ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΕΠΙ τῆς φυλακῆς μου στήσομαι καὶ ἐπιβήσομαι ἐπὶ πέτραν καὶ ἀποσκοπεύσω τοῦ ἰδεῖν τί λαλήσει ἐν ἐμοὶ καὶ τί ἀποκριθῶ ἐπὶ τὸν ἔλεγχόν μου.
Λέγει ο προφήτης· Επάνω εις την σκοπιάν μου θα σταθώ, θα ανεβώ εις βράχον και θα προσέξω, να ίδω, τι θα είπη προς εμέ ο Κυριος και τι εγώ θα αποκριθώ εις, τον έλεγχόν του.
2 καὶ ἀπεκρίθη πρός με Κύριος καὶ εἶπε· γράψον ὅρασιν καὶ σαφῶς εἰς πυξίον, ὅπως διώκῃ ὁ ἀναγινώσκων αὐτά.
Ο Κυριος απεκρίθη προς εμέ και μου είπε· “Γράψε καθαρά το όραμα τούτο εις μίαν πλάκα, ώστε να αναγινώσκεται εύκολα και ευχάριστα.
3 διότι ἔτι ὅρασις εἰς καιρὸν καὶ ἀνατελεῖ εἰς πέρας καὶ οὐκ εἰς κενόν· ἐὰν ὑστερήσῃ, ὑπόμεινον αὐτόν, ὅτι ἐρχόμενος ἥξει καὶ οὐ μὴ χρονίσῃ.
Διότι η όρασις αυτή έρχεται στον κατάλληλον καιρόν της. Θα εκπληρωθή και δεν θα ματαιωθή. Εάν όμως και βραδύνη ολίγον χρόνον, δείξε υπομονήν. Διότι αυτός που αναμένεται να έλθη, θα έλθη και δεν θα χρονοτριβήση.
4 ἐὰν ὑποστείληται, οὐκ εὐδοκεῖ ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῷ· ὁ δὲ δίκαιος ἐκ πίστεώς μου ζήσεται.
Εάν κανείς λιποψυχήση και αδημονήση, ας μάθη, ότι δεν επαναπαύεται η ψυχή μου εις αυτόν. Ο δίκαιός που πιστεύει εις εμέ και τηρεί τον νόμον μου, θα σωθή και θα ζήση.
5 ὁ δὲ κατοιόμενος καὶ καταφρονητής, ἀνὴρ ἀλαζών, οὐθὲν μὴ περάνῃ, ὃς ἐπλάτυνε καθὼς ᾅδης τὴν ψυχὴν αὐτοῦ καὶ οὗτος ὡς θάνατος οὐκ ἐμπιπλάμενος καὶ ἐπισυνάξει ἐπ᾿ αὐτὸν πάντα τὰ ἔθνη καὶ εἰσδέξεται πρὸς αὐτὸν πάντας τοὺς λαούς.
Ο επηρμένος Ασσύριος και καταφρονητής των όλων, ο αλαζονικός αυτός άνθρωπος τίποτε δεν ημπορεί να φέρη εις πέρας. Επλάτυνε και έκαμε αχόρταγον την ψυχήν του όπως ο άδης και ο θάνατος, που δεν χορταίνουν ποτέ. Θα συγκεντρώση υπό την εξουσίαν του όλα τα έθνη και θα έχη μαζή του όλους τους λαούς.
6 οὐχὶ ταῦτα πάντα κατ᾿ αὐτοῦ παραβολὴν λήψονται καὶ πρόβλημα εἰς διήγησιν αὐτοῦ; καὶ ἐροῦσιν· οὐαὶ ὁ πληθύνων ἑαυτῷ τὰ οὐκ ὄντα αὐτοῦ ἕως τίνος; καὶ βαρύνων τὸν κλοιὸν αὐτοῦ στιβαρῶς.
Θα έλθη όμως καιρός, κατά τον οποίον όλα αυτά θα εκσπάσουν εναντίον του. Οι εχθροί του θα τον έχουν εις σατυρισμόν και εμπαιγμόν. Ειρωνικόν μολόγημα θα γίνη μεταξύ των και θα λέγουν· Αλλοόμονον εις σέ, Βαβυλών, η οποία παίρνεις και θησαυρίζεις δια τον εαυτόν σου εκείνα, τα οποία δεν σου ανήκουν. Εως πότε όμως θα συνεχισθή αυτό; Συ κάμνεις βαρύν και καταθλιπτικόν τον ζυγόν της δουλείας.
7 ὅτι ἐξαίφνης ἀναστήσονται δάκνοντες αὐτόν, καὶ ἐκνήψουσιν οἱ ἐπίβουλοί σου, καὶ ἔσῃ εἰς διαρπαγὴν αὐτοῖς.
Ιδού όμως ότι αιφνιδίως θα εξεγερθούν εναντίον σου και θα σε δαγκώσουν οι εχθροί σου. Οι επίβουλοί σου θα ανανήψουν εναντίον σου και θα γίνης αντικείμενον διαρπαγής από αυτούς,
8 διότι σὺ ἐσκύλευσας ἔθνη πολλά, σκυλεύσουσί σε πάντες οἱ ὑπολελειμμένοι λαοὶ δι᾿ αἵματα ἀνθρώπων καὶ ἀσεβείας γῆς καὶ πόλεως καὶ πάντων τῶν κατοικούντων αὐτήν.
Διότι, όπως συ ελαφυραγώγησες πολλά έθνη, έτσι και όλοι θα λαφυραγωγήσουν σέ, οχι μόνον οι εχθροί σου άλλα και οι υπόλοιποι λαοί, διότι θα σε μισούν δια τα ανθρώπινα αίματα, τα οποία έχυσες και τας άλλας ασεβείας, τας οποίας διέπραξες εις την γην, εις τας πόλεις κι στους κατοικούντας αυτάς.
9 ὦ ὁ πλεονεκτῶν πλεονεξίαν κακὴν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ τοῦ τάξαι εἰς ὕψος νοσσιὰν αὐτοῦ τοῦ ἐκσπασθῆναι ἐκ χειρὸς κακῶν.
Αλλοίμονον εις σέ, ο οποίος από απερίγραπτον πλεονεξίαν κατεχόμενος αποταμιεύεις πονηρούς θησαυρούς στον οίκόν σου, δια να τοποθετήσης την φωλεάν σου εις ύψος, με την ιδέαν ότι έτσι υψηλά θα είσαι ασφαλής και δεν θα διατρέχης κίνδυνον από τα χέρια των εχθρών σου.
10 ἐβουλεύσω αἰσχύνην τῷ οἴκῳ σου, συνεπέρανας πολλοὺς λαούς, καὶ ἐξήμαρτεν ἡ ψυχή σου·
Αυτά όμως, που εσκέφθης, είναι εις την πραγματικότητα εξευτελιστικά δια τον οίκον σου. Εθεσες τέρμα εις την ζωήν πολλών λαών, ημάρτησε πολύ η ψυχή σου.
11 διότι λίθος ἐκ τοίχου βοήσεται, καὶ κάνθαρος ἐκ ξύλου φθέγξεται αὐτά.
Και αυτοί ακόμη οι λίθοι από τον τοίχον της οικίας σου θα φωνάξουν, και ο κάνθαρος, που ευρίσκεται εις τα ξύλα της οικοδομής σου, θα ομιλήση εναντίον των αδικιών σου”.
12 οὐαὶ ὁ οἰκοδομῶν πόλιν ἐν αἵμασι καὶ ἑτοιμάζων πόλιν ἐν ἀδικίαις.
Αλλοίμονον εις εκείνον, ο οποίος οικοδομεί οικίας με αίματα άνθρωπον και συγκροτεί πόλιν με αδικίας, θα υποστή τα επίχειρα των πονηρών έργων του.
13 οὐ ταῦτά ἐστι παρὰ Κυρίου παντοκράτορος; καὶ ἐξέλιπον λαοὶ ἱκανοὶ ἐν πυρί, καὶ ἔθνη πολλὰ ὠλιγοψύχησαν.
Αυτά δεν έγιναν από τον Κυριον τον παντοκράτορα; Πολλοί δηλαδή λαοί εξηφανίσθησαν δια του πυρός και πολλά έθνη ωλιγοψύχησαν.
14 ὅτι ἐπλησθήσεται ἡ γῆ τοῦ γνῶναι τὴν δόξαν Κυρίου, ὡς ὕδωρ κατακαλύψει αὐτούς.
Η γη θα γεμίση με την γνώσιν της δόξης του Κυρίου. Αυτή θα καλύψη τους ανθρώπους, όπως το ύδωρ καλύπτει την γην.
15 ὦ ὁ ποτίζων τὸν πλησίον αὐτοῦ ἀνατροπῇ θολερᾷ καὶ μεθύσκων, ὅπως ἐπιβλέπῃ ἐπὶ τὰ σπήλαια αὐτῶν.
Αλλοίμονον εις σέ, Ασσύριε, ο οποίος ποτίζστους ανθρώπους και τους μεθάς με οίνον, δια να θολώσης τον νουν των, ώστε να ερευνήσης και αυτά ακόμη τα σπήλαιά των.
16 πλησμονὴν ἀτιμίας ἐκ δόξης πίε καὶ σύ, καρδία σαλεύθητι καὶ σείσθητι· ἐκύκλωσεν ἐπὶ σὲ ποτήριον δεξιᾶς Κυρίου καὶ συνήχθη ἀτιμία ἐπὶ τὴν δόξαν σου.
Αλλά ήλθεν η ώρα της τιμωρίας σου. Πιε και συ αυτό το ποτήριον της οργής του Κυρίου και πάρε, αντί της δόξης σου, ατιμίαν και καταφρόνησιν. Θα σαλευθή η καρδία σου, θα συγκλονισθή και θα καταστραφή από σεισμόν η χώρα σου. Η τιμωρός δεξιά του Κυρίου σε περιέλαβε και όλος ο εξευτελισμός συνεκεντρώθη και έπεσεν επάνω σου, αντί της προτέρας δόξης σου.
17 διότι ἀσέβεια τοῦ Λιβάνου καλύψει σε, καὶ ταλαιπωρία θηρίων πτοήσει σε δι᾿ αἵματα ἀνθρώπων καὶ ἀσεβείας γῆς καὶ πόλεως καὶ πάντων τῶν κατοικούντων αὐτήν.
Η ασεβής και καταστρεπτική υλοτομία σου προς το όρος Λιβανον θα ξεσπάση επάνω σου και θα σε σκεπάση με καταισχύνην. Τα θηρία του όρους τούτου θα σε ταλαιπωρήσουν και θα σε τιμωρήσουν δια τα ανθρώπινα αίματα, τα οποία έχυσες, και δια την ασέβειαν, η οποία επικρατεί εις την χώραν σου, εις τας πόλεις και στους κατοίκους αυτής.
18 τί ὠφελεῖ γλυπτόν, ὅτι ἔγλυψαν αὐτό; ἔπλασεν αὐτὸ χώνευμα, φαντασίαν ψευδῆ, ὅτι πέποιθεν ὁ πλάσας ἐπὶ τὸ πλάσμα αὐτοῦ τοῦ ποιῆσαι εἴδωλα κωφά.
Ποίαν ωφέλειαν είναι δυνατόν, να σου δώση το γλυπτόν άγαλμα, το οποίον άνθρωποι κατεσκεύασαν; Ο τεχνίτης το διεμόρφωσε και το εχώνευσεν στο χωνευτήριον. Αυτό όμως είναι γέννημα ψευδούς φαντασίας. Αλλά έδω είναι το παράδοξον· ότι αυτός, που κατεσκεύασε το κωφόν και άλαλον είδωλον, πιστεύει στο έργον των χειρών του.
19 οὐαὶ ὁ λέγων τῷ ξύλῳ· ἔκνηψον, ἐξεγέρθητι, καὶ τῷ λίθῳ· ὑψώθητι· καὶ αὐτό ἐστι φαντασία, τοῦτο δέ ἐστιν ἔλασμα χρυσίου καὶ ἀργυρίου, καὶ πᾶν πνεῦμα οὐκ ἔστιν ἐν αὐτῷ.
Αλλοίμονον εις εκείνον, που πιστεύει εις τα ξύλινα αγάλματα και λέγει προς αυτά· “ξύπνα, σήκω” και στο λίθινον άγαλμα, “στάσου υψηλά!” Και αυτό είναι επινόησις της ανθρωπίνης φαντασίας. Το υλικόν, από το οποίον αποτελείται, είναι έλασμα χρυσού και αργύρου. Κανένα πνεύμα, καμμία πνοή ζωής δεν υπάρχει έντος αυτού.
20 ὁ δὲ Κύριος ἐν ναῷ ἁγίῳ αὐτοῦ· εὐλαβείσθω ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ πᾶσα ἡ γῆ.
Ο Κυριος όμως κατοικεί στον άγιον ναόν του. Ας ευλαβηθή αυτόν όλη η οικουμένη.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα