ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἀποκαλυφθήσεται ἡ ἀδικία Ἐφραὶμ καὶ ἡ κακία Σαμαρείας, ὅτι εἰργάσαντο ψευδῆ· καὶ κλέπτης πρὸς αὐτὸν εἰσελεύσεται, ἐκδιδύσκων λῃστὴς ἐν τῇ ὁδῷ αὐτοῦ,
Τοτε θα φανερωθούν αι παρανομίαι της φαύλης Εφραίμ και η κακία των Σαμαριτών, διότι ειργάσθησαν το ψεύδος και την δολιότητα. Κλέπται θα εισχωρήσουν εις την κοινωνίαν των, λησταί οι οποίοι θα απογυμνώνουν τους διαβάτας στους δρόμους της χώρας.
2 ὅπως συνᾳ£δωσιν ὡς ᾄδοντες τῇ καρδίᾳ αὐτῶν. πάσας τὰς κακίας αὐτῶν ἐμνήσθην· νῦν ἐκύκλωσαν αὐτοὺς τὰ διαβούλια αὐτῶν, ἀπέναντι τοῦ προσώπου μου ἐγένοντο.
Αναίσθητοι δε και αμετανόητοι μέσα εις την αμαρτωλότητά των, θα τραγουδούν μαζή με όλην των την καρδίαν, όπως οι τραγουδισταί. Εγώ όμως ενθυμούμαι όλας αυτών τας παρανομίας. Αι αμαρτωλαί επιθυμίαι των και τα πονηρά σχέδιά των, από τα οποία προήρχοντο αι κακαί πράξεις των, τους περιεκύκλωσαν πλέον από όλα τα σημεία. Ολαι αι πράξεις των και όλοι αυτοί είναι εμπρός εις τα μάτια μου.
3 ἐν ταῖς κακίαις αὐτῶν εὔφραναν βασιλεῖς καὶ ἐν τοῖς ψεύδεσιν αὐτῶν ἄρχοντας·
Με τας ποικίλας και πολυαρίθμους κακίας των ευφραίνουν τους πονηρούς βασιλείς των και με τας ψευδολογίας των κολακεύουν τους αμαρτωλούς άρχοντάς των.
4 πάντες μοιχεύοντες, ὡς κλίβανος καιόμενος εἰς πέψιν κατακαύματος ἀπὸ τῆς φλογός, ἀπὸ φυράσεως στέατος ἕως τοῦ ζυμωθῆναι αὐτό.
Ολοι είναι μοιχοί, καιόμενοι από το αμαρτωλόν σαρκικόν πάθος, ωσάν κλίβανος, ο οποίος καταβροχθίζει μέσα εις τας φλόγας του τα ριπτόμενα ξύλα και περιμένει ολόθερμος το ζυμωθέν άλευρον, έως ότου ολοκληρωθή η ζύμωσίς του.
5 αἱ ἡμέραι τῶν βασιλέων ὑμῶν, ἤρξαντο οἱ ἄρχοντες θυμοῦσθαι ἐξ οἴνου, ἐξέτεινε τὴν χεῖρα αὐτοῦ μετὰ λοιμῶν·
Κατά τας ημέρας των βασιλικών εορτών πρώτοι οι άρχοντες αρχίζουν να πίνουν οίνον, να έρχωνται εις ευθυμίαν, να μεθούν, ο δε βασιλεύς απλώνει το χέρι του και συντρώγει εις συμπόσια με διεφθαρμένους ανθρώπους.
6 διότι ἀνεκαύθησαν ὡς κλίβανος αἱ καρδίαι αὐτῶν, ἐν τῷ καταράσσειν αὐτούς, ὅλην τὴν νύκτα ὅπου Ἐφραὶμ ἐνεπλήσθη, πρωΐ ἐγενήθη, ἀνεκαύθη ὡς πυρὸς φέγγος.
Αι καρδίαι των ανθρώπων αυτών εξεκαύθησαν, όπως ο κλίβανος, και από την φλόγα των παθών των ήρχισαν να κτυπούν και να φονεύουν ο ενας τον άλλον. Μεθυσμένοι δε έπειτα οι Ισραηλίται εχόρτασαν τον ύπνον κοιμώμενοι καθ' όλην την νύκτα. Εξύπνησαν την πρωΐαν και πάλιν ήναψαν μέσα των ωσάν πυρκαϊά τα πάθη.
7 πάντες ἐθερμάνθησαν ὡς κλίβανος καὶ κατέφαγον τοὺς κριτὰς αὐτῶν· πάντες οἱ βασιλεῖς αὐτῶν ἔπεσαν, οὐκ ἦν ἐν αὐτοῖς ὁ ἐπικαλούμενος πρός με. ~
Ολοι εφλογίσθησαν από τα πάθη ωσάν κλίβανος, εφόνευσαν τους άρχοντάς των και πολλοί βασιλείς έπεσαν δολοφονημένοι. Και όμως μέσα εις αυτήν την φλόγα των παθών, την αναταραχήν και το αίμα, κανείς δεν ευρέθη μεταξύ αυτών να με επικαλεσθή.
8 Ἐφραὶμ ἐν τοῖς λαοῖς αὐτοῦ συνεμίγνυτο, Ἐφραὶμ ἐγένετο ἐγκρυφίας οὐ μεταστρεφόμενος.
Οι Ισραηλίται ήρχοντο εις επιμιξίαν με τους ειδωλολατρικούς λαούς, έγιναν πίττα εις την φωτιάν, η οποία ψήνεται από την μίαν μόνον όψιν.
9 κατέφαγον ἀλλότριοι τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ, αὐτὸς δὲ οὐκ ἔγνω· καὶ πολιαὶ ἐξήνθησαν αὐτῷ, καὶ αὐτὸς οὐκ ἔγνω.
Ξένοι λαοί και άνθρωποι κατέφαγον την δύναμιν του ισραηλιτικού λαού. Ο λαός όμως αυτός δεν συνησθάνθη την κατάστασίν του και την αιτίαν αυτής. Εβγαλαν άσπρα μαλλιά οι Ισραηλίται, εγεύθησαν επί πολλά έτη τας οδυνηράς συνεπείας της αμαρτωλότητός των, και όμως κανείς δεν κατενόησε την αιτίαν της δυστυχίας και δεν επεστράφη εν μετανοία προς εμέ.
10 καὶ ταπεινωθήσεται ἡ ὕβρις Ἰσραὴλ εἰς πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἐπέστρεψαν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν καὶ οὐκ ἐξεζήτησαν αὐτὸν ἐν πᾶσι τούτοις.
Θα συντριβή η υπερηφάνειά των, θα εξευτελισθούν αναμεταξύ των οι Ισραηλίται· και όμως δεν θα επιστρέψουν εν μετανοία προς τον Κυριον και Θεόν των, δεν θα τον αναζητήσουν ως λυτρωτήν των, παρ' όλας τας συμφοράς και τας οδύνας των.
11 καὶ ἦν Ἐφραὶμ ὡς περιστερὰ ἄνους οὐχ ἔχουσα καρδίαν· Αἴγυπτον ἐπεκαλεῖτο καὶ εἰς Ἀσσυρίους ἐπορεύθησαν.
Ο Ισραηλιτικός λαός είναι ωσάν μία ανόητος και απερίσκεπτος περιπλανωμένη έδω και εκεί περιστερά, που δεν έχει συναίσθησιν. Ετσι και αυτοί, άλλοτε επεκαλούντο εις βοήθειάν των την Αίγυπτον, και άλλοτε επήγαιναν ικέται προς τους Ασσυρίους.
12 καθὼς ἂν πορεύωνται, ἐπιβαλῶ ἐπ᾿ αὐτοὺς τὸ δίκτυόν μου· καθὼς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατάξω αὐτούς, παιδεύσω αὐτοὺς ἐν τῇ ἀκοῇ τῆς θλίψεως αὐτῶν.
Τωρα όμως, καθώς θα περιπλανώνται από 'δώ και από 'κει, θα ρίψω επάνω τους το δίκτυόν μου. Θα τους συλλάβω, όπως το δίκτυον συλλαμβάνει τα πετεινά του ουρανού. Θα τους τιμωρήσω σύμφωνα με όσα έχουν ακούσει περί τιμωριών, που επιβάλλει η δικαιοσύνη στους παραβάτας.
13 οὐαὶ αὐτοῖς, ὅτι ἀπεπήδησαν ἀπ᾿ ἐμοῦ· δείλαιοί εἰσιν, ὅτι ἠσέβησαν εἰς ἐμέ· ἐγὼ δὲ ἐλυτρωσάμην αὐτούς, αὐτοὶ δὲ κατελάλησαν κατ᾿ ἐμοῦ ψευδῆ.
Αλλοίμονον εις αυτούς! Διότι βιαστικά και με άλματα απεμακρύνθησαν από εμέ. Είναι άθλιοι και δυστυχείς, διότι έδειξαν προς εμέ ασέβειαν. Εγώ όμως πολλές φορές τους εγλύτωσα από τας θλίψεις των, αυτοί όμως εξήμεσαν ψευδολογίας εναντίον μου. Εφάνησαν αχάριστοι.
14 καὶ οὐκ ἐβόησαν πρός με αἱ καρδίαι αὐτῶν, ἀλλ᾿ ἢ ὠλόλυζον ἐν ταῖς κοίταις αὐτῶν· ἐπὶ σίτῳ καὶ οἴνῳ κατετέμνοντο.
Δεν έκραξαν προς εμέ εκ βάθους των καρδιών των, αλλά ωλόλυζαν κατά το διάστημα της νυκτός εις την κλίνην των. Πεινασμένοι και ταλαιπωρημένοι εχάρασσον και κατέκοπτον το σώμα των δια την έλλειψιν σίτου και οίνου.
15 ἐπαιδεύθησαν ἐν ἐμοί, κἀγὼ κατίσχυσα τοὺς βραχίονας αὐτῶν, καὶ εἰς ἐμὲ ἐλογίσαντο πονηρά.
Με πολλούς τρόπους εγώ τους επαιδαγώγησα. Ενίσχυσα τας χείρας των εις περίοδον πολέμων, και όμως αυτοί εσκέφθησαν πονηρά εναντίον μου.
16 ἀπεστράφησαν εἰς οὐδέν, ἐγένοντο ὡς τόξον ἐντεταμένον· πεσοῦνται ἐν ρομφαίᾳ οἱ ἄρχοντες αὐτῶν δι᾿ ἀπαιδευσίαν γλώσσης αὐτῶν· οὗτος ὁ φαυλισμὸς αὐτῶν ἐν γῇ Αἰγύπτῳ.
Κατήντησαν ωσάν ένα τίποτε. Το ψυχικόν των άγχος τους έκαμε να αμοιάζουν με τεντωμένον τόξον. Οι άρχοντές των θα πέσουν εν στόματι ρομφαίας, διότι εφάνησαν αγροίκοι και βάρβαροι. Ετσι θα γελάση εις βάρος των και θα τους εξευτελίση η Αίγυπτος.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα