ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΥΡΙΕ, εἰσακήκοα τὴν ἀκοήν σου καὶ ἐφοβήθην·
Προσευχή Αμβακούμ τον προφήτου ψαλλομένη. Κυριε, ήκουσα εκείνο, το οποίον συ με έκαμες να ακούσω, και εφοβήθην.
2 Κύριε, κατενόησα τὰ ἔργα σου καὶ ἐξέστην. ἐν μέσῳ δύο ζῴων γνωσθήσῃ, ἐν τῷ ἐγγίζειν τὰ ἔτη ἐπιγνωσθήσῃ, ἐν τῷ παρεῖναι τὸν καιρὸν ἀναδειχθήσῃ, ἐν τῷ ταραχθῆναι τὴν ψυχήν μου, ἐν ὀργῇ ἐλέους μνησθήσῃ.
Κυριε, παρετήρησα με προσοχήν τα έργα σου, τα κατενόησα, κατελήφθην από έκπληξιν μεγάλην. Ανάμεσα εις δύο όντα, που έχουν ζωήν, θα γίνης γνωστός στους ανθρώπους. Οταν πλησιάζουν τα έτη, που θα αποκαλυφθή η αγαθότης σου, θα γνωρισθής ακόμα καλύτερον. Οταν έλθη ο καιρός ο ωρισμένος, θα αναδειχθή η δύναμίς σου. Οταν ταραχθή η ψυχή μου εις καιρόν της δικαίας σου οργής, ενθυμήσου, Κυριε, και δος μου το έλεός σου.
3 ὁ Θεὸς ἀπὸ Θαιμὰν ἥξει, καὶ ὁ ἅγιος ἐξ ὄρους κατασκίου δασέος. (διάψαλμα). ἐκάλυψεν οὐρανοὺς ἡ ἀρετὴ αὐτοῦ, καὶ αἰνέσεως αὐτοῦ πλήρης ἡ γῆ.
Ο Θεός, ένδοξος και ισχυρός, θα έλθη από την Θαιμάν· ο άγιος από το βαθύσκιον δασωμένον όρος. (Διάψαλμα). Αι άπειροι εις αριθμόν και τελειότητα αρεταί σου εκάλυψαν τον ουρανόν. Η γη είναι γεμάτη από την δοξολογίαν προς σέ.
4 καὶ φέγγος αὐτοῦ ὡς φῶς ἔσται, κέρατα ἐν χερσὶν αὐτοῦ, καὶ ἔθετο ἀγάπησιν κραταιὰν ἰσχύος αὐτοῦ.
Η ακτινοβολία της δόξης του είναι ισχυρά, όπως το φως. Δυναμιν κρατεί εις τα χέρια του. Την αγάπην του την ενηρμόνισε με την άπειρον δύναμίν του.
5 πρὸ προσώπου αὐτοῦ πορεύσεται λόγος, καὶ ἐξελεύσεται εἰς παιδείαν κατὰ πόδας αὐτοῦ
Εμπρός του προπορεύεται ο λόγος ο καθοδηγητικός, ο διαφωτιστικός. Αυτός τον ακολουθεί κατά πόδας, όταν πρόκειται να διαφωτίση, αλλά και παιδαγωγικώς να τιμωρήση τους ανθρώπους.
6 ἔστη, καὶ ἐσαλεύθη ἡ γῆ· ἐπέβλεψε, καὶ διετάκη ἔθνη. διεβρύθη τὰ ὄρη βίᾳ, ἐτάκησαν βουνοὶ αἰώνιοι.
Εστάθη ο Κυριος, και η γη εσαλεύθη έντρομος. Ερριψεν ένα μόνον βλέμμα, και έλυωσαν τα έθνη. Τα όρη εθρυμματίσθηκαν μετά κρότου, τα αιώνια βουνά έλυωσαν από τον φόβον των.
7 πορείας αἰωνίας αὐτοῦ ἀντὶ κόπων εἶδον· σκηνώματα Αἰθιόπων πτοηθήσονται καὶ αἱ σκηναὶ γῆς Μαδιάμ.
Και μέσα εις αυτάς τας συμφοράς και τας θλίψεις είδον εγώ τας αιωνίας βουλάς και ενεργείας αυτού! Αι σκηναί των Αιθιόπων θα κατατρομάξουν και αι σκηναί επίσης της γης Μαδιάμ.
8 μὴ ἐν ποταμοῖς ὠργίσθης, Κύριε, ἢ ἐν ποταμοῖς ὁ θυμός σου; ἢ ἐν θαλάσσῃ τὸ ὅρμημά σου; ὅτι ἐπιβήσῃ ἐπὶ τοὺς ἵππους σου, καὶ ἡ ἱππασία σου σωτηρία.
Μηπως, Κυριε, ωργίσθης και εθύμωσες εναντίον των αψύχων ποταμών; Μηπως η ορμή σου στρέφεται εναντίον της Ερυθράς Θαλάσσης; Οχι βεβαίως, διότι συ επέβης επάνω στους ίππους του άρματός σου και η ίππευσίς σου αυτή υπήρξε σωτηρία δια τον λαόν σου.
9 ἐντείνων ἐντενεῖς τὸ τόξον σου ἐπὶ σκῆπτρα, λέγει Κύριος. (διάψαλμα). ποταμῶν ραγήσεται γῆ.
Θα τεντώσης έως τα άκρα με δύναμιν το τοξον σου εναντίον των σκηπτρούχων της γης, λέγει ο Κυριος (Διάψαλμα). Η γη θα ανοίξη και άφθονα ύδατα ποταμών θα αναβλύσουν.
10 ὄψονταί σε καὶ ὠδινήσουσι λαοί, σκορπίζων ὕδατα πορείας αὐτοῦ· ἔδωκεν ἡ ἄβυσσος φωνὴν αὐτῆς, ὕψος φαντασίας αὐτῆς.
Θα σε ίδουν, Κυριε, όλοι οι λαοί και θα καταληφθούν από ωδίνας, ομοίας προς τας ωδίνας της επιτόκου. Διότι συ εκβάλλεις και διασκορπίζεις τα ύδατα από τας κοίτας, εις τας οποίας ρέουν. Η απύθμενος θάλασσα εβόησε από τους παφλασμούς των κυμάτων της. Τα κύματά της υψώθησαν εις αφάνταστον ύψος ενώπιόν σου.
11 ἐπῃ£ρθη ὁ ἥλιος, καὶ ἡ σελήνη ἔστη ἐν τῇ τάξει αὐτῆς· εἰς φῶς βολίδες σου πορεύσονται, εἰς φέγγος ἀστραπῆς ὅπλων σου.
Εσηκώθη και εστάθη ακίνητος ο ήλιος· και αυτή σελήνη εσταμάτησεν εις την θέσιν της, όταν ο Ιησούς του Ναυή εν ονόματί σου τα διέταξε. Τα βέλη σου ολοφάνερα, ωσάν το φως, κατευθύνονται εναντίον των εχθρών σου. Τα όπλα σου απαστράπτουν, ωσάν το φως.
12 ἐν ἀπειλῇ ὀλιγώσεις γῆν καὶ ἐν θυμῷ κατάξεις ἔθνη.
Με την δικαίαν σου τιμωρίαν, την οποίαν απειλητικώς προανήγγειλες, θα καταστρέψης την γην των Χαλδαίων. Και επάνω στον δίκαιον θυμόν σου θα ρίψης ταπεινωμένους στο έδαφος λαούς.
13 ἐξῆλθες εἰς σωτηρίαν λαοῦ σου τοῦ σῶσαι τὸν χριστόν σου· ἔβαλες εἰς κεφαλὰς ἀνόμων θάνατον, ἐξήγειρας δεσμοὺς ἕως τραχήλου. (διάψαλμα).
Ετσι θα εξέλθης, δια να σώσης τον λαόν σου, δια να σώσης τον αφιερωμένον εις σε λαόν. Εδωσες θάνατον εις κεφαλάς παρανόμων ανθρώπων. Αλύτους δεσμούς ανέβασες και επέβαλες στον τράχηλον των αμαρτωλών.
14 διέκοψας ἐν ἐκστάσει κεφαλὰς δυναστῶν, σεισθήσονται ἐν αὐτῇ· διανοίξουσι χαλινοὺς αὐτῶν ὡς ἐσθίων πτωχὸς λάθρᾳ.
Προς κατάπληξιν όλων έκοψες τας κεφαλάς των ισχυρών της γης. Θα συγκλονισθούν και θα πανικοβληθούν όλοι οι κατοικούντες εις αυτήν. Ως εάν έχουν χαλινούς, ολίγον θα ανοίξουν το στόμα των, όπως ο πτωχός ο οποίος τρώγει κρυφίως το ψωμί του.
15 καὶ ἐπεβίβασας εἰς θάλασσαν τοὺς ἵππους σου ταράσσοντας ὕδατα πολλά.
Ωδήγησες και ανέβασες, Κυριε, εις την θάλασσαν τους ίππους σου, οι οποίοι αναταράσσουν τα πολλά αυτής ύδατα.
16 ἐφυλαξάμην, καὶ ἐπτοήθη ἡ κοιλία μου ἀπὸ φωνῆς προσευχῆς χειλέων μου, καὶ εἰσῆλθε τρόμος εἰς τὰ ὀστᾶ μου, καὶ ὑποκάτωθέν μου ἐταράχθη ἡ ἕξις μου. ἀναπαύσομαι ἐν ἡμέρᾳ θλίψεως τοῦ ἀναβῆναι εἰς λαὸν παροικίας μου.
Παρετήρησα με προσοχήν, ήκουσα και είδα τας θλίψστου λαού μου. Η καρδία μου εταράχθη καθ' ον χρόνον τα χείλη μου τρέμοντα απηύθυναν την προσευχήν. Τρόμος εισεχώρησεν στο εσωτερικόν μου. Ολόκληρος η υπαρξίς μου ανεστατώθη από κάτω έως άνω. Αλλά την ημέραν της θλίψεώς μου θα αναπαυθώ και θα παρηγορηθώ, όταν αναβώ στον λαόν μου, τον παροικούντα στον τόπον του.
17 διότι συκῆ οὐ καρποφορήσει, καὶ οὐκ ἔσται γενήματα ἐν ταῖς ἀμπέλοις· ψεύσεται ἔργον ἐλαίας, καὶ τὰ πεδία οὐ ποιήσει βρῶσιν· ἐξέλιπον ἀπὸ βρώσεως πρόβατα, καὶ οὐχ ὑπάρχουσι βόες ἐπὶ φάτναις.
Διότι ιδού, οι συκιές δεν θα καρποφορήσουν, τα αμπέλια δεν θα παράγουν σταφυλάς, τα ελαιόδενδρα θα διαψεύσουν τας προσδοκίας μας δια ουγκομιδήν καρπού και αι πεδιάδες δεν θα παράγουν καρπούς εις διατροφήν των ανθρώπων. Τα πρόβατα αποθνήσκουν δια την έλλειψιν τροφής. Βοϊδια δεν υπάρχουν πλέον εις τα παχνιά των.
18 ἐγὼ δὲ ἐν τῷ Κυρίῳ ἀγαλλιάσομαι, χαρήσομαι ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου.
Εγώ όμως θα αγάλλωμαι ελπίζων στον Κυριον. Θα γεμίση χαράν η καρδία μου δια τον σωτήρα μου Θεόν.
19 Κύριος ὁ Θεὸς δύναμίς μου καὶ τάξει τοὺς πόδας μου εἰς συντέλειαν· ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ ἐπιβιβᾷ με τοῦ νικῆσαί με ἐν τῇ ᾠδῇ αὐτοῦ.
Κυριος ο Θεός είναι η δύναμίς μου. Αυτός θα στερεώση δια παντός τα πόδια μου εις τας δικαίας πορείας μου. Θα με αναβιβάση υψηλά, ώστε ψάλλων ευγνώμονα δοξολογίαν προς αυτόν να νικήσω.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα