ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΟΡΘΡΟΥ ἀπερρίφησαν, ἀπερρίφη βασιλεὺς Ἰσραήλ· ὅτι νήπιος Ἰσραήλ, καὶ ἐγὼ ἠγάπησα αὐτὸν καὶ ἐξ Αἰγύπτου μετεκάλεσα τὰ τέκνα αὐτοῦ.
Ωσάν εις όρθρον, όταν ακόμη εκοιμώντο, απερρίφθησαν αιφνιδίως οι Ισραηλίται. Απερρίφθη ο βασιλεύς του Ισραήλ. Οταν ο ισραηλιτικός λαός διήρχετο την νηπιακήν του ηλικίαν, εγώ τον ηγάπησα και τον εκάλεσα από την Αίγυπτον, αυτόν και τους απογόνους του.
2 καθὼς μετεκάλεσα αὐτούς, οὕτως ἀπῴχοντο ἐκ προσώπου μου· αὐτοὶ τοῖς Βααλεὶμ ἔθυον καὶ τοῖς γλυπτοῖς ἐθυμίων.
Με όσην αγάπην και δύναμιν εκάλεσα αυτούς από την δουλείαν της Αιγύπτου, με τόσην ορμήν και αδιαφορίαν απεμακρύνθησαν από εμέ. Αυτοί εθυσίαζαν εις τα διάφορα αγάλματα του Βααλ και προσέφεραν θυμιάματα εις τα γλυπτά είδωλα.
3 καὶ ἐγὼ συνεπόδισα τὸν Ἐφραίμ, ἀνέλαβον αὐτὸν ἐπὶ τὸν βραχίονά μου, καὶ οὐκ ἔγνωσαν ὅτι ἴαμαι αὐτούς.
Εγώ εν τούτοις είμαι εκείνος που έμαθα τον λαόν του Ισραήλ να στέκεται εις τα πόδια του και να βαδίζη. Τον επήρα εις την αγκαλιά μου· άλλα αυτοί δεν ανεγνώρισαν ότι εγώ τους εθεράπευσα και τους εγλύτωσα από τα δεινά της δουλείας.
4 ἐν διαφθορᾷ ἀνθρώπων ἐξέτεινα αὐτοὺς ἐν δεσμοῖς ἀγαπήσεώς μου καὶ ἔσομαι αὐτοῖς ὡς ραπίζων ἄνθρωπος ἐπὶ τὰς σιαγόνας αὐτοῦ· καὶ ἐπιβλέψομαι πρὸς αὐτόν, δυνήσομαι αὐτῷ.
Ανθρωποι εξωλοθρεύθησαν, όταν εγώ ήπλωνα προς αυτούς τα χέρια μου εν τω δεσμώ της αγάπης μου. Εγώ θα είμαι δι' αυτούς, όπως ο στοργικός πατήρ, ο οποίος ραπίζει τας παρειάς του παιδιού του εις διόρθωσιν. Θα επιβλέψω με στοργήν προς τον λαόν αυτόν και με την άπειρον δύναμίν μου θα τον σώσω.
5 κατῴκησεν Ἐφραὶμ ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ Ἀσσοὺρ αὐτὸς βασιλεὺς αὐτοῦ, ὅτι οὐκ ἠθέλησεν ἐπιστρέψαι.
Αλλά ο ισραηλιτικός λαός δια τας αμαρτίας μου μετεφέρθη αιχμάλωτος εις την χώραν της Αιγύπτου. Οι Ασσύριοι θα βασιλεύουν επάνω εις αυτόν, διότι δεν ηθέλησε να επιστρέψη εν μετανοία προς τον Θεόν του.
6 καὶ ἠσθένησε ρομφαία ἐν ταῖς πόλεσιν αὐτοῦ καὶ κατέπαυσεν ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ, καὶ φάγονται ἐκ τῶν διαβουλίων αὐτῶν.
Η πολεμική του ρομφαία έγινε ασθενής και αδύνατος δια την υπεράσπισιν των πόλεών του. Τα χέρια του ητόνησαν και έπαυσαν να την χειρίζωνται. Ετσι δε θα φάγουν και θα απολαύσουν τους καρπούς των κακών επιθυμιών και αποφάσεών των.
7 καὶ ὁ λαὸς αὐτοῦ ἐπικρεμάμενος ἐκ τῆς κατοικίας αὐτοῦ, καὶ ὁ Θεὸς ἐπὶ τὰ τίμια αὐτοῦ θυμωθήσεται, καὶ οὐ μὴ ὑψώσῃ αὐτόν.
Ο ταλαιπωρημένος τότε εις την εξορίαν του Ισραηλιτικός λαός, θα λαχταρά και θα κρέμαται δια την πάτριον γην. Ο Θεός όμως δια τας αμαρτίας του έχει οργισθή εναντίον των πολυτίμων του πραγμάτων, δηλαδή εναντίον του λαού, της χώρας και του ναού. Δεν θα ενισχύση εις επάνοδον και δεν θα δοξάση τον ισραηλιτικόν λαόν.
8 τί σε διαθῶμαι, Ἐφραίμ; ὑπερασπιῶ σου, Ἰσραήλ; τί σε διαθῷ; ὡς Ἀδαμὰ θήσομαί σε καὶ ὡς Σεβνείμ; μετεστράφη ἡ καρδία μου ἐν τῷ αὐτῷ, συνεταράχθη ἡ μεταμέλειά μου.
Πως να διατεθώ απέναντί σου, ισραηλιτικέ λαέ; Να σε υπερασπίσω από τους εχθρούς, που σε απειλούν και σε θλίβουν; Πως να σε μεταχειρισθώ; Να σε φέρω εις την κατάστασιν των πόλεων Αδαμά και Σεβνείμ, που κατεστράφησαν; Συνεοτράφη εντός μου η καρδία μου, συνεκλονίσθη η μεταμέλειά μου.
9 οὐ μὴ ποιήσω κατὰ τὴν ὀργὴν τοῦ θυμοῦ μου, οὐ μὴ ἐγκαταλίπω τοῦ ἐξαλειφθῆναι τὸν Ἐφραίμ· διότι Θεὸς ἐγώ εἰμι καὶ οὐκ ἄνθρωπος· ἐν σοὶ ἅγιος, καὶ οὐκ εἰσελεύσομαι εἰς πόλιν.
Δεν θα πράξω, όπως μου υπαγορεύει η δικαία οργή του θυμού μου. Δεν θα εγκαταλείψω τους Ισραηλίτας, ώστε να εξαφανισθούν από προσώπου της γης, διότι εγώ είμαι Θεός και οχι άνθρωπος. Υπάρχουν και κάποιοι πιστοί και δίκαιοι ανάμεσα στον λαόν σου, Ισραήλ. Δια τούτο δεν θα εισέλθω εις τας πόλεις σου, δια να καταστρέψω αυτάς εξ ολοκλήρου.
10 ὀπίσω Κυρίου πορεύσομαι· ὡς λέων ἐρεύξεται, ὅτι αὐτὸς ὠρύσεται, καὶ ἐκστήσονται τέκνα ὑδάτων.
Και ο Ισραήλ συντετριμμένος από την αγάπην του Κυρίου λέγει· “οπίσω από τον Κυριον θα πορευθώ. Ο Κυριος θα βρυχηθή ως λέων. Οταν δε εκείνος βρυχηθή ως λέων εν τη δυνάμει του, όλοι θα ταραχθούν όπως ταράσσονται τα ψάρια εις απροσδόκητον θόρυβον των υδάτων”.
11 ἐκστήσονται ὡς ὄρνεον ἐξ Αἰγύπτου καὶ ὡς περιστερὰ ἐκ γῆς Ἀσσυρίων· καὶ ἀποκαταστήσω αὐτούς εἰς τοὺς οἴκους αὐτῶν, λέγει Κύριος.
Οι Ισραηλίται θα πτερυγίσουν από την Αίγυπτον ωσάν πτηνά, ωσάν περιστεραί από την χώραν των Ασσυρίων. Εγώ δε θα αποκαταστήσω αυτούς εις τας οικίας των, λέγει ο Κυριος.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα