ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΠΟΡΕΥΘΩΜΕΝ καὶ ἐπιστρέψωμεν πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν, ὅτι αὐτὸς ἥρπακε καὶ ἰάσεται ἡμᾶς, πατάξει καὶ μοτώσει ἡμᾶς·
Ελάτε, ας επιστρέψωμεν εν μετανοία προς τον Κυριον και Θεόν μας, διότι αυτός ο οποίος επέτρεψε και μας διήρπασαν, αυτός και θα μας θεραπεύση. Αυτός που μας εμαστίγωσεν, αυτός και θα επουλώση τα τραύματά μας.
2 ὑγιάσει ἡμᾶς μετὰ δύο ἡμέρας, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ ἐξαναστησόμεθα καὶ ζησόμεθα ἐνώπιον αὐτοῦ
Ημπορεί αυτός έντος δύο ημερών να μας αποδώση την υγείαν μας και κατά την τρίτην ημέραν θα εγερθώμεν από την κλίνην της ασθενείας μας και θα ζήσωμεν ενώπιόν του και από την προστασίαν του.
3 καὶ γνωσόμεθα· διώξωμεν τοῦ γνῶναι τὸν Κύριον, ὡς ὄρθρον ἕτοιμον εὑρήσομεν αὐτόν, καὶ ἥξει ὡς ὑετὸς ἡμῖν πρώϊμος καὶ ὄψιμος γῇ.
Τοτε και θα τον γνωρίσωμεν. Ας επιδιώξωμεν, λοιπόν, με την καρδίαν μας να γνωρίσωμεν τον Κυριον. Θα τον εύρωμεν πρόθυμον και έτοιμον να μας βοηθήση· η έλευσίς του θα είναι βεβαία, όπως η έλευσις του ωραίου όρθρου. Θα έλθη στον κατάλληλον καιρόν, όπως έρχεται από τον ουρανόν εις την γην η πρώϊμος και η όψιμος βροχή.
4 τί σοι ποιήσω Ἐφραίμ; τί σοι ποιήσω Ἰούδα; τὸ δὲ ἔλεος ὑμῶν ὡς νεφέλη πρωϊνὴ καὶ ὡς δρόσος ὀρθρινὴ πορευομένη. ~
Θα μας ερωτήση· “τι θέλεις να σου κάμω, ισραηλιτικέ λαέ; Τι θέλεις να κάμω εις σέ, ιουδαϊκέ λαέ; Η αγάπη σας είναι προσωρινή και διαλύεται ωσάν την πρωϊνήν ομίχλην, φεύγει και χάνεται όπως η πρωϊνή δροσιά.
5 Διὰ τοῦτο ἀπεθέρισα τοὺς προφήτας ὑμῶν, ἀπέκτεινα αὐτοὺς ἐν ρήματι στόματός μου, καὶ τὸ κρίμα μου ὡς φῶς ἐξελεύσεται·
Δια τούτο εθέρισα τους ψευδοπροφήτας σας, τους εφόνευσα με το πρόσταγμα του στόματός μου. Η δικαία μου κρίσις θα εξέλθη και θα λάμψη ωσάν το φως.
6 διότι ἔλεος θέλω καὶ οὐ θυσίαν καὶ ἐπίγνωσιν Θεοῦ ἢ ὁλοκαυτώματα.
Διότι εγώ προτιμώ την προς εμέ αγάπην σας και οχι τας τυπικάς θυσίας, την επίγνωσιν του θείου θελήματος περισσότερον από τα ολοκαυτώματα.
7 αὐτοὶ δέ εἰσιν ὡς ἄνθρωπος παραβαίνων διαθήκην· ἐκεῖ κατεφρόνησέ μου
Οι Ισραηλίται όμως παραβαίνουν και καταπατούν την Διαθήκην μου ως άνθρωπος αμαρτωλός και αναίσθητος. Και με τας παραβάσεις των αυτάς εκεί με κατεφρόνησαν.
8 Γαλαὰδ πόλις ἐργαζομένη μάταια, ταράσσουσα ὕδωρ,
Η χώρα Γαλαάδ ακολουθεί τα μάταια είδωλα. Αναταράσσει την κοινωνίαν, όπως η θύελλα το ύδωρ της θαλάσσης.
9 καὶ ἡ ἰσχύς σου ἀνδρὸς πειρατοῦ· ἔκρυψαν ἱερεῖς ὁδόν, ἐφόνευσαν Σίκιμα, ὅτι ἀνομίαν ἐποίησαν.
Η δύναμίς σου, χώρα Γαλαάδ, εκδηλώνεται εις πειρατείας εκ μέρους των ανδρών σου. Και αυτοί ακόμη οι ιερείς του Ισραήλ εκρύβησαν και έστησαν ενέδραν παρά την οδόν, που οδηγεί εις τα Σικιμα, και εφόνευσαν τους διερχομένους, δια να τους ληστεύσουν και έτσι διέπραξαν ανομίαν μεγάλην.
10 ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Ἰσραὴλ εἶδον φρικώδη ἐκεῖ, πορνείαν τοῦ Ἐφραίμ· ἐμιάνθη Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα.
Είδα εγώ φρικτά γεγονότα στο βασίλειον του Ισραήλ, είδα την πνευματικήν και σωματικήν πορνείαν της φυλής του Εφραίμ. Εμολύνθη και ο ισραηλιτικός και ο Ιουδαϊκός λαός.
11 ἄρχου τρυγᾶν σεαυτῷ ἐν τῷ ἐπιστρέφειν με τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ λαοῦ μου ἐν τῷ ἰάσασθαί με τὸν Ἰσραήλ.
Μετανοημένος όμως κατόπιν δια τας παρανομίας σου, θα αρχίσης να τρυγάς και ωφέλη από τας τιμωρίας αυτάς, όταν εγώ θα επαναφέρω τον λαόν μου από την εξορίαν, όταν θα θεραπεύσω τον ισραηλιτικόν λαόν.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα