα φωνάξουν τότε προς εμέ· “συ είσαι ο Θεός μας· σε αναγνωρίζομεν πλέον ως Κυριον μας”.
3 ὅτι Ἰσραὴλ ἀπεστρέψατο ἀγαθά, ἐχθρὸν κατεδίωξαν.
Οι Ισραηλίται απεστράφησαν τα αγαθά, τον Θεόν και τας δωρεάς του. Επεδίωξαν το κακόν εναντίον του εαυτού των, επροτίμησαν τους εχθρούς των.
4 ἑαυτοῖς ἐβασίλευσαν καὶ οὐ δι᾿ ἐμοῦ· ἦρξαν καὶ οὐκ ἐγνώρισάν μοι· τὸ ἀργύριον αὐτῶν καὶ τὸ χρυσίον αὐτῶν ἐποίησαν ἑαυτοῖς εἴδωλα, ὅπως ἐξολοθρευθῶσιν.
Ιδρυσαν ιδικόν των βασίλειον, ανεκήρυξαν ιδικόν των βασιλέα, χωρίς την ιδικήν μου γνώμην. Εγκατέστησαν άρχοντας, δια τους οποίους δεν με ηρώτησαν. Με το αργύριόν των και το χρυσίον των κατεσκεύασαν δια τον εαυτόν τους είδωλα, δια να εξολοθρευθούν από αυτά και με αυτά.
5 ἀπότριψαι τὸν μόσχον σου, Σαμάρεια· παρωξύνθη ὁ θυμός μου ἐπ᾿ αὐτούς· ἕως τίνος οὐ μὴ δύνωνται καθαρισθῆναι ἐν τῷ Ἰσραήλ;
Κατοικοι της Σαμαρείας, συντρίψατε και εξαφανίσατε τον χρυσούν ειδωλολατρικόν μόσχον σας. Εχει πλέον παροξυνθή η οργή μου εναντίον εκείνων, που τον προσκυνούν. Εως πότε δεν θα θέλετε να καθαρισθήτε από τον μολυσμόν, που υπάρχει ανάμεσα στον ισραηλιτικόν λαόν;
6 καὶ αὐτὸ τέκτων ἐποίησε, καὶ οὐ θεός ἐστι· διότι πλανῶν ἦν ὁ μόσχος σου, Σαμάρεια.
Εργον τεχνίτου, ανθρώπου χρυσοχόου, είναι ο ειδωλολατρικός σας μόσχος και οχι Θεός. Πλάνη δια σας είναι ο μόσχος σας, ω Σαμαρείται!
7 ὅτι ἀνεμόφθορα ἔσπειραν, καὶ ἡ καταστροφὴ αὐτῶν ἐκδέξεται αὐτά· δράγμα οὐκ ἔχον ἰσχὺν τοῦ ποιῆσαι ἄλευρον· ἐὰν δὲ καὶ ποιήσῃ, ἀλλότριοι καταφάγονται αὐτό.
Τα όσα εσπείρατε θα τα κατακαύση ο λίβας. Καταστροφή αναμένει τα σιτηρά σας. Οι θερισταί θα δένουν εις δεμάτια στάχυα άκαρπα, που δεν θα είναι εις θέσιν να δώσουν άλευρον. Αλλά και εάν η χώρα σας ευφορήση και παραγάγη σίτον και καρπούς, ξένοι θα καταφάγουν τα προϊόντα της.
8 κατεπόθη Ἰσραήλ, νῦν ἐγένετο ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὡς σκεῦος ἄχρηστον,
Ο ισραηλιτικός λαός έχει καταφαγωθή από τους γύρω λαούς, κατήντησε πλέον ως ένα σκεύος άχρηστον μεταξύ των.
9 ὅτι αὐτοὶ ἀνέβησαν εἰς Ἀσσυρίους· ἀνέθαλε καθ᾿ ἑαυτὸν Ἐφραίμ, δῶρα ἠγάπησαν·
Διότι αυτοί οι ίδιοι μετέβησαν στους Ασσυρίους, δια να ζητήσουν από εκείνους βοήθειαν. Οι Ασσύριοι εζήτησαν και έλαβαν δώρα, οι δε Ισραηλίται μετά την προσφοράν των δώρων ανεθάρρησαν.
10 διὰ τοῦτο παραδοθήσονται ἐν τοῖς ἔθνεσι. νῦν εἰσδέξομαι αὐτούς, καὶ κοπάσουσι μικρὸν τοῦ χρίειν βασιλέα καὶ ἄρχοντας.
Δια τούτο και θα παραδοθούν ηττημένοι και αιχμάλωτοι μεταξύ των ειδωλολατρικών λαών. Προς το παρόν τους ανέχομαι, αλλά μετ' ολίγον χρόνον θα παύσουν πλέον να χρίουν βασιλείς και να εκλέγουν άρχοντας στον τόπον των,
11 ὅτι ἐπλήθυνεν Ἐφραὶμ θυσιαστήρια, εἰς ἁμαρτίας ἐγένοντο αὐτῷ θυσιαστήρια ἠγαπημένα.
διότι επολλαπλασίασαν τα ειδωλολατρικά των θυσιαστήρια. Αλλά τα αγαπημένα των αυτά ειδωλολατρικά θυσιαστήρια έγιναν αιτία της αμαρτίας των και της καταστροφής των.
12 καταγράψω αὐτῷ πλῆθος καὶ τὰ νόμιμα αὐτοῦ, εἰς ἀλλότρια ἐλογίσθησαν θυσιαστήρια τὰ ἠγαπημένα.
Οπως στο παρελθόν, ετσι και τώρα γραπτώς παραδίδω εις αυτούς πολλάς εντολάς του Νομου μου, βάσει των οποίων ήσαν και είναι εις θέσιν να κρίνουν, ως ξένα και επιδλαβή δι' αυτούς τα αγαπημένα των ειδωλολατρικά θυσιαστήρια.
13 διότι ἐὰν θύσωσι θυσίαν καὶ φάγωσι κρέα, Κύριος οὐ προσδέξεται αὐτά· νῦν μνησθήσεται τὰς ἀδικίας αὐτῶν καὶ ἐκδικήσει τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν. αὐτοὶ εἰς Αἴγυπτον ἀπέστρεψαν καὶ ἐν Ἀσσυρίοις ἀκάθαρτα φάγονται.
Διότι, εάν προσφέρουν θυσίας επάνω εις αυτά και φάγουν τα κρέατα των ειδωλολατρικών θυσιών, ο Κυριος, φυσικά, δεν θα δεχθή τας θυσίας των. Αλλά θα ενθυμηθή τας αδικίας των και θα τους τιμωρήση δια τας αμαρτίας των. Θα επανέλθουν δούλοι, όπως ήσαν άλλοτε, εις την Αίγυπτον, και στους Ασσυρίους και εκεί θα τρώγουν τροφάς, τας οποίας ο Νομος χαρακτηρίζει ως ακαθάρτους.
14 καὶ ἐπελάθετο Ἰσραὴλ τοῦ ποιήσαντος αὐτὸν καὶ ᾠκοδόμησαν τεμένη, καὶ Ἰούδας ἐπλήθυνε πόλεις τετειχισμένας· καὶ ἐξαποστελῶ πῦρ εἰς τὰς πόλεις αὐτοῦ, καὶ καταφάγεται τὰ θεμέλια αὐτῶν.
Οι Ισραηλίται ελησμόνησαν τον δημιουργόν των Θεόν, έκτισαν ειδωλολατρικούς ναούς και θυσιαστήρια και οι Ιουδαίοι δια την ασφάλειάν των επολλαπλασίασαν τας ωχυρωμένας πόλεις των, λησμονούντες τον Θεόν ως βοηθόν των. Θα στείλω όμως φωτιάν εναντίον των πόλεών των, η οποία και θα καταφάγη αυτάς εκ θεμελίων.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα